«Μάρε Μόντε»

Στο μικρό, λιγνό, ξανθό κορίτσι 7 ετών, άρεσε πολύ η αίσθηση της ελευθερίας που της έδινε ο μεγάλος ανεξερεύνητος χώρος: οι ευρύχωρες τραπεζαρίες, ο κήπος, η χρυσή παραλία κάτω χαμηλά, οι ταράτσες με τις καμπίνες και τις περίεργες στρογγυλές ντουζιέρες.

 


Όλα δικά της σαν σκηνικό για να στήσει τις ιστορίες της και τις φανταστικές θεατρικές παραστάσεις με ήρωες που έπλαθε στο μυαλό της, για να περιδιαβάσει ανενόχλητη μιλώντας φωνακτά τα όνειρά της, χωρίς να τη γυρεύουν οι γονείς της. Το «Μάρε Μόντε» ήταν το δικό της βασίλειο, αν και δεν ήξερε καν τι σήμαιναν οι δυο αυτές λέξεις. Χρυσά καλοκαίρια και ηλιόλουστοι χειμώνες, χαρισάμενη εποχή της παιδικής ηλικίας. Αίσθηση αδιατάρακτης ασφάλειας και ευτυχίας που νόμιζε ότι θα κρατήσουν για πάντα, όπως πιστεύουν τα παιδιά.

«Καλλιστώ, έλα!», αντήχησε η φωνή στην μικρή πολύβουη παραλία. Κανένας δεν γύρισε μέσα στον βόμβο και κανένας δεν παραξενεύτηκε από το κάλεσμα γιατί δεν κατάλαβε τις λέξεις.

Ξαφνικά στο νου της φωτίστηκε η ειρωνεία της αποκάλυψης. Σε αυτό το «περιγιάλι το κρυφό», κατακλυσμένο από οικογένειες που απολάμβαναν αμέριμνα το αθάνατο κυπριακό καλοκαίρι, αυτή και η κόρη της, ένα μικρό, λιγνό, ξανθό κορίτσι 7 ετών, ήταν οι μόνες που μιλούσαν ελληνικά. Ανατρίχιασε στιγμιαία και αμέσως μετά τη συγκλόνισε μια δεύτερη αποκάλυψη. Παρόλο που οι δύο τους ήταν οι μόνες «παράταιρες» μέσα σε εκείνο το πολύχρωμο πλήθος, ένιωθε μια παράδοξη αλλά ατράνταχτη αίσθηση οικειότητας με το χώρο, τη βεβαιότητα ότι εκείνος τους ανήκε και εκείνες του ανήκαν με τρόπο ακατάλυτο, ότι ήταν εκείνες που βρίσκονταν στο σπίτι τους με ασφάλεια, την ίδια ασφάλεια της παιδικής της ηλικίας. Κατά τύχη έφτασαν εκείνο το πρωινό στην παραλία αυτή, αλλά αμέσως είδε και αναγνώρισε τις στρογγυλές ντουζιέρες στις ταράτσες και κατάλαβε πού βρίσκονταν.

Κοίταξε ξανά την κόρη της που έπαιζε στο νερό και είδε τον εαυτό της ακριβώς στην ίδια θέση. Πήρε μια βαθιά ανάσα: τριανταπέντε χρόνια χώριζαν εκείνες τις δυο στιγμές. Τριανταπέντε χρόνια και μια αιωνιότητα. Αυτό το «θεατρικό έργο» της ζωής δεν θα μπορούσε να το είχε σκεφτεί και προβλέψει τότε. Ξαναπήρε μια ανάσα και σκέφτηκε. Την πατρίδα αυτή πρέπει να την ξαναενώσουμε ότι και αν γίνει, να ενώσουμε ξανά τον χώρο, τον χρόνο, την Ιστορία της και τις ζωές των ανθρώπων. Δεν θέλω να «χαρίσω» την μισή μου πατρίδα και όλη την παιδική μου ηλικία σε κανέναν, έστω και αν πρέπει να δεχτώ περιορισμούς και υποχωρήσεις. Δεν θα τα χαρίσω όλα επειδή μου έμαθαν να τα θέλω «όλα ή τίποτε». Η παράνοια έχει κρατήσει πολύ. Χρειαζόμαστε λύση και επανένωση γιατί η χώρα έχει δικαίωμα στο μέλλον και οι άνθρωποι στην ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία.

«Καλλιστώ, έλα!», φώναξε και πάλι….

 

Αναδημοσιεύουμε αυτούσιο το γεμάτο συναισθήματα και αναμνήσεις κείμενο της (βιολόγου στο επάγγελμα) Νιόβης Σανταμά, το οποίο δημοσιεύθηκε αρχικά στη σελίδα Ομάδα Κύπρος, όπου, σύμφωνα με την διακήρυξή τους, πρόκειται για μια ομάδα παραγωγής ιδεών για στήριξη των προσπαθειών επανένωσης της Κύπρου -η κυρία Σανταμά είναι ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της ομάδας.


Πηγή: Ομάδα Κύπρος

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ