Ο Αντρέας ταξίδεψε στην πιο ξεχασμένη και επικίνδυνη γωνιά του πλανήτη [50 μεγάλες εικόνες]

«Αυτοί οι άνθρωποι εκεί, στο τέλος της γης, παρά τις δυσκολίες και τις κακουχίες που βιώνουν ζουν ευτυχισμένοι. Είδα μικρά παιδιά να χαμογελάνε και να παίζουν, χωρίς έγνοιες, με τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους. Είδα ανθρώπους φιλόξενους, που χαίρονται επειδή τους επισκέφθηκες. Ίσως να είναι η άγνοια, ίσως και πάλι να είναι απλώς άνθρωποι».

 


Κάποιος, θα τον χαρακτήριζε τρελό, ίσως και ριψοκίνδυνο. Μπορεί να είναι, αλλά χωρίς τρέλα και ρίσκο, η ζωή μας θα ήταν άοσμη και επίπεδη. Έχει να κάνει με το πώς βλέπεις τη ζωή, πώς αξιολογείς τη σημαντικότητα της πορείας που θέλεις να ακολουθήσεις.

Γεννημένος στη Λευκωσία, ο Ανδρέας Γεωργιάδης, στα 30 του χρόνια βρέθηκε να δουλεύει στο Ντουπάι ως Πολιτικός Μηχανικός. Πριν από περίπου 1 χρόνο, ένας φίλος του τον ενημερώνει για μια περίεργη ιδέα που σκέφτηκε, «είχε δει ένα ντοκιμαντέρ στο National Geographic για την ‘Τελευταία μεγάλη περιπέτεια στο Wakhan Corridor’ που βρίσκεται στο Αφγανιστάν και ήθελε να ακολουθήσουμε μαζί αυτή τη διαδρομή».


Ένιωσα οργή. Οργή που υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται ξεχασμένοι, απ’ όλους.


Ο διάδρομος, όπως μεταφράζεται στα ελληνικά το Wakhan, είναι ένα μακρόστενο οροπέδιο στα ανατολικά του Αφγανιστάν, το οποίο περικλείεται από το Τατζικιστάν, τα βουνά του Πάμιρ στα βορειά, από την Κίνα στα ανατολικά και από το Πακιστάν και την οροσειρά του Hindu Kush, νότια. Λόγω της γεωγραφικής του θέσης, η είσοδος μπορεί να γίνει μόνο από τα δυτικά έπειτα όμως από μια ανάβαση περίπου 1000 μέτρων, για να φτάσεις στην ουσία στα 4500 μέτρα, όπου και ξεκινά. Ενδεικτικό της απομόνωσης του σημείου εκεί, όπως αναφέρει ο Αντρέας, αποτελεί το γεγονός ότι τόσο οι Αμερικάνοι όσο και οι Ρώσοι παλαιότερα, δεν ενδιαφέρθηκαν να επεκταθούν στην περιοχή εκεί, όπως, ούτε και οι Ταλιμπάν. Μάλιστα, υπήρχε η φήμη ότι εκεί κρυβόταν για μεγάλο διάστημα κατά τη διάρκεια του πολέμου και ο Οσάμα Μπιν Λάντεν. 

 



«Στα μέσα της διαδρομής του Wakhan, θα συναντήσεις κυρίως δύο φυλές, των Kyrgyz και των Wakhis, οι οποίοι ζουν απομονωμένοι και η επιβίωση τους βασίζεται αποκλειστικά στα προϊόντα που παράγουν τα ζώα που εκτρέφουν, αφού ένεκα των κλιματικών συνθηκών δεν μπορούν να καλλιεργήσουν τη γη τους. Πολλοί είναι τελείως απληροφόρητοι για τον συνεχιζόμενο πόλεμο στη χώρα τους, ενώ ποτέ δεν έχουν έρθει σε επαφή με ηλεκτρικές συσκευές. Οι πλείστοι είναι τελείως αναλφάβητοι, και μόνο το καλοκαίρι μπορεί να έρθει κάποιος δάσκαλος από το κεντρικό Αφγανιστάν για να τους διδάξει, αν φυσικά των πείσουν ότι αξίζει τον κόπο αυτή η ταλαιπωρία. Παράλληλα, υπάρχει παντελής έλλειψη ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, γεγονός που ωθεί τους ντόπιους σε χρήση οπιούχων, με αποτέλεσμα οι πλειοψηφία αυτών να έχουν πλέον εθιστεί». 

 


Μια εβδομάδα πριν αναχωρήσουμε, μάθαμε ότι οι Ταλιμπάν έκαναν επιθέσεις και είχαν κλείσει τα σύνορα για τους ξένους. Αν συνεχιζόταν, θα έπρεπε να ακυρώναμε το ταξίδι. 


Δεν είναι καθόλου εύκολο να προσεγγίσεις το σημείο, αναφέρει, «για να αποφασίσουμε τη διαδρομή συμβουλευτήκαμε ανθρώπους που είχαν ξαναβρεθεί εκεί. Εξίσου σημαντικός ήταν και ο μήνας αναχώρησης. Αν φεύγαμε αργά, οι ποταμοί θα γίνονταν απροσπέλαστοι λόγω των πάγων που θα έλιωναν και αν πηγαίναμε πολύ νωρίς μέσα στο χρόνο, θα βρισκόμασταν εν μέσω κακοκαιρίας». Μετά από πολλές διαδικασίες και διαδοχικά εμπόδια, εκτός από τις βίζες χρειάζεται και πρόσκληση από ντόπιο για να σε δεχτούν νόμιμα στο Αφγανιστάν, ο Αντρέας μαζί με ακόμη δύο συνοδοιπόρους ξεκίνησαν για το άγνωστο και ριψοκίνδυνο αυτό ταξίδι.

 



 

«Μια εβδομάδα πριν αναχωρήσουμε, μάθαμε ότι οι Ταλιμπάν έκαναν επιθέσεις και είχαν κλείσει τα σύνορα για τους ξένους. Αν συνεχιζόταν, θα έπρεπε να ακυρώναμε το ταξίδι. Ευτυχώς όμως, ο στρατός ανακατάλαβε την περιοχή και μπορούσαμε πλέον να μεταβούμε κανονικά».


Όση άγνοια κινδύνου και να έχεις, τέτοιες στιγμές περνάνε τόσα πολλά από το μυαλό σου. Βρισκόμασταν σε εμπόλεμη ζώνη σε μουσουλμανική χώρα, μια λάθος κίνηση μπορούσε να αποβεί μοιραία


Αυτή τη στιγμή, μόνο δύο εταιρείες αναλαμβάνουν να οργανώσουν το συγκεκριμένο ταξίδι σε όλο τον κόσμο, το κόστος όμως ανέρχεται σε πολλές χιλιάδες δολάρια και είναι αποτρεπτικό. Ο Αντρέας με την παρέα του, αποφάσισαν να πάρουν ακόμη ένα ρίσκο και να αναλάβουν μόνοι τους να βρουν οδηγούς και μεταφορικά στο κάθε σημείο που θα κατέβαιναν. «Δεν ήταν καθόλου εύκολο, αφού βασική προϋπόθεση για κάτι τέτοιο ήταν οι οδηγοί να μιλούν αγγλικά».

 



Το ταξίδι ξεκίνησε στις 6 Ιουνίου. «Φτάνοντας στην Dushanbe, πήραμε το αυτοκίνητο για τα σύνορα. Η διαδρομή κράτησε δύο μέρες. Εκεί έπρεπε να περάσουμε από στρατιωτικό έλεγχο, με τους στρατιώτες να μας κατάσχουν, ως αντάλλαγμα για να μας αφήσουν να περάσουμε, όλα τα τσιγάρα που είχαμε μαζί μας. Όση ώρα προχωρούσαμε προς το δεύτερο φυλάκιο, κανείς δε μιλούσε. Όση άγνοια κινδύνου και να έχεις, τέτοιες στιγμές περνάνε τόσα πολλά από το μυαλό σου. Είναι ένα κράμα άγχους, αγωνίας, ανασφάλειας και φυσικά περιέργειας για το τι θα συναντήσεις. Βρισκόμασταν σε εμπόλεμη ζώνη σε μουσουλμανική χώρα, μια λάθος κίνηση μπορούσε να αποβεί μοιραία».


Σχεδόν όλοι είχαμε πονοκεφάλους, ναυτίες και ρίγος. Εκείνη την ημέρα χρειαστήκαμε περίπου 12 ώρες, για να διανύσουμε 20 χιλιόμετρα.


Ο Αντρέας, θυμάται τον ενθουσιασμό των στρατιωτών στο δεύτερο φυλάκιο και σκάει ένα χαμόγελο. «Εκεί δεν νιώσαμε περίεργα, ούτε άσχημα. Αντίθετα ήταν πολύ φιλικοί και ενθουσιώδεις που ήρθαν τουρίστες μετά από τόσο καιρό. Μάλιστα, όταν μας μετέφεραν στο χωριό, ο δάσκαλος προσφέρθηκε να γίνει οδηγός μας, ζητώντας βέβαια και την ανάλογη αμοιβή».

 



«Χρειάστηκαν περίπου τρεις μέρες οδικώς μέχρι να φτάσουμε στο σημείο όπου θα ξεκινούσαμε την ανάβαση για τον διάδρομο του Wakhan στα 4,500 μέτρα. Υπήρχε έντονος ενθουσιασμός, ο οποίος όμως εγκατέλειψε γρήγορα. Η έλλειψη οξυγόνου λόγω της διαφοράς του υψομέτρου, άρχισε να μας καταβάλλει. Ακόμη και στις μικρές ευθείες μάς ήταν δύσκολο να κάνουμε μεγάλα βήματα, ή να καλύψουμε μεγάλες αποστάσεις χωρίς να κάνουμε στάσεις για ξεκούραση και ανάσες. Σχεδόν όλοι είχαμε πονοκεφάλους, ναυτίες και ρίγος. Εκείνη την ημέρα χρειαστήκαμε περίπου 12 ώρες, για να διανύσουμε 20 χιλιόμετρα».

Έπειτα από 4 ημέρες, η ομάδα έφτασε στη λίμνη Chaqmaqtin -το σημείο επιστροφής- αλλά και ο οικισμός των Kyrguz. «Οι κάτοικοι φιλικοί και πολύ φιλόξενοι, ίσως βέβαια πάλι να βοήθησαν τα τσιγάρα και τα παυσίπονα που τους δώσαμε, αλλά και πάλι η εγκαρδιότητά τους, ήταν αξιοσημείωτη. Το βράδυ το περάσαμε στις σκηνές τους, yurts, όπως τα αποκαλούν όπου μας μαγείρεψαν να φάμε δικά τους πιάτα».

 


Είδα μικρά παιδιά να χαμογελάνε και να παίζουν, χωρίς έγνοιες, με τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους. Είδα ανθρώπους φιλόξενους, που χαίρονται επειδή απλώς τους επισκέφθηκες.


«Τι ένιωσα εκεί; Στην αρχή, το θέαμα μού είχε δημιουργήσει θλίψη. Οι συνθήκες ζωής ήταν ιδιαίτερα σκληρές. Ένιωσα οργή. Οργή που υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται ξεχασμένοι, απ’ όλους. Είχα λάθος. Αυτοί οι άνθρωποι εκεί, στο τέλος της γης, παρά τις δυσκολίες και τις κακουχίες που βιώνουν ζουν ευτυχισμένοι. Είδα μικρά παιδιά να χαμογελάνε και να παίζουν, χωρίς έγνοιες, με τα αυτοσχέδια παιχνίδια τους. Είδα ανθρώπους φιλόξενους, που χαίρονται επειδή απλώς τους επισκέφθηκες. Ίσως να είναι η άγνοια, ίσως και πάλι να είναι απλώς άνθρωποι.

Το ταξίδι μας στην περιοχή κράτησε περίπου 9 ημέρες, και συνολικά καλύψαμε 180 χλμ και είχαμε χάσει 5 κιλά ο καθένας, κερδίσαμε όμως ανεκτίμητες εμπειρίες ζωής». 

 



Λίγο μετά τα σύνορα του Αφγανιστάν

 



Η κοιλάδα του Sarhad


 



Mε τον Safi τον οδηγό μας


 

 



Το Pamir highway. Αριστερά του ποταμού το Τατζικιστάν, δεξιά το Αφγανιστάν




 



Panj River

 



River Crossings

 

 





Λίμνη Chaqmaqtin




 

 





Φιλοξενούμενοι του Κυβερνήτη του Wakhan 

 



Λίγο πριν το Sarhad


 



Kyrgyz people







ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ