«Παράδεισος είναι η ενεργοποίηση της αγάπης και κόλαση η νέκρωσή της»

«Όχι γιε μου, άστο καλύτερα. Αν θέλεις έλα ως εδώ να πιούμε έναν καφέ, δεν χρειάζεται όμως να κάνουμε συνέντευξη. Εγώ θέλω την ησυχία μου, την ηρεμία μου... Να μην ανοίγουμε παράθυρα πάλι, γιατί άμα ανοίξεις ένα παράθυρο μετά ανοίγει η κερκόπορτα».

Αυτή ήταν αρχικά η αντίδραση του Παγκράτιου Μερακλή.

 


Αρχικά, ορίσαμε τη συνάντησή μας για ένα πρωινό, αλλά στην πορεία του ζήτησα να πάω απόγευμα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποιον συνεντευξιαζόμενο καλλιτέχνη να μου λέει για έναν συνάδελφό του που εκτιμούσε απίστευτα. «Από τέτοιους ανθρώπους κερδίζεις πολλά περισσότερα το απόγευμα. Τίποτα δεν συγκρίνεται με την εικόνα ενός ανθρώπου που έχει γυρίσει από τη δουλειά, έπειτα από μια κουραστική μέρα, και με καθαρό, πεντακάθαρο βλέμμα, κάθεται στο τραπέζι να απολαύσει ένα πιάτο φαΐ».

Λίγες μέρες μετά, έφτασα στο χωριό. Ήτανε Πέμπτη, γύρω στις 5. Τον συναντώ στο σπίτι του, ένα χωμένο στο πράσινο μακρόστενο σπιτάκι, με γαλάζιες πόρτες και παντζούρια. Κάτω από λεμονόδεντρα, μανταρινιές, χρυσομηλιές, μεσπηλιές και άλλα οπωροφόρα.

Τα μόνα πράγματα που γνώριζα γι’ αυτόν είναι πως ζει στα Κατύδατα Σολέας -επαρχία Λευκωσίας, διαμέρισμα Μόρφου-, σε ένα σπίτι σχετικά μακριά από τα υπόλοιπα, πως εκτρέφει ζώα, πως τις Κυραικές ψέλνει στην εκκλησιά της Ληνούς και πως είναι ένας άνθρωπος που αξίζει να τον γνωρίσεις.

Συνειδητοποιώ πως είναι ακόμα γενειοφόρος και ρασοφόρος. Τι κι αν εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε (επ’ αόριστον) αργία; Παρά τα 59 του χρόνια, δεν έχει αλλάξει πολύ. Η μόνη εμφανής διαφορά εντοπίζεται στο πρόσωπό του, όπου πλέον μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει τη σοφία.

Καθίσαμε κάτω από την κληματαριά και πίνοντας τον καφέ μας συζητούσαμε για το πόσο ωραία είναι η ζωή στο χωριό. Κι όταν μετά από ένα μισάωρο ένοιωθα πλέον σίγουρος ότι τον είχα πείσει για τις προθέσεις μου -ότι δηλαδή πήγα να συναντήσω έναν άνθρωπο που συνειδητά, εδώ και μια 20ετία, κάνει ασκητική ζωή, όχι για να θρέψω την περιέργεια των μερικών (κάποιος που ξέρει την ιστορία καταλαβαίνει τι εννοώ) αλλά για να προσπαθήσω να κερδίσω κάτι από αυτόν και αν τελικά τα καταφέρω, να το μοιραστώ και με τους πολλούς που ψάχνουν εναγωνίως να βρουν τους πνευματικούς ανθρώπους σε έναν τόπο που παραπαίει- τότε του πρότεινα να ανοίξω το μαγνητόφωνο.

Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο ήταν αρκετό για να καταγράψω τα όσα ενδιαφέροντα θα διαβάσεις παρακάτω.



Κάποιες φορές με ευθύτητα, άλλοτε ψιθυριστά και ποιητικά και ενίοτε με τρόπο παραβολικό, αλλά πάντοτε με χαμόγελο, ο Παγκράτιος μίλησε, κατά την ταπεινή δική μου άποψη, όπως θα περιμέναμε να μιλήσει ο κάθε πνευματικός που υποτίθεται έχει μέσα του τον Θεό, την αγάπη.

 

Πόσα χρόνια είσαι εδώ;

Από το ‘98. Σχεδόν μια εικοσαετία.

Πως αποφάσισες να έρθεις στο συγκεκριμένο σπίτι;

Μετά την απόφαση να με θέσουν σε αργία, με ρώτησαν από την εκκλησία που θα ήθελα να διαμείνω. Απέκλεισα την πόλη και μου πρότειναν το συγκεκριμένο σημείο. Το σπίτι αυτό ανήκει στο μοναστήρι της Παναγίας της Σκουριώτισσας, η εκκλησία του οποίου βρίσκεται σήμερα μέσα στο στρατόπεδο των Ειρηνευτών.

 



Το σπίτι που διαμένει είναι κυριολεκτικά χωμένο στο πράσινο



Εγκλιματίστηκες εύκολα;

Ναι, λόγω του ότι ήμουνα της περιοχής. Ήξερα και τον κόσμο εδώ, το σπίτι και γενικά την περιοχή…

Αρχικά δεν ένοιωσες απομονωμένος; Δεν αισθάνθηκες μοναξιά;

Όχι, δεν υπάρχει καθόλου μοναξιά. Διότι όταν είσαι με τον Θεό, είσαι με όλο τον κόσμο.


Πρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, τον Θεό δηλαδή που έχουμε μέσα μας.


Πως περνάς τον χρόνο σου;

Έχω τα ζώα. Τα παραδοσιακά της Κύπρου. Τα καφέ «βούθκια» με τα οποία όργωναν παλιά τα χωράφια, μετέφεραν τα εμπορεύματά τους και αλώνιζαν, αλλά και τα γαϊδούρια -σύνολο 5 γαϊδούρες που γεννάνε και καμιά 20ριά βόδια, μικρά και μεγάλα.

Και πως τα αξιοποιείς;

Τα έχω για να γεμίζουν, εν μέρει, οι ώρες μου, αλλά και για διατήρηση-αναπαραγωγή του είδους.

Βιοποριστικά καλύπτεσαι απ’ αυτό;

Έχω και τη σύνταξη από την εκκλησία. Την πρόωρη σύνταξη που είχα πάρει από τότε.

Συνεχίζεις να βοηθάς φτωχούς, κόσμο που έχει ανάγκη;

Ο καθένας διαχειρίζεται τα λεφτά του όπως θεωρεί σωστό (χαμογελάει).

Παγκράτιε, σκέφτηκες ποτέ να επιστρέψεις στην κοσμική ζωή, να ζήσεις στην πόλη;

Όχι.

Έχει περάσει από το μυαλό σου να ζητήσεις επανεξέταση της υπόθεσής σου, μήπως και αρθεί η αργία; Ή, αν σου πρότειναν, θα επέστρεφες;

Ούτε ζήτησα, ούτε θα επέστρεφα.

Νοιώθεις πλήρης ως άνθρωπος εδώ;

Βεβαίως. Όπως σου είπα προηγουμένως, όταν έχεις τον Θεό κοντά σου, όταν Τον αισθάνεσαι μέσα σου, είσαι πλήρης. Ο κάθε άνθρωπος, όχι μόνο εγώ. Αυτοί που είναι στην έρημο του Ιορδάνου ή στις σκήτες τους Αγίου Όρους, κι αυτοί μόνοι τους είναι. Ουσιαστικά, όμως, δεν είναι μόνοι τους.

 



Του βουστάσιο (μάντρα) όπου περνά τις περισσότερες ώρες του



Δεν έχεις μέσα σου πικρία ή άλλα άσχημα συναισθήματα;

Όχι. Ποτέ δεν ένοιωσα, δεν αισθάνθηκα τέτοια πράγματα για άλλους ανθρώπους.

Ποιους ανθρώπους θεωρείς πολιτισμένους-μορφωμένους;

Αυτούς που μπορούν να επικοινωνήσουν με τους συνανθρώπους τους απλά, όμορφα κι ωραία, όπως επίσης και με το περιβάλλον. Πολιτισμένος είναι αυτός που μπορεί να επικοινωνεί με τον καθένα. Και με τον αναλφάβητο και με τον διπλωματούχο και με ένα παιδί και με έναν γέρο. Αυτός είναι ο μορφωμένος άνθρωπος. Αυτός που έχει αυτή την σφαιρικότητα, να μπορεί να πλησιάζει τον κάθε ένα και να δίνει την ευκαιρία στον κάθε ένα να τον πλησιάσει. Όποιος κι αν είναι αυτός.

Έχεις να μου δώσεις έστω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα πάνω σε αυτό που λες, για το πώς μπορούμε να χειριστούμε ένα πρόβλημα το οποίο πηγάζει από το οποιοδήποτε χάσμα, ηλικιακό, απόψεων κλπ.

Μια μέρα ήμουνα σε ένα μαγαζάκι και εκεί ήταν 3-4 άτομα οι οποίοι είχαν κάνει επίθεση σε ένα παιδί που εγκατέλειψε το σχολείο. Του έλεγαν για το σκουλαρίκι που φορούσε και για τα μαλλιά του. Εγώ τους είπα απλώς πως δεν ασχολούμαι με τρίχες και πως, σκουλαρίκι είχε και ο Χριστός. «Αν πάτε στην Παναγία του Άρακα, η τοιχογραφία του 11ου αιώνα έχει τον Χριστό με σκουλαρίκι» είπα, χωρίς να πω κάτι άλλο για να μην τους προσβάλω, ενώ στον μικρό δεν είπα τίποτα απολύτως. Οπότε, ούτε εξέθεσα τους μεγάλους, ούτε πήρα φανερά το μέρος του μικρού. Μετά απ’ αυτό ο μικρός ξεθάρρεψε, όπου με έβρισκε με χαιρετούσε, ενώ στην πορεία κάναμε αρκετές συζητήσεις (ενίοτε μαζί και τα ξαδέρφια του), χωρίς ποτέ να του επιβάλω οτιδήποτε. Στην πορεία, έβγαλε το σκουλαρίκι, τελείωσε το στρατό, βρήκε δουλειά και σήμερα συντηρεί ολόκληρη την οικογένειά του. Με μια κουβέντα που θα πεις, μπορείς να αλλάξεις πολλά πράγματα. Φτάνει να το χειριστείς σωστά, με διακριτικότητα. Ούτε να προσβάλεις ευθέως τον ένα χρειάζεται, ούτε όμως και να πάρεις ευθέως το μέρος του άλλου.

Σε ακαδημαϊκό επίπεδο ποια είναι η μόρφωσή σου;

Σπούδασα Θεολογία στην Αθήνα και μετά έκανα μεταπτυχιακό στην Ιταλία, στο Κανονικό Δίκαιο. Για να πάω για σπουδές πήρα άδεια από την Μητρόπολη, αφού τότε εργαζόμουν ως διάκος. Στην Ιταλία (‘87-‘90) πήγα με υποτροφία του Βατικανού. Το ’90 επέστρεψα στην Κύπρο, ήμουνα στην Μητρόπολη Μόρφου ως αρχιμανδρίτης και ακολούθως (σ.σ. το 97’) εκτυλίχθηκαν οι γνωστές ιστορίες.

Βλέποντας από απόσταση τα πράγματα, έπειτα από τόσα χρόνια, θα προτιμούσες να ακολουθήσεις εκείνο τον δρόμο, της ιεροσύνης, ίσως ως Μητροπολίτης αφού ο κόσμος σε ήθελε τόσο πολύ, ή τον δρόμο που τελικά ακολούθησες;

Αυτά δεν τα καθορίζουμε εμείς. Τα καθορίζει η χάρις του Θεού.

Διπλωματική η απάντηση σου…

Όχι, δεν είναι διπλωματική. Αυτός καθορίζει και τι θα κάνουμε και τα πάντα.


Κόλαση είναι να τα έχεις όλα, αλλά να μην μπορείς να τα απολαύσεις. Να στερείσαι της αγάπης.


Ποια είναι η σχέση σου με τον Θεό;

Όπως και του κάθε ανθρώπου. Χωρίς Θεό δεν μπορούμε. Ο Θεός είναι η αναπνοή μας, το οξυγόνο μας. Εάν πω, διακόπτω τις σχέσεις μου με τον Θεό, θα πεθάνω από ασφυξία. Δεν θα έχω οξυγόνο.

Τι είναι Θεός;

Είναι αυτό που έχουμε μέσα μας. Το κατ’ εικόνα και το καθ’ ομοίωσιν. Ο κάθε άνθρωπος είναι Θεός κατά χάριν. Και όταν βλέπουμε τον συνάνθρωπό μας, τον πλησίον μας, μέσα του βλέπουμε τον Θεό. Μπορεί να μην τον βλέπουμε στην ολότητά του, αλλά κάτι ψήγματα μπορεί να ανακαλύψουμε.

Και ο παράδεισος τι είναι;

Ο παράδεισος είναι η επικοινωνία που έχουν οι άνθρωποι. Η αγάπη. Η ενεργοποίηση της αγάπης. Και η κόλαση είναι η νέκρωση της αγάπης, να τα έχεις όλα αλλά να μην μπορείς να τα απολαύσεις. Να στερείσαι αυτής της αγάπης.

Άρα, παράδεισος και κόλαση είναι κάτι που το βιώνουμε σε τούτη τη ζωή;

Βεβαίως. Δες το παράδειγμα του πλουσίου και του Λαζάρου στο ευαγγέλιο. Ο πλούσιος ντυνόταν πλουσιοπάροχα, έτρωγε, έπινε, ενώ ο Λάζαρος προσπαθούσε να χορτάσει με τα ψίχουλα. Ο πλούσιος δεν έδινε σημασία στον Λάζαρο, έστω κι αν ήταν στα προπύλαιά του. Σαν να μην υπήρχε εκεί. Και έπειτα βρέθηκαν στον Άδη και υπήρχε μέγα χάσμα, αφού ακριβώς ο πλούσιος στερείτο την χάρη. Και για να γίνω πιο παραστατικός, κάποτε, κατέβηκε κάποιος στον Άδη για να δει τι γίνεται εκεί. Και είδε δύο τραπέζια στρωμένα, με τα ίδια φαγητά, πλουσιοπάροχα και τα δύο. Οι άνθρωποι καθόντουσαν γύρω από το τραπέζι, έπιαναν το φαγητό, αλλά το κουτάλι κατευθυνόταν δίπλα από το στόμα τους. Δεν μπορούσαν να το φέρουν στο στόμα για να φάνε και έμεναν εκεί καχεκτικοί. Στο άλλο τραπέζι όμως, με τον ίδιο τρόπο καθήμενοι οι άνθρωποι, όπως ερχόταν το κουτάλι δίπλα στο στόμα, έγερναν το κεφάλι και με τον τρόπο αυτό τάιζε ουσιαστικά ο ένας τον άλλο. Δηλαδή και μέσα στον Άδη, βρήκαν τον τρόπο να ταΐζουν ο ένας τον άλλο, απλώς ενεργοποιώντας την αγάπη, σε αντίθεση με τους άλλους που δεν ήθελαν να ευεργετηθούν από τον διπλανό τους. Αυτό είναι ο παράδεισος και αυτή η κόλαση, να τα έχεις όλα, αλλά να μην μπορείς να τα απολαύσεις. Να στερείσαι αυτής της αγάπης. Στη ζωή μας έχουμε πολλές ευκαιρίες να την ενεργοποιήσουμε και πολλές φορές δεν χρειάζονται λεφτά. Απλώς μια καλημέρα. Ένα γεια σου. Τίποτε άλλο. Εκεί που στεκόμαστε στη διασταύρωση, μπορεί να είναι δίπλα μας ένας τυφλός, που δεν βλέπει ότι άναψε το φως για να διασταυρώσει. Διασταυρώνουμε εμείς και δεν του λέμε ένα «προχωράμε». Μια κουβέντα να του πούμε και αρκεί για να τον βοηθήσουμε να βαδίσει μαζί μας. Αντιθέτως, τον αφήνουμε εκεί. Με ένα «πάμε» θα προχωρήσει, δεν χρειάζεται να περιμένει να ακούσει θορύβους και βήματα για να προχωρήσει. Πολλές φορές, όμως, δεν το κάνουμε.


Για να πάει ο άνθρωπος από τη γη στον ουρανό, έχει μια πυξίδα, έναν χάρτη. Και το πλοίο που μας ταξιδεύει είναι η εκκλησία. Μέσα σε αυτό το πλοίο υπάρχουν και οι καπετάνιοι και οι ναύτες και οι σχετικοί και οι άσχετοι και οι καλοί και οι κακοί...




Οπότε και η αιωνιότητα δεν είναι χώρος ή τόπος, αλλά τρόπος ύπαρξης.

Μάλιστα. Έστω κι αν στην χάρη του Θεού υπάρχει το άπειρο, βάζουμε τον χρόνο έτσι ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε πιο άνετα, πιο ανθρώπινα. Και αν προσέξουμε, το Ευαγγέλιο παντού μιλά για το σήμερα. Σήμερον η Παρθένος τίκτει τον Δεσπότη, σήμερον οι μάγοι τα δώρα προσφέρουν, σήμερον ο Ιωάννης και Πρόδρομος βαφτίζει τον Δεσπότη. Σήμερον, αυτή την ημέρα που είναι για τον άνθρωπο. Και δεν υπάρχει ο χρόνος όπως τον εννοούμε εμείς σήμερα. Εξάλλου, εμείς εδώ μπορεί να έχουμε μέρα, ενώ σε άλλο ημισφαίριο είναι νύχτα ή απόγευμα. Άρα, όπως προανέφερα, αυτά τα τοποθετούμε εμείς για να μπορούμε να επικοινωνούμε. Καθίσαμε ποτέ να φιλοσοφήσουμε και να εισχωρήσουμε εις βάθος σε αυτό το μεγαλείο του «Πάτερ Ημών», που το λέμε καθημερινά και όχι μόνο μια φορά; Πάτερ Ημών, λέει, ο εν τοις ουρανοίς... Χρησιμοποιεί πληθυντικό. Και μετά, ο ίδιος ο Χρηστός που μας δίδαξε να προσευχόμαστε με το Πάτερ Ημών, έρχεται και μας προσγειώνει στη γειτονιά μας. «Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανό και επί της γης». Το σκεφτήκαμε καμιά φορά αυτό το πράγμα; Και έπειτα πάμε στον 3ο-4ο αιώνα, με την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, όταν γράφτηκε το «Πιστεύω». «Πιστεύω εις έναν Θεό, πατέρα, παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γης…» και μετά συνεχίζει «και αναστάντα και ανελθόντα εις τους ουρανούς…». Πάλι πληθυντικό. Ή το άλλο που ψέλνουμε Χριστούγεννα και Πάσχα και λέει «τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται». Όλα αυτά γράφτηκαν από τους πατέρες, τους υμνολόγους της εκκλησίας, τον 3ο, τον 4ο  και τον 5ο αιώνα, που δεν είχαν ούτε τηλεσκόπια, ούτε κάμερες. Έγραφαν για σύμπαντα και εμείς, σήμερα, ένα σύμπαν δεν τον ξέρουμε. Ο Απόστολος Παύλος μάς λέει «Ηρπάγην έως τρίτου ουρανού», άρα έχουμε και άλλο ουρανό, από κει και πέρα. Και μετά λέμε ότι η επιστήμη ανακάλυψε πλανήτες και το ένα και το άλλο. Τίποτα δεν ανακαλύψαμε. Αν δούμε την γη μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν, είναι όπως η κεφαλή της καρφίτσας. Εδώ μας μιλάνε για σύμπαντα, για ουρανούς… Κι εμείς τι καταφέραμε; Τίποτα δεν καταφέραμε ακόμα, πέραν από την αυτοκαταστροφή μας, διότι ακριβώς δεν σεβόμαστε το περιβάλλον και τον συνάνθρωπό μας.

Συμφωνείς με αυτό που λέμε πως, αν δεν γνωρίσει ο άνθρωπος τον εαυτό του τίποτα δεν έχει καταφέρει;

Βεβαίως. Είναι το αρχαιοελληνικό «γνῶθι σαὐτόν». Να γνωρίσουμε, δηλαδή, τον εαυτό μας, τον Θεό που έχουμε μέσα μας.

Και τι γίνεται μετά θάνατον;

Εδώ, είναι η αφετηρία. Αλλά κάπου αλλού επεκτείνεται. Ο άνθρωπος είναι ένας ταξιδευτής. Έχει μία αφετηρία και ένα τέρμα, το οποίο δεν ξέρει. Προσπαθεί μέσα από τα έργα του, μέσα από την ενεργοποίηση αυτής της αγάπης, να φτάσει σε αυτό το τέρμα, έχοντας ως πυξίδα, ως χάρτη, το ευαγγέλιο. Την αγάπη. Δηλαδή όπως ένας ναυτικός για να πάει από το ένα λιμάνι στο άλλο έχει μια πυξίδα, έναν χάρτη, και ο άνθρωπος το ίδιο είναι. Για να πάει από τη γη στον ουρανό, έχει μια πυξίδα, ένα χάρτη. Και το πλοίο που μας ταξιδεύει είναι η εκκλησία. Μέσα σε αυτό το πλοίο υπάρχουν και οι καπετάνιοι και οι ναύτες και οι σχετικοί και οι άσχετοι και οι καλοί και οι κακοί...


Ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα είναι ελεύθερος. Αλλά για να αφήσει αυτή την ελευθερία να τον γεμίσει, πρέπει να του θέσουμε διάφορα διλήμματα.


Έχεις συναντήσει τον Χριστό;

Αυτά είναι προσωπικά θέματα (χαμογελάει και πάλι).

Μπορεί και να μην υπάρχει;

Όπως σου είπα και προηγουμένως, τον έχουμε μέσα μας. Άρα υπάρχει. Αλλά εξαρτάται από τον άνθρωπο, το πόσο θα τον αισθανθεί. Μέσα μας υπάρχουν πολλά όργανα. Αλλά ποιος τα γνωρίζει; Ελάχιστοι. Εκτός κι αν έχεις κάνεις ανατομία, οπότε θα έχεις την γνώση και την εμπειρία και άρα θα μπορείς να δεις ή να αισθανθείς ορισμένα από αυτά. Το ίδιο είναι και ο Χριστός. Τον έχουμε μέσα μας. Πρέπει όμως να έχουμε την εμπειρία και την γνώση για να μπορέσουμε να τον δούμε και να τον αισθανθούμε.

Όπου γνώση…

Αυτά που μας λέει το ευαγγέλιο. Νηστεία, προσευχή και πάνω απ’ όλα η αγάπη.

Το άθεο το δέχεσαι;

Όχι, γιατί κι αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι άθεος, από τον Θεό εξαρτάται. Απλώς τον αρνείται. Όπως λέμε, ένας δυνατός και ένας αδύνατος. Έχουν το ίδιο σημείο αναφοράς. Την δύναμη. Ο ένας αισθάνεται την δύναμη, ο άλλος όχι. Και λέει πως είναι αδύνατος. Το ίδιο είναι και ο Θεός. Ο ένας τον αισθάνεται και ο άλλος όχι. Έχουν όμως το ίδιο σημείο αναφοράς.

Γιατί κάποιοι πιστοί στηρίζουν την θρησκεία τους με μένος, με ακρότητες πολλές φορές;

Εγώ είμαι εναντίον του οποιουδήποτε φανατισμού. Δεν πρέπει να υπάρχει φανατισμός, ούτε στην θρησκεία, ούτε στην πολιτεία, ούτε στο κόμμα. Θα πρέπει να τα βλέπουμε σφαιρικά τα πράγματα, με ψυχραιμία, με ηρεμία και με διάλογο. Να διαλεχθούμε και με έναν γκουρού και με έναν μουσουλμάνο και με έναν άθεο, και με έναν θρησκευόμενο. Και με ένα μωρό και με έναν μεγάλο. Τον διάλογο, Αυτός θα τον κατευθύνει και Εκείνος θα αφήσει να βγουν τα συμπεράσματα. Και μέσα από την άρνηση καμιά φορά, έρχεται η θέση. Και δεν πρέπει να είμαστε δογματικοί. Και το δόγμα για να το διδάξουμε, θα πρέπει να το κάνουμε με επιχειρήματα.


Αμαρτία δεν είναι μόνο αυτό που κάνουμε. Αμαρτία είναι και αυτά που μας δίνεται η ευκαιρία να τα κάνουμε και δεν τα κάνουμε.


Θα σταθώ σε αυτό που λες αναφορικά με την άρνηση... Είχα διαβάσει πρόσφατα σε μια συνέντευξη, μια όμορφη κουβέντα ενός πνευματικού πατέρα, του Πάτερ Φιλόθεου Φάρου, ο οποίος είχε πει «πίστη δεν είναι να ζητάς συνέχεια πράγματα από τον Θεό, πίστη είναι να ζητάς τον ίδιο τον Θεό». Αυτό και μόνο θα έλεγες πως είναι αρκετό για να βοηθήσει κάποιον να ανακτήσει ξανά την χαμένη ή κλονισμένη πίστη του; Είναι αρκετό για να μετατρέψει την άρνηση σε πίστη;

Πόσες φορές οι γονιοί μας ήταν αρνητικοί και μας έλεγαν «μην το κάνεις αυτό, μην κάνεις το άλλο». Δεν είναι ότι δεν ήθελαν να το κάνεις, απλώς καμιά φορά σε έβαζαν να προβληματιστείς. Σου έθεταν διλήμματα για να μην πηγαίνεις με παρωπίδες, αλλά να ψηλαφάς τα θέματα. Και κυρίως, να εξασκείς την ελευθερία σου. Να μην είσαι ένα άβουλο ον και να πηγαίνεις τυφλά. Ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα είναι ελεύθερος. Αλλά για να αφήσει αυτή την ελευθερία να τον γεμίσει, πρέπει να του θέσουμε διάφορα διλήμματα. Να του πούμε, αυτό είναι ανήφορος και αυτό είναι κατήφορος. Τον Γενάρη κάνει κρύο και τον Αύγουστο ζέστη, οπότε αποφάσισε τι θα φορέσεις. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν θα του το επιβάλουμε λέγοντάς του για παράδειγμα «τον Αύγουστο βάλε κοντομάνικα».

Ποιος είναι αρμόδιος να πει τι είναι αμαρτία;

Μας το λέει το ευαγγέλιο. Είναι ότι ξεφεύγει από αυτό που λέγεται αγάπη. Αμαρτία δεν είναι μόνο αυτό που κάνουμε. Αμαρτία είναι και αυτά που μας δίνεται η ευκαιρία να τα κάνουμε και δεν τα κάνουμε.


Όταν δεν διαβάζεις, όταν απέχεις από το βιβλίο, πως θα γεμίσεις την δεξαμενή σου για να μπορείς κι εσύ μετά να τροφοδοτείς την διψασμένη γη; Αν δεν έχει μέση η δεξαμενή, τι θα δώσεις; Τον βούρκο; Τη λάσπη;


Σε βρίσκει σύμφωνο η συνήθεια κάποιων πνευματικών να γίνονται αδιάκριτοι κατά την εξομολόγηση;

Όταν εξομολογείσαι, ο πνευματικός δεν πρέπει να ρωτά. Διότι καμιά φορά, με τις ερωτήσεις, μπορεί να εξάψουμε και πάθη που ένας άνθρωπος δεν τα έχει σκεφτεί καν, πόσω μάλλον να τα έχει κάνει.

 



Παγκράτιε, βρίσκεις χρόνο και για διάβασμα;

Βεβαίως διαβάζω και όχι μόνο βιβλία, αλλά εφημερίδες επίσης και περιοδικά. Πρέπει να ενημερωνόμαστε για το καθετί για να μπορούμε να μιλάμε και να συζητάμε με τον κάθε ένα. Όταν δεν διαβάζεις, όταν απέχεις από το βιβλίο, πως θα γεμίσεις την δεξαμενή σου για να μπορείς κι εσύ μετά να τροφοδοτείς την διψασμένη γη; Αν δεν έχει μέση η δεξαμενή, τι θα δώσεις; Τον βούρκο; Τη λάσπη; Μπουχτίσαμε από αυτά. Θέλουμε κρυστάλλινα νερά, τα οποία τρέχουν από τους καταρράκτες αλλά εμείς δεν τα απολαμβάνουμε και τα αφήνουνε να πηγαίνουν στη θάλασσα.

Δυστυχώς, υπάρχει βούρκος και λάσπη παντού, ίσως και μέσα στην εκκλησία σε κάποιες περιπτώσεις. Ωστόσο, σίγουρα υπάρχουν και πνευματικοί άνθρωποι από των οποίων τα λόγια μπορούμε να πιαστούμε και να αντλήσουμε έμπνευση. Πως θα τους αναγνωρίσουμε;

Όπως ψάχνουμε να βρούμε τον κατάλληλο γιατρό για την Α ή Β πάθηση, με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να ψάξουμε και για τον κληρικό. Η εκκλησία είναι ένα νοσοκομείο. Δεν είναι όμως όλοι οι γιατροί άριστοι, υπάρχουν και κομπογιαννίτες, με πτυχία-μαϊμού. Το ίδιο συμβαίνει και στην εκκλησία. Θα ψάξουμε μέχρι να βρούμε αυτόν που μας εκφράζει για να μπορούμε να επικοινωνήσουμε σε ένα άλλο επίπεδο. Αυτόν που μπορεί να μας βοηθήσει να πάμε από το ένα σημείο στο άλλο για να βρούμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε, οι οποίες καμιά φορά μπορεί να βρίσκονται σε κάτι υποσημειώσεις με ψιλά γράμματα ή σε χαρτιά τσαλακωμένα, ζαρωμένα και ξασπρισμένα από την πάροδο του χρόνου...

Ή και καμιά φορά κάτω από μια κληματαριά, συμπληρώνω εγώ και κλείνω το μαγνητόφωνο…

 

* Η συνέντευξη δημοσιεύεται ταυτόχρονα και στην Κυριακάτικη Σημερινή.

 

Συνέντευξη / φωτογραφίες: Μιχάλης Μιχαηλίδης - www.cityfreepress.com.cy


Σχετικα

Η CITY συνάντησε τη «μικρή Κάλια» από τους «Τάκκους», 15 χρόνια μετά

Η πολύπλευρη όψη της Βασίλειας Αναξαγόρου

«Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι δεν καταλαβαίνω κυπριακά»

«Στην ύπαιθρο αλλάζει η ψυχολογία»

Η Ελένη βάλθηκε να κάνει και πάλι trend το τριφουρένιο

Γιατί Mikeius δεν κάνεις πλέον Μπραφ;