Μια Κυριακή, έναν Ιούλιο.

Βγαίνοντας από τη θάλασσα φαινόταν καταρρακωμένος, «τα μάθκια του εγέμωσαν».


Κατ’ ακρίβειαν δε σταμάτησαν να είναι βουρκωμένα και ποτέ, από την ώρα που φτάσαμε στο πατρικό του στο Βαρώσι μέχρι και τη στιγμή που γυρίσαμε σπίτι, Λευκωσία. Όμως μετά από εκείνη τη βουτιά, την πρώτη μετά από 30 και βάλε χρόνια, πλημμύρισαν. Δε του είπα κάτι ούτε τον ρώτησα αν είναι καλά. Προφανώς και δεν ήταν, ώστε τον άφησα απορροφημένο στη στιγμή του.

Δε ξέρω τι τον έκανε να λυγίσει πιο πολύ. Οι θύμησες μιας μακρινής αλλά «λες και ήταν χθες γιε μου» παιδικής ηλικίας και η αναβίωση της μέσα στο μυαλό του; Τα κομμάτια και τα ερείπια της «τελλιασμένα» πίσω από το συρματόπλεγμα; Μάλλον όλα αυτά και άλλα τόσα, σε μια Κυριακή που οι «επισκέψεις» του παρελθόντος ήταν απανωτές και οι σημερινές πραγματικότητες στοιβάζονταν γρήγορα κι αδυσώπητα η μια πάνω στην άλλη. Μέχρι εκείνη την στιγμή, αυτές οι πραγματικότητες ήταν καλά φυλαγμένες στην φούσκα τους. Ξεθωριασμένες από τον χρόνο μνήμες για εκείνον, διηγήσεις ενός παραμυθιού με τραγικό τέλος για εμάς… Σάρκα και οστά δεν πήραν, μέχρι κι εκείνην την Κυριακή, που το πήρε απόφαση να επισκεφτούμε το Βαρώσι και να γνωρίσει στα παιδιά του την Αμμόχωστο, όπως αυτός την θυμόταν και όχι ό,τι έμεινε από αυτήν.

Καθ’ οδόν ξεκίνησε τις ιστορίες, σε μια προσπάθεια ίσως να φέρει στο προσκήνιο το «τότε» για να μπορέσει να αντιμετωπίσει το «σήμερα». Ψυχολογία δεν είναι όλα στο τέλος-τέλος; Κι από ιστορίες, γεμάτος ήταν ο σάκος του. Γιος του παπά του φτύμμα- γλύμμα, είχε πολλές στα συρτάρια και μια ολάκερη παιδική ηλικία χωμένη αλλά ολοζώντανη στο μνημονικό του. Όλα τα θυμόταν ο μπαγάσας. Από τα σκασιαρχεία του λυκείου μέχρι τους πρώτους εφηβικούς έρωτες, πού ήταν, τι έκανε, πότε το έκανε και πώς… «Σκηνές» από τη βιοπάλη και τον αγώνα των γονιών του να μεγαλώσουν 11 παιδιά... 11! Πάντα έχανα το μέτρημα όταν προσπαθούσα να βγάλω άκρη στο πόσοι τελικά είναι οι συγγενείς από την μεριά του μπαμπά.

Κι ο παππούς κι η γιαγιά κάπως έτσι ήταν. Δεν την ξέχασαν ποτέ την Βασιλεύουσα και έκαναν ό,τι πέρναγε από το χέρι τους, μεταφέροντας τα δικά τους βιώματα στα εγγόνια τους, πέρκιμον κολλήσει κάτι πάνω μάς, πέρκι γίνουν δικές μας ιστορίες. Γι’ αυτό και κάθε επίσκεψη σήμαινε και μια άλλη αφήγηση, κάθε οικογενειακή σύναξη στην αυλή έφερνε στο φως και μια νέα πληροφορία. Κάτι θα ήξεραν, κάτι θα υποψιάστηκαν. Μάλλον κατάλαβαν πως η δική τους προσευχή για λύση και δικαίωση δε θα εισακουγόταν ποτέ στα χρόνια που τους έμεναν. Πόσα πήγαινε-έλα σε τραπέζια συνομιλιών και πόσες προσπάθειες επαναπροσέγγισης να δει κανείς στην μικρή οθόνη; Πόσα μικροσυμφέροντα, πόσους πολιτικούς (και από τις 2 πλευρές) κατώτερους των περιστάσεων, πόσα «όχι» και πόσες δικαιολογίες για όλα τα «ναυάγια» ν’ ακούσει ένας άνθρωπος;

Έβλεπαν πως το πράγμα δε κύλαγε και ήθελαν ο διακαής τους πόθος για επιστροφή να γίνει δικό μας αίσθημα ευθύνης για λύση. Δε ξέρω αν θα τους βγάλουμε ασπροπρόσωπους. Είναι και δεν είναι στο χέρι μας αλλά το ότι «καταφέραμε» να κάνουμε το «Κυπριακό» συνώνυμο του ατελείωτου, του «όσο και να το συζητήσεις λύση δε θα βρεις»… είναι κι αυτό μια ένδειξη πως καπετάνιοι, πληρώματα και πλοία αρμενίζουν προς λάθος λιμάνια.

Μέχρι κι εκείνη την Κυριακή, Αμμόχωστος για εμένα ήταν αυτό. Ιστορίες και φωτογραφίες των παππούδων μου, ένα μαθητικό τετράδιο με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας ατέλειωτης παραλίας στο εξώφυλλο, που στοίχειωσε τα πρώτα μαθητικά μου χρόνια, και αναφορές σε μια πόλη-φάντασμα των πολλών χαμένων ευκαιριών.

Εκείνο το απόγευμα όμως αυτό άλλαξε. Μάλλον καλύτερα, συνοψίστηκε στα «γεμάτα μάθκια» του πατέρα μου. Αν για εμένα, το να ζωντανεύει μπροστά μου, σε όλο της το μεγαλείο, μια στοιχειωμένη φωτογραφία ήταν συγκλονιστικό τότε ειλικρινά δε ξέρω πως ένιωσε αυτός. Δε θα ψάξω να βρω την κατάλληλη λέξη, μου φτάνει η εικόνα του, τη στιγμή που έβγαινε από τη θάλασσα. Λες και επιτέλους συναντήθηκε στα νερά της με τα θεριά του και βγήκε από αυτήν, εξαντλημένος. Ένας άνθρωπος που στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, ήταν άτρωτος, χρυσή καρδιά αλλά ανίκητος. Αυτή ήταν η αντίληψη μου για τον μπαμπά μου. Τελικά χρειάστηκε μια θάλασσα και μια βουτιά για να τον λυγίσουν. Για να καθρεφτίσουν τα μάτια του, το απέναντι κύμα.

Αυτό ναι, δε θα το ξεχάσω ποτέ.

AFP PHOTO/YIANNIS KOURTOGLOU

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ