Δυο Ψυχές. Δυο Πρόσωπα.

Γράφει ο Σωτήρης Χριστοφή

 


Τις γνώρισα έναν Δεκέμβρη λίγα χρόνια πριν. Δυο ψυχές· η Μαρία και η Κέιτ. Τραγουδούσαν καραόκε με τόνους αταίριαστους στη φωνή τους, μα τραγουδούσανε με ύφος, πάθος και νταλκά. Τις είδα εκεί στην άκρη του μπαρ, με πρόσωπα στραμμένα η μια στην άλλη, μάτια ολόγιομα, χαμόγελα και απότομες καταιγίδες χαχανητών. Έρωτας. Τον καταλάβαινα, έσκιζε το σκοτάδι, εξέπεμπε ελπίδα σ’ εμάς, τους μοναχικούς. Τρία χρόνια μαζί, αγκαζέ, κόντρα στα αδιάκριτα βλέμματα και τους εμπαιγμούς. «Το ξέρουν οι δικοί μου. Η μάνα μου αγαπά πολύ τη Μαρία», μου είπε η Κέιτ. Η Μαρία έπαιζε με την μπύρα της, τα μάτια της παιχνίδιζαν… «Εγώ, δεν ήμουν τόσο τυχερή», αποκρίθηκε σπασμένα.


Δυο ψυχές, που το κυπριακό κράτος δεν επιτρέπει να συζευχτούν νομικά, να σχηματίσουν οικογένεια, να ρυθμίσουν πρακτικά ζητήματα· 


Δεν ρώτησα τι εννοούσε –θα ήμουν αδιάκριτος. Έμαθα, όμως, καιρό μετά, σε μια εξομολογητική βραδιά στο διαμέρισμά τους: Ο πατέρας ήταν, βλέπετε, «αυστηρών ηθών»· την αναθεμάτισε και την «απέλυσε» από κόρη του - δεν πληρούσε τα κριτήρια! Η μητέρα της στεκόταν αμέτοχη, σιωπηλή - τής το είχε παράπονο. Μάζεψε, λοιπόν, τα ψυχικά της θραύσματα και προχώρησε. Τώρα, πλέον, ευτυχής, συνοδοιπόρος με τον άνθρωπό της, τη γυναίκα της, προχωρούσε, μαχόμενη για το αύριο. «Δύσκολο το αύριο», παραδέχτηκε. Η Κέιτ στριμωχνόταν τέλεια στην αγκαλιά της, φυσικά· σα να φτιάχτηκε για να στριμώχνεται σε τούτη και μόνο την αγκαλιά. Ήθελαν να παντρευτούν, να αποκτήσουν ένα παιδί· να του παίζουν, να το αγκαλιάζουν, να το νανουρίζουν, να το γεμίζουν αγάπες και ταξίδια.

Πρόσφατα συνάντησα τη Μαρία και την Κέιτ σ’ ένα καφενείο της πόλης να πίνουν ουζάκια. Τους έκανα συντροφιά. Μου είπαν πως παντρεύτηκαν. Σύναψαν γάμο σε μια ευρωπαϊκή χώρα, αλλά εδώ ακόμη αποτελούν δυο άγνωστα πρόσωπα. Δυο ψυχές, που το κυπριακό κράτος δεν επιτρέπει να συζευχτούν νομικά, να σχηματίσουν οικογένεια, να ρυθμίσουν πρακτικά ζητήματα· την υγεία, τα περιουσιακά, τα φορολογικά, τα ασφαλιστικά, τα κληρονομικά τους. «Το Σύμφωνο Συμβίωσης πάει καλά», τούς είπα. «Μακάρι σύντομα να περάσει στη Βουλή και να ψηφιστεί». Ήξερα, όμως, ότι  τα πράγματα δεν είναι εύκολα· το Σύμφωνο Συμβίωσης  βρίσκεται στο προσκήνιο αρκετό καιρό, μα το παρατηρώ να πετάγεται σαν κουρελαρία, από τη Νομική Υπηρεσία στη Βουλή, και τούμπαλιν.

Παρ’ όλα αυτά, με αληθινή χαρά και χωρίς περιττές μεμψιμοιρίες, ενημερώθηκα από ένα ενθουσιώδες τηλεφώνημα κάποιου φίλου νομικού πως το Νομοσχέδιο πέρασε το «εμπόδιο» του Υπουργικού Συμβουλίου και θα τεθεί, επιτέλους, ενώπιον των Αντιπροσώπων του λαού για ψήφιση. Κι εκεί θα παιχτεί το παιχνίδι· θα σταθούν, άραγε, οι εκλεγμένοι βουλευτές στο ύψος των περιστάσεων; Είναι αρκετά προοδευτικοί και ανοιχτόμυαλοι, ώστε να αντικρύσουν την φλέγουσα ανάγκη, χωρίς περιστροφές και αθύρματα;

Η περίπτωση  της Ελλάδας, στην οποία το Σύμφωνο Συμβίωσης ψηφίστηκε μόνο για τα ετερόφυλα ζευγάρια, απόφαση που επέφερε και πρόστιμο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εύχομαι να αποτελέσει παράδειγμα προς αποφυγή.


Θα σταθούν, άραγε, οι εκλεγμένοι βουλευτές στο ύψος των περιστάσεων; Είναι αρκετά προοδευτικοί και ανοιχτόμυαλοι;


Εξάλλου, η πολιτεία οφείλει να δώσει στην κάθε Κέιτ και στην κάθε Μαρία το δικαίωμα  να νιώθουν ασφάλεια, να ονειρεύονται, να προβάλλουν μακροπρόθεσμους στόχους, να βιώνουν τη μητρότητα, να μοιράζονται, να στέκονται η μια πλάι στην άλλη, όπως τότε, όταν τις πρωτογνώρισα. Δυο πανέμορφοι άνθρωποι, δυο φλογισμένες ψυχές. Τις σκέφτομαι ακόμη σ’ εκείνο το μπαρ, εκείνο τον Δεκέμβρη, να κοιτάζονται, να χαμογελούν περιμένοντας αγκαλιασμένες την πρώτη χαραυγή της άνοιξης. Έρχεται;


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ