«Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας»

Σαν σήμερα πεθαίνει ο θεατρικός σκηνοθέτης Κάρολος Κουν.

«Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας»

Σαν σήμερα πεθαίνει ο θεατρικός σκηνοθέτης Κάρολος Κουν.

Ο Κάρολος Κουν έζησε μια ζωή μέσα στο θέατρο, συνυφαίνοντας τη ζωή του με τον εν λόγω χώρο. Άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της 14ης Φεβρουαρίου 1987, λίγο πριν από την πρεμιέρα του έργου «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, το οποίο σκηνοθετούσε ο ίδιος στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης.

Ο Κουν γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1908 στην Προύσα της Μικράς Ασίας, παιδί αστικής οικογένειας. Όταν ήταν έξι μηνών, οι γονείς του μετακόμισαν στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία ο Κουν παρέμεινε μέχρι τα 20 του χρόνια. Φοίτησε αρχικά εσώκλειστος στη Ροβέρτειο Σχολή της Πόλης και όταν απεφοίτησε το 1928, μετέβη στο Παρίσι για συνέχιση των σπουδών του. Εκεί, σπούδασε Αισθητική στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης και έναν χρόνο αργότερα, το 1929, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής αγγλικών στο Αμερικανικό Κολέγιο. Με τους μαθητές του έκανε τα πρώτα του θεατρικά βήματα, σκηνοθετώντας σημαντικά έργα όπως τα αριστοφανικά «Όρνιθες», «Βάτραχοι» και «Πλούτος», καθώς και το «Όνειρο θερινής νυκτός» του Σαίξπηρ.

Ο Κάρολος Κουν μιλά για τους νέους ηθοποιούς και τη θεατρική εκπαίδευση

Η Λαϊκή Σκηνή

Το 1934 ίδρυσε μαζί με τους Γιάννη Τσαρούχη και Διονύσιο Δεβάρη τη Λαϊκή Σκηνή. Ο ίδιος σε συνέντευξή του είχε αναφέρει: «Την άνοιξη του 1932, δύο χρόνια δηλαδή πριν ξεκινήσουμε με τον Νιόνιο τον Δεβάρη να στήσουμε τη Λαϊκή Σκηνή, έτυχε να δω την εναρκτήρια παράσταση του νεοσύστατου τότε Εθνικού Θεάτρου, με τον "Αγαμέμνονα" του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία του Φώτου Πολίτη. Παρ' όλο που η παράσταση μού άφησε πολλά ερωτηματικά, με προβλημάτισε ωστόσο πολύ κι ήταν η πρώτη φορά που ξαγρύπνησα πολλές νύχτες, για να σκέφτομαι αν έπρεπε να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά στο θέατρο από το να μοιράζω τον εαυτό μου ανάμεσα στους θεατρικούς ερασιτεχνισμούς και στη θέση του καθηγητού στο Κολέγιο». Υπό αυτές τις συνθήκες ιδρύθηκε η Λαϊκή Σκηνή, ένας ημι-επαγγελματικός θίασος, η εναρκτήρια παράσταση του οποίου έγινε με την “Ερωφίλη” του Χορτάτση. Ο εκ των ιδρυτών της Λαϊκής Σκηνής, Γιάννης Τσαρούχης, χρόνια αργότερα ανέφερε χαρακτηριστικά: «Στην πρεμιέρα, ένας Γερμανός είπε πως αυτό που κάνει ο Κουν, θα γίνει αντιληπτό μετά από πενήντα έτη. Και σχεδόν μετά από πενήντα έτη γίνηκε γνωστό». To 1936, για οικονομικούς κυρίως λόγους, η Λαϊκή Σκηνή διαλύθηκε και έπειτα ο Κουν συνεργάστηκε με σπουδαίους θιάσους της εποχής, όπως αυτοί της Κυρίας Κατερίνας και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Στο μεταξύ είχε εγκαταλείψει οριστικά τη θέση του καθηγητή, για να αφοσιωθεί στο θέατρο.

Koun-spiti-exarcheia-mtx-768x576.jpg
Εδώ γεννήθηκε το «ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ». Ζωοδόχου Πηγής 9. Έτος κατασκευής: 1926


Το Θέατρο Τέχνης – Η δημιουργία ενός νέου κόσμου

Εν μέσω της Γερμανικής Κατοχής, το 1942, ο Κάρολος Κουν ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης. Το όνειρό του να δημιουργήσει τη δική του μόνιμη, αφοσιωμένη ομάδα και να φτιάξει ηθοποιούς που να βλέπουν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι ως επαγγελματική ενασχόληση, άρχισε μέσα στα σκοτεινά εκείνα χρόνια να λαμβάνει σάρκα και οστά. «Πεινούσαμε αγρίως, ήμασταν σε κατάσταση τρομακτική. Υπήρχε, όμως, πίστη που σήμερα δεν τη βρίσκεις εύκολα», θα πει αργότερα ο ίδιος. Έτσι, σε ένα δωματιάκι στην οδό Ζωοδόχου Πηγής 9, ξεκίνησαν οι πρόβες για την «Αγριόπαπια» του Ίψεν, στην οποία ο Κουν συμμετείχε ως σκηνοθέτης, αλλά και ηθοποιός. Το υπόλοιπο καστ στελέχωναν μαθητές της Σχολής του Κουν, οι Βασίλης Διαμαντόπουλος, Λυκούργος Καλλέργης, Παντελής Ζερβός και Καιτούλα Λαμπροπούλου. Η ίδρυση του Θεάτρου Τέχνης έγινε με πολύ φτωχά μέσα, αλλά με τη θερμή στήριξη λίγων εκλεκτών φίλων και με φανατική προσήλωση στον ιερό σκοπό, κατά τα λεγόμενα του Δημήτρη Σπάθη. Στο Θέατρο Τέχνης, υπό την καθοδήγηση του Κουν, ανέβηκαν έργα πρωτοποριακά για την εποχή, έργα που το αντίπαλο δέος, το Εθνικό Θέατρο, δεν τολμούσε να παρουσιάσει. Ίψεν, Τζορτ Μπέρναρντ Σω, Πιραντέλλο, Λόρκα, Τένεσι Ουίλιαμς, Μίλλερ ήταν μερικοί από τους σπουδαίους θεατρικούς συγγραφείς, τα έργα των οποίων «παρήλασαν» από το Θέατρο Τέχνης.

Οικονομικές κυρίως δυσχέρειες ανάγκασαν το Θέατρο να διακόψει τη λειτουργία του το 1949, για να ανοίξει πάλι το 1954. Την περίοδο εκείνη ο Κουν συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, ανεβάζοντας πέντε έργα: «Ερρίκος Δ’», «Άνθρωποι και ποντίκια», «Οι τρεις αδερφές», «Όνειρο καλοκαιρινής νυκτός» και «Ο θείος Βάνιας».

Κατακραυγή και αποθέωση

Ιδιαίτερη ήταν η σχέση του Καρόλου Κουν με το αρχαίο δράμα. «Συγχρόνως, αρχίσαμε την προεργασία για μια επιστροφή στο αρχαίο δράμα. Αλλά αυτήν τη φορά το αρχαίο δράμα ή το κλασικό θέατρο ιδωμένα με περισσότερη υπογράμμιση της ζωντάνιας τους της σημερινής», θα πει ο ίδιος. Για τον Κουν το αρχαίο δράμα αποτελούσε πεδίο διαρκούς αναζήτησης. Το 1959 παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη και η παράσταση αυτή έμελλε να στιγματίσει το παγκόσμιο θέατρο. Η εμφάνιση του ιερέα με καλυμμαύχι σε μια σκηνή θυσίας πυροδότησε την αγανάκτηση μερίδας του κόσμου, αλλά και ο χορός των πουλιών. Εν τέλει εν μέσω διαμαρτυριών και γιουχαϊσμάτων του κοινού, η παράσταση, που θεωρήθηκε ότι προσβάλλει το θρησκευτικό αίσθημα του λαού, διεκόπη, ενώ δραστική ήταν και η επέμβαση της τότε κυβερνήσεως για ακύρωση της δεύτερης προγραμματισμένης παράστασης. Τρία χρόνια αργότερα, στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι, οι «Όρνιθες» πήραν το πρώτο βραβείο, λαμβάνοντας διθυραμβικές κριτικές. Ο «αιρετικός» Κουν κέρδισε την εκτίμηση και το θαυμασμό της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να δεχθεί δεκάδες προτάσεις, για να σκηνοθετήσει στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου. Η μόνη φορά που δέχθηκε να κάνει κάτι τέτοιο ήταν το 1967, όταν μετά από πρόσκληση του Βασιλικού Σαιξπηρικού Θεάτρου της Αγγλίας σκηνοθέτησε τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» με τον αγγλικό Τύπο να χαρακτηρίζει την παράσταση ως την καλύτερη σαιξπηρική της τελευταίας δεκαετίας.

Ο Μάνος Χατζιδάκι μιλά για τον Κάρολο Κουν

«Ανέπαφος από τη σκόνη του χρόνου»

Το 1954 το Θέατρο Τέχνης απέκτησε τη δική του μόνιμη στέγη στο κυκλικό Υπόγειο της Στοάς Ορφέως. Υπό την εμπνευσμένη καθοδήγηση του δασκάλου Κουν, το Υπόγειο έγινε «φυτώριο» ταλέντων, αναδεικνύοντας σπουδαίους ηθοποιούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, μουσικούς και σκηνογράφους. Το ελληνικό κοινό, χάρη στον Κουν, ήρθε σε επαφή με ξένα θεατρικά ρεύματα, ενώ ο ίδιος ανέδειξε και νέους Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Καμπανέλλης και η Αναγνωστάκη.

Αναμφισβήτητα, η συμβολή του όχι μόνο στα ελληνικά θεατρικά δρώμενα, αλλά και στα διεθνή, υπήρξε καθοριστική. Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφερόμενος στον Κουν, είπε χαρακτηριστικά: «Οι άνθρωποι μίλησαν πολύ με τα πιστόλια, και αυτό, οι άξιοι δραματικοί συγγραφείς του καιρού μας το υπονοήσανε, ακόμη και όταν έβαλαν στα χείλη των ηρωίδων τους λόγια λατρείας και τρυφερότητας. Ο Κάρολος Κουν έθεσε την ευαισθησία του στην υπηρεσία της δεύτερης αυτής ζωής των έργων, που κλείνεται δυνάμει μέσα στην πρώτη. Και αυτή ζήτησε να ζωντανέψει μέσα στο στενό κύκλο της σκηνής του, που – πρέπει να το ομολογήσουμε – λειτούργησε σαν πελώριος συγκεντρωτικός φακός στα χέρια του. Σήμερα, όπως και πριν από 25 χρόνια, νέοι, με γυαλιστερό μαλλί και συλλογισμένα πρόσωπα τον ακολουθούνε. Ανάμεσά τους, ο ίδιος. Αυτός που τους εμπνέει, προχωρεί ανέπαφος από τη σκόνη του χρόνου, στο πρώτο σκαλοπάτι των αναζητήσεων και των προβληματισμών, με την αίγλη της νεότητας και του πάθους».

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ