Νέα μελέτη για την ομοφυλοφιλία ανατρέπει θεωρίες για το μοναδικό γκέι γονίδιο

Είναι μία από τις μεγαλύτερες -αν όχι η μεγαλύτερη- μελέτη του είδους της.

Η νέα αυτή μελέτη, υποστηρίζει πως βρήκε νέα στοιχεία ότι τα γονίδια συμβάλλουν στη σεξουαλική συμπεριφορά για την ομοφυλοφιλία, αλλά απορρίπτει τη θεωρία και τα ευρήματα για το μοναδικό «γκέι γονίδιο», που κάποιοι λένε πως είναι ο παράγοντας-κλειδί για την ομοφυλοφιλία.

Η γενετική έρευνα σε DNA από σχεδόν 500 χιλιάδες Αμερικανούς και Βρετανούς ενήλικες προσδιόρισε πέντε γενετικές παραλλαγές που δεν είχαν προηγουμένως συνδεθεί με την ομοφυλοφιλία. Οι παραλλαγές αυτές ήταν πιο συχνές σε άτομα που ανέφεραν ότι είχαν σεξουαλικό σύντροφο ίδιου φύλου.

Η ομάδα των ατόμων περιλαμβάνει μερικούς εκ των οποίων οι ερωτικοί σύντροφοι ήταν αποκλειστικά του ίδιου φύλου και μερικούς που ανέφεραν ως επί το πλείστον ετεροφυλόφιλη συμπεριφορά.

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι χιλιάδες περισσότερες γενετικές παραλλαγές εμπλέκονται και αλληλεπιδρούν με παράγοντες που δεν κληρονομούνται, αλλά καμία από αυτές δεν προκαλεί τη συμπεριφορά ούτε μπορεί να προβλέψει αν κάποιος θα είναι ομοφυλόφιλος.

Ο Δρ. Brendan Zietsch, συν-συγγραφέας της έρευνας από το Πανεπιστήμιο Queensland στην Αυστραλία, δήλωσε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι παράγοντες σχετίζονται με την ανατροφή ή τον πολιτισμό. «Για παράδειγμα, πιστεύεται ότι οι μη γενετικοί παράγοντες πριν από τη γέννηση, όπως το ορμονικό περιβάλλον στη μήτρα, παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο», είπε στον Guardian.

«Η έρευνα παρέχει τη σαφέστερη έως τώρα ματιά στα γενετικά στοιχεία της σεξουαλικής συμπεριφοράς του ίδιου φύλου» δήλωσε ο Benjamin Neale, ψυχιατρικός γενετιστής στο Broad Institute στο Cambridge της Μασαχουσέτης. «Επίσης διαπιστώσαμε ότι είναι πραγματικά αδύνατο να προβλέψουμε τη σεξουαλική συμπεριφορά ενός ατόμου από το γονιδίωμα του.

Η γενετική είναι λιγότερο από το ήμισυ αυτής της ιστορίας για τη σεξουαλική συμπεριφορά, αλλά εξακολουθεί να είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει», δήλωσε ο Neale.

Η μελέτη δόθηκε στη δημοσιότητα την Πέμπτη από το περιοδικό Science και εδώ και λίγες ώρες μεταδίδεται διεθνώς από τον Τύπο. Ωστόσο έχει ήδη διχάσει και προκαλεί διαφορετικές αντιδράσεις ακόμη και από επιστήμονες. Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας και άλλους οργανισμούς.

Η εφημερίδα Νew York Times γράφει πως ακόμη και πριν από τη δημοσίευσή της την Πέμπτη, η μελέτη έχει προκαλέσει συζήτηση και ανησυχία, μεταξύ άλλων και στο γνωστό ίδρυμα Broad Institute.

Αρκετοί επιστήμονες που είναι μέλη της LGBTQ κοινότητας εκεί δήλωσαν ότι ανησυχούν ότι τα ευρήματα θα μπορούσαν να δώσουν πάτημα στους ανθρώπους που επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν την επιστήμη για να ενισχύσουν τις προκαταλήψεις και τις διακρίσεις κατά των ομοφυλόφιλων.

Κάποιοι ήταν μάλιστα και κατά της δημοσίευσής της, φοβούμενοι λάθος ερμηνεία για ένα τόσο περίπλοκο ζήτημα για την επιστήμη, αλλά και την κοινωνία. Μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες γονίδια που επηρεάζουν τη σεξουαλική συμπεριφορά του ιδίου φύλου, και το καθένα παίζει μικρό ρόλο, πιστεύουν οι επιστήμονες.

Η νέα μελέτη διαπίστωσε ότι όλα τα γενετικά αποτελέσματα πιθανώς αντιπροσωπεύουν περίπου το 32% του αν κάποιος θα κάνει ομοφυλοφιλικό σεξ. Ωστόσο οι επικριτές της μελέτης θεωρούν πως ακόμη και η μεθοδολογία της είναι αδύναμη.

Χρησιμοποιώντας μια τεχνική μεγάλων δεδομένων που ονομάζεται συσχέτιση με το γονιδίωμα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι κοινές γενετικές παραλλαγές –οι διαφορές στις αλληλουχίες του DNA– αντιπροσωπεύουν μεταξύ 8% και 25% της σεξουαλικής συμπεριφοράς του ιδίου φύλου.

Το υπόλοιπο, έως το 32%, μπορεί να περιλαμβάνει γενετικά αποτελέσματα που δεν μπορούν να μετρήσουν, είπαν. Οι ερευνητές προσδιόρισαν συγκεκριμένα πέντε γενετικές παραλλαγές που υπάρχουν στα πλήρη γονιδιώματα των ανθρώπων που φαίνεται να εμπλέκονται. Αυτές οι πέντε περιλαμβάνουν λιγότερο από 1% των γενετικών επιρροών, είπαν.

Και όταν οι επιστήμονες προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν γενετικούς δείκτες για να προβλέψουν πώς οι άνθρωποι σε άσχετα σύνολα δεδομένων περιέγραψαν τη σεξουαλική συμπεριφορά τους, αποδείχτηκε ότι υπήρχαν πολύ λίγες γενετικές πληροφορίες για να επιτρέψουν μια τέτοια πρόβλεψη.

Ο Neale τόνισε ότι η κλίμακα της επιρροής των μη γενετικών παραγόντων, η πολυπλοκότητα της σεξουαλικής συμπεριφοράς και οι δυσκολίες στην ακριβή μέτρηση του μεγέθους των επιπτώσεων οποιασδήποτε παραλλαγής, σημαίνουν ότι δεν είναι δυνατή η χρήση γενετικών πληροφοριών για να προβλεφθεί αν ένα άτομο θα έχει συντρόφους του ιδίου φύλου.

Η μελέτη παρέχει διάφορες ιδέες, συμπεριλαμβανομένης της αλληλοεπικάλυψης μεταξύ της γενετικής προδιάθεσης και της σεξουαλικής συμπεριφοράς ομοφυλοφίλων αλλά και χαρακτηριστικών όπως το πόσο ανοιχτός είναι κάποιος σε εμπειρίες, καθώς και η προδιάθεση για προβλήματα ψυχικής υγείας. Το ζήτημα της ψυχικής υγείας που αναφέρεται στην έκθεση, είναι ένας από τους παράγοντες τον οποίο θίγουν όσοι αντιδρούν με την έκθεση.

Οι συγγραφείς αναφέρουν επίσης ότι τα ευρήματά τους θέτουν υπό αμφισβήτηση την ιδέα ότι η σεξουαλικότητα υπάρχει σε μια ενιαία κλίμακα. Επίσης η μελέτη έχει περιορισμούς, μεταξύ άλλων, ότι βασίζεται κυρίως σε άτομα με ευρωπαϊκή καταγωγή, ενώ το ηλικιακό εύρος των συμμετεχόντων δεν αντικατοπτρίζει πλήρως αυτό του ευρύτερου πληθυσμού. Στηρίχθηκε επίσης σε συμπεριφορά που αναφέρθηκε από τους ίδιους τους συμμετέχοντες.

Η ιδέα ότι η γενετική μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στην έλξη μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου προωθήθηκε το 1993 όταν ο Dean Hamer, επιστήμονας στο Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ, και η ομάδα του βρήκαν δεσμούς μεταξύ των δεικτών DNA στο χρωμόσωμα Χ και στον σεξουαλικό προσανατολισμό των ανδρών. Τα ευρήματα προκάλεσαν σημαντική διαμάχη, με τα μέσα να μεταφράζουν την ανακάλυψη σε «ομοφυλοφιλικό γονίδιο».

Μεταγενέστερες έρευνες έχουν προκαλέσει διαφορετικά μεταξύ τους αποτελέσματα, παρόλο που πρόσφατες μελέτες υποστήριξαν τη θεωρία ότι η γενετική διαδραματίζει ρόλο στον σεξουαλικό προσανατολισμό.

Με πληροφορίες από New York Times/ Guardian/ Associated Press/ Lifo

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ