Την ίδια ώρα που η Λεμεσός βιώνει την ανάπτυξη, ένα 30% του πληθυσμού στην Κύπρο βιώνει τον κίνδυνο της φτώχιας

Όχι άλλο investment γιατί χανόμαστε.

Την προηγούμενη εβδομάδα, βίντεο του γνωστού επιχειρηματία Γιάννη Μισιριλή, καλούσε πιθανούς επενδυτές να φέρουν τα χρήματα τους στην Κύπρο και πιο συγκεκριμένα στη Λεμεσό, αφού η ανάπτυξη που βιώνει η πόλη και η ευρύτερη οικονομία του τόπου βρίσκεται σε αλματώδη ανάπτυξη και άνθιση.

Υπερπολυτελή κτήρια, ουρανοξύστες, σπάνια έργα τέχνης, design έπιπλα και πανάκριβα αυτοκίνητα συνέθεταν το σκηνικό της τοπικής ανάπτυξης στη Λεμεσό, αγνοώντας βέβαια το γεγονός ότι η Λεμεσός παράλληλα με το πιο πάνω, φιλοξενεί και ένα μεγάλο αριθμό αστέγων που ενίοτε μπορεί να κοιμούνται στον απέναντι δρόμο αυτών των επενδύσεων.

Έρευνα του Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης με στοιχεία του 2018, που έγινε για την Κύπρο, κατέδειξε πως το 23,9% ή 205.900 άτομα του πληθυσμού της Κύπρου βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχιας ή κοινωνικού αποκλεισμού.


Σύμφωνα με δελτίο Τύπου της Στατιστικής Υπηρεσίας Κύπρου, 23,9% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχιας ή ζούσε σε νοικοκυριά με σοβαρή υλική στέρηση ή ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό δείκτη έντασης εργασίας.

Ο δείκτης παρουσιάζει βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά που ήταν στο 25,2%, συνεχίζοντας την πτωτική πορεία των τελευταίων χρονών, μετά που είχε φτάσει το 2015 στο 28,9%, στο ψηλότερο ποσοστό που έφτασε ποτέ ο δείκτης αυτός. Η βελτίωση αντικατοπτρίζεται τόσο στα ποσοστά των αντρών όσο και των γυναικών, 23,1% και 24,7% αντίστοιχα, διατηρώντας όμως διαχρονικά τις γυναίκες σε δυσμενέστερη θέση έναντι των αντρών.


Δείκτης Κινδύνου Φτώχιας (AROPΕ)

Το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν σε Κίνδυνο Φτώχιας, δηλαδή το διαθέσιμο εισόδημα του βρισκόταν κάτω από το Χρηματικό Όριο Κινδύνου Φτώχιας, παρουσίασε μικρή μείωση, φτάνοντας στο 15,4% σε σχέση με 15,7% που ήταν το 2017.

Το ψηλότερο ποσοστό που έφτασε ποτέ ο δείκτης αυτός ήταν το 2015 με 16,2%. Το Χρηματικό Όριο Κινδύνου Φτώχιας αυξήθηκε το 2018 στα €9.202 για νοικοκυριά ενός ατόμου σε σχέση με €8.698 το 2017 και στα €19.323 για νοικοκυριά με δυο ενήλικες και 2 εξαρτώμενα παιδιά σε σχέση με €18.266 το 2017.


Δείκτης Σοβαρής Υλικής Στέρησης (SMD)

Το ποσοστό του πληθυσμού με Σοβαρή Υλική Στέρηση, δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που λόγω οικονομικών δυσκολιών, δεν μπορούσε για παράδειγμα να αποπληρώσει τους λογαριασμούς του ρεύματος/νερού ή τα δάνεια του, ή δεν μπορούσε να έχει το χειμώνα ικανοποιητική θέρμανση, ή να αντιμετωπίσει μια έκτακτη αλλά αναγκαία δαπάνη (περισσότερες πληροφορίες στους ορισμούς στις μεθοδολογικές πληροφορίες), μειώθηκε το 2018 στο 10,2% σε σχέση με 11,5% % που είχε φτάσει το 2017.


Δείκτης Πολύ Χαμηλής Έντασης Εργασίας (LWI)

Το ποσοστό του πληθυσμού στις ηλικίες 0-59 ετών, το οποίο ζούσε σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλό Δείκτη Έντασης Εργασίας, δηλαδή οι ενήλικες στο νοικοκυριό εργάστηκαν κατά την περασμένη χρονιά λιγότερο από 20% της συνολικής τους δυνατότητας, παρουσιάζει επίσης μείωση το 2018, φτάνοντας στο 8,6% σε σχέση με 9,4% που είχε φτάσει το 2017.

Οικονομική Ανισότητα

Το μέσο ετήσιο καθαρό διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού για το 2018, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2017, ήταν €30.807, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά που ήταν €30.376.

Η οικονομική ανισότητα εκφράζεται, κυρίως, με το δείκτη κατανομής εισοδήματος σε πεμπτημόρια (S80/S20) και το δείκτη άνισης κατανομής εισοδήματος, συντελεστή Gini. Το 2018, οι δύο συντελεστές οικονομικής ανισότητας, με περίοδο αναφοράς το 2017, παρουσιάζουν μείωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, υποδηλώνοντας βελτίωση στην κατανομή του εισοδήματος των νοικοκυριών. Συγκεκριμένα, ο δείκτης S80/S20, ο οποίος εξετάζει το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού προς το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, παρουσιάζει βελτίωση φτάνοντας το 2018 στο 4,3. Δηλαδή, το μερίδιο του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 4,3 φορές ψηλότερο από το εισόδημα του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, σε σχέση με 4,6 που ήταν το 2017. Επίσης ο συντελεστής Gini μειώθηκε στο 29,1%, σε σχέση με το 30,8% που είχε φθάσει το 2017.

Κάλυψη και συλλογή στοιχείων

Η έρευνα η οποία διενεργήθηκε το 2018, με οικονομικό έτος αναφοράς το 2017, κάλυψε δείγμα 4.192 νοικοκυριών σε όλες τις επαρχίες της Κύπρου, αγροτικές και αστικές περιοχές.

Η έρευνα διεξάγεται πάνω σε ετήσια βάση με εναλλασσόμενο δείγμα νοικοκυριών από το 2005 και αποτελείται από δύο μέρη (συνιστώσες), τη συγχρονική (cross-sectional) και τη διαχρονική (longitudinal) συνιστώσα. Η συγχρονική συνιστώσα της έρευνας αναφέρεται σε μια δεδομένη χρονική στιγμή ή περίοδο, ενώ η διαχρονική αναφέρεται στις αλλαγές, που παρουσιάζονται σε ατομικό επίπεδο σε χρονικό διάστημα τριών ή τεσσάρων χρόνων.

Η συλλογή των στοιχείων έγινε με προσωπικές και τηλεφωνικές συνεντεύξεις στα νοικοκυριά με τη χρήση ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων.

Πηγη: ΚΥΠΕ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ