Ο «άγνωστος» ήρωας που δημιούργησε τη σημαία της Κύπρου

«Σήμερα θα ήθελα να σας παρουσιάσω ακόμη έναν από τους Κύπριους ήρωες μου. Το όνομά του είναι Ismet Guney. Κάποιοι από εσάς μπορεί να τον ξέρετε ως τον άνθρωπο που σχεδίασε την όμορφη κυπριακή σημαία. Εντούτοις και παρά το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε αυτός ο άνθρωπος στην ιστορία της Κύπρου, δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα πράγματα γραμμένα γι’ αυτό, ειδικά σε ελληνικές ή αγγλικές εκδόσεις».

 


Ο Κωνσταντίνος Εμμανουήλ, δημιουργός της σελίδας «Tales of Cyprus», η οποία δημοσιεύει ιστορίες και πλούσιο υλικό από τη ζωή στην Κύπρο τις προηγούμενες δεκαετίες, εδώ και λίγο καιρό ξεκίνησε μια σειρά δημοσιεύσεων με βιογραφικές ιστορίες δικών του «άγνωστων» ηρώων, οι οποίοι με το έργο και τη δράση τους σημάδεψαν την κυπριακή ιστορία.  Αυτή τη φορά σειρά είχε ο Τουρκοκύπριος καλλιτέχνης Ismet Guney, δημιουργός της κυπριακής σημαίας, του θυρεού της χώρας και της πρώτης κυπριακής λίρας το 1960. 

«Αποφάσισα, με το δικό μου μικρό τρόπο, να παρουσιάσω και να προωθήσω την ιστορία της ζωής του Ismet Guney μέσα από το «Tales of Cyprus», αφού οι πληροφορίες που υπάρχουν δημοσιευμένες αυτή τη στιγμή είναι ελάχιστες. Παράλληλα, ζωγράφισα το πορτραίτο αυτού του μεγάλου Τουρκοκύπριου καλλιτέχνη, ελπίζοντας μια μέρα να το ενσωματώσω στη σειρά με τις αφίσες των ‘άγνωστων’ ή αφανών ηρώων της Κύπρου», αναφέρει ο κ. Εμμανουήλ στην εισαγωγική του σημείωση.  

 



 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Ismet Vehit Guney γεννήθηκε στη Λεμεσό στις 15 Ιουλίου 1923. Ο πατέρας του Vehit Yusuf ήταν λειτουργός στον Δήμο Λεμεσού και η μητέρα του Yegane ήταν οικοκυρά. Ο Ismet ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά. Η πρώτη εμπειρία του Guney με τη ζωγραφική έγινε στο δημοτικό. Θυμάται πως ο δάσκαλος του τοποθετούσε ένα βάζο με λουλούδια πάνω σε ένα τραπέζι και ζητούσε από τους μαθητές να το σχεδιάσουν. Οι γονείς του δεν χαίρονταν ιδιαίτερα με το ενδιαφέρον του γιου τους για την τέχνη και προσπαθούσαν να περιορίσουν τον ενθουσιασμό του.

Ως νεαρό αγόρι, ο Guney θυμάται έναν Τούρκο άντρα να έρχεται από την Αίγυπτο για να ανοίξει ένα κατάστημα επιγραφών στη γειτονιά του στη Λεμεσό. Ο Guney πήγαινε συχνά και παρακολουθούσε τον δημιουργό των επιγραφών, ο οποίος στον ελεύθερο του χρόνο ζωγράφιζε τοπία χρησιμοποιώντας λαδομπογιά. «Δεν υπήρχε κανένας άλλος γύρω μου ο οποίος να ζωγράφιζε έτσι», θυμάται ο Guney. «Η τέχνη εκείνη την εποχή στην Κύπρο ήταν λίγο πολύ ανύπαρκτη». Χάρη στην επιρροή του σχολείου και ανθρώπων όπως ο Τούρκος δημιουργός επιγραφών, ο Guney ξεκίνησε να πειραματίζεται με τις μπογιές και σε κάποιο βαθμό η πρώτη του δουλειά απεικόνιζε μια ενισχυμένη δημιουργική αίσθηση χρώματος και σύνθεσης.

 



Το 1935 ο Guney ξεκίνησε να φοιτά στο γυμνάσιο στη Λευκωσία. Αγόρασε ένα τετράδιο και ξεκίνησε για πρώτη φορά να χρησιμοποιεί μολύβι από κάρβουνο περνώντας τον χρόνο του μεταξύ των μαθημάτων και ζωγραφίζοντας εικόνες αστέρων του κινηματογράφου και διάσημων ανθρώπων, όπως τον Mustafa Kemal Ataturk. Με την ενθάρρυνση του δασκάλου του Kadi Burhan ξεκίνησε να πειραματίζεται με νερομπογιές και λαδομπογιές.

Το 1940, μετά το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ismet Guney εντάχθηκε στο Κυπριακό Σώμα Εθελοντών για τον Βρετανικό Στρατό (CVR). Προφανώς, ήταν ο δάσκαλος της αγγλικής γλώσσας στο γυμνάσιο Faik Muftuzade ο οποίος τον ενθάρρυνε να ενταχθεί στο CVR. Με λίγες δουλειές διαθέσιμες στην Κύπρο για απόφοιτους γυμνασίου, ο δεκαεπτάχρονος Guney εντάχθηκε στον στρατό και έγινε λοχίας σχεδόν αμέσως (λόγω της εκπαίδευσής του), όπου κέρδιζε έναν καλό μισθό. Ο Guney υπηρέτησε στην Παλαιστίνη και παράλληλα παρακολούθησε στη Στρατιωτική Ακαδημία στη Χάιφα, ενώ μέσα σε όλα αυτά κατάφερε να σπουδάσει τέχνη στην Ακαδημία.  Όταν τελείωσε ο πόλεμος το 1945, ο Guney απολύθηκε από τον στρατό και επέστρεψε στη Λεμεσό όπου συνέχισε να ζωγραφίζει και να σχεδιάζει. Ήταν τότε μόλις 22 χρονών.

Ο Guney παντρεύτηκε την Tomris το 1951. Ήταν δασκάλα σε δημοτικό σχολείο και έπαιζε βιολί και ήταν από τη Λευκωσία. Έναν χρόνο αργότερα, το 1952, γεννήθηκε η κόρη τους Nilgun. Δώδεκα χρόνια μετά γεννήθηκε η δεύτερη τους κόρη Fatma.

 



 

Η δημιουργία της κυπριακής σημαίας

Το 1960 ο Guney είδε μια διαφήμιση στην τοπική εφημερίδα, που καλούσε καλλιτέχνες να υποβάλουν τα σχέδιά τους για μια νέα σημαία για τη νεοσύστατη τότε Κυπριακή Δημοκρατία. Οι κανονισμοί του διαγωνισμού έλεγαν ότι στη σημαία ΔΕΝ πρέπει να περιλαμβάνεται το κόκκινο ή το μπλε χρώμα (τα χρώματα των σημαιών της Τουρκίας και της Ελλάδα), ούτε να απεικονίζεται σταυρός ή ημισέληνος. Ο Guney αποφάσισε να λάβει μέρος στον διαγωνισμό.

Από τις πεντακόσιες συμμετοχές, το σχέδιο της σημαίας του Guney επιλέχθηκε ως το νικητήριο από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακάριο ΙΙΙ και τον αντιπρόεδρο Fazil Kuchuk. Προφανώς, ο Μακάριος είχε ζητήσει από τον Guney να ερμηνεύσει το σχέδιό του, βάσει του χάρτη της Κύπρου και τους δύο κλάδους ελιάς. Ο Guney εξήγησε ότι το χρώμα του χάρτη απεικονίζει τον χαλκό που υπήρχε στο νησί και έδινε το όνομά του στην Κύπρο. Οι δύο κλάδοι ελιάς αντιπροσωπεύουν την τουρκοκυπριακή και την ελληνοκυπριακή κοινότητα, οι οποίες ζουν μαζί ειρηνικά. Το άσπρο φόντο της σημαίας επίσης αντιπροσωπεύει την κάθαρση όλων των προβλημάτων με τη δημιουργία της Δημοκρατίας. Ο Guney έλαβε πενήντα λίρες και μια συγχαρητήρια επιστολή από τον Μακάριο, η οποία έλεγε ότι κέρδιζε τον διαγωνισμό σχεδιασμού της σημαίας. Χάρη στον Guney, η Κύπρος έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που απεικονίζει χάρτη στη σημαία της.

Ο Μακάριος ανέθεσε στον Guney να σχεδιάσει επίσης το σήμα του Θυρεού για τη νέα Δημοκρατία, όπως επίσης και ένα σετ αναμνηστικών γραμματοσήμων και ένα νέο χαρτονόμισμα λίρας δουλειές για τις οποίες δεν πληρώθηκε ποτέ. Σύμφωνα με κάποια μέλη του τουρκοκυπριακού Τύπου, ο Μακάριος είχε υποσχεθεί στον Guney το ποσό των 20 λιρών ετησίως για το υπόλοιπο της ζωής του επειδή σχεδίασε την κυπριακή σημαία, κάτι όμως που και πάλι δεν συνέβη.

 



 

Η αναγνώριση

Το 1946 ο Guney έγινε ο πρώτος Τουρκοκύπριος καλλιτέχνης στην Κύπρο ο οποίος είχε ατομική έκθεση τέχνης. Η έκθεση έγινε στο Βρετανικό Προξενείο στη Λεμεσό. Έναν χρόνο αργότερα, έκανε άλλη μια έκθεση στο Βρετανικό Ινστιτούτο στη Λευκωσία όπου εργαζόταν ως μαθητευόμενος δάσκαλος τέχνης.

Την ίδια χρονιά ο Guney φοίτησε στο Κολλέγιο Εκπαίδευσης Δασκάλων στη Μόρφου. Αυτό ήταν το μόνο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Κύπρο που δεχόταν φοιτητές και από τις δύο κοινότητες. Η διδασκαλία γινόταν κυρίως στα αγγλικά. Όταν ο Guney αποφοίτησε δύο χρόνια αργότερα, ξεκίνησε να διδάσκει τέχνη (και ιστορία της τέχνης) στο τουρκικό λύκειο αγοριών στη Λευκωσία. Ο διευθυντής του σχολείο επέτρεψε στον Guney να μετατρέψει ένα μεγάλο δωμάτιο στο σχολείο σε στούντιο τέχνης όπου μπορούσε να διδάσκει σχέδιο και ζωγραφική. Ο Guney δίδασκε στο σχολείο αυτό για 29 χρόνια από το 1948 μέχρι το 1977.

Μετά την επιτυχία της πρώτης του έκθεσης, ζητήθηκε από τον Guney να παραδώσει μαθήματα σε αριθμό ιδιωτών ανερχόμενων καλλιτεχνών. Ο Guney κάποτε δήλωσε ότι τα έργα του άρεσαν κυρίως σε Ελληνοκύπριες γυναίκες και τα αγόραζαν.

Ο Guney είχε μια δεύτερη ατομική έκθεση το 1949 στην αίθουσα εκθέσεων του Γυμνασίου Victoria (στη Λευκωσία). Πολλοί άνθρωποι ένιωσαν ότι η τέχνη του Guney ήταν μια θετική συμβολή στην πολιτιστική ζωή της τουρκοκυπριακής κοινωνίας, ιδιαίτερα στις μαθήτριες, παρ' όλο που πολλά κορίτσια συχνά γύριζαν το κεφάλι τους με αμηχανία μπροστά από έναν γυμνό πίνακα ζωγραφικής.

 



Το 1956, ο Guney επισκέφτηκε την Τουρκία όπου συνάντησε το διάσημο καλλιτέχνη Ibrahim Challi. Μπορούμε να πούμε ότι ο Challi είχε βαθιά επίδραση πάνω στον Κύπριο καλλιτέχνη. Πολλοί ειδικοί θεωρούν τον Challi ως έναν πραγματικό δάσκαλο της τουρκικής τέχνης του εικοστού αιώνα και πολλοί σημαντικοί ζωγράφοι εκπαιδεύτηκαν στο εργαστήριό του. Όποτε ζωγράφιζε ο Guney μαζί με τον Challi, προσπαθούσε να μην υιοθετεί τις τεχνικές του δασκάλου του, αλλά να αναπτύξει το δικό του δημιουργικό στυλ. Παρ' όλο που ο Guney συχνά θεωρείται ως ιμπρεσιονιστής, ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ως ζωγράφο του ρομαντισμού, εμπνευσμένο από καλλιτέχνες όπως τους Corot, Delacroix, Constable και Turner.

Ο Ibrahim Challi σίγουρα πήρε τον Guney υπό την προστασία του. Τον εξέθεσε στον πλούσιο πολιτισμό της τέχνης και της ζωγραφικής ο οποίος υπήρχε εκείνη την εποχή στην Τουρκία. Ο Guney έγινε μέλος του Συνδέσμου Τούρκων Ζωγράφων και Καλλιτεχνών. Συμμετείχε στην 57η επετειακή έκθεση Αγαλμάτων και Πινάκων Ζωγραφικής, όπου προσκλήθηκε να εκθέσει ένα από τα δικά του έργα τέχνης. Ο Ismet Guney πέθανε από καρκίνο στις 23 Ιουνίου 2009. Ήταν 85 χρονών.

 



 

Σημείωση του Κωνσταντίνου Εμμανουήλ:

Θα ήθελα να εκφράσω τις ιδιαίτερες ευχαριστίες μου και την ευγνωμοσύνη μου στη Nilgun Guney για τη βοήθεια και τη στήριξή της στη συγγραφή αυτού του σύντομου αφιερώματος στον πατέρα της. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι άλλο για τον Ismet Guney ή ήταν ένας από τους μαθητές τους, παρακαλώ να προσθέσει τα σχόλιά του σε αυτήν τη δημοσίευση. Μπορείτε επίσης να αποστείλετε email στο: conemmanuelle@talesofcyprus.com.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ