Η γυναίκα ήταν πάντα η (παρείσακτη) πέτρα του σκανδάλου

Μέχρι που η πέτρα σε βρήκε στο κεφάλι.

Η γυναίκα ήταν πάντα η (παρείσακτη) πέτρα του σκανδάλου

Μέχρι που η πέτρα σε βρήκε στο κεφάλι.

Ο Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, μία εκ των σημαντικότερων λογοτεχνικών μορφών του 20ού αιώνα, έγραψε ένα διήγημα, το οποίο έχει τον τίτλο «Η παρείσακτη». Σύμφωνα με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, η λέξη σημαίνει «αυτός που μπήκε αντικανονικά ή κρυφά (κάπου), χωρίς να το δικαιούται». Εν τοιαύτη περιπτώσει η λέξη στον ομώνυμο τίτλο του διηγήματος είναι σε γένος θηλυκό, άρα αναφέρεται σε κάποια γυναίκα που εισήλθε λαθραία κάπου (ή ανάμεσα σε κάποιους).

Εν ολίγοις αυτό είναι το ζουμί του διηγήματος. Θα γίνω πιο συγκεκριμένη, παρ’ όλα αυτά. Σε μια λαϊκή συνοικία του Μπουένος Άιρες ζούσαν δύο αδέλφια, οι Νίλσεν. Η ιστορία τοποθετείται στον 19ο αιώνα (πολύ παλιά δηλαδή). Οι Νίλσεν ήταν οι άντρες του χωριού με ό,τι αυτό συνεπάγεται. «Κάποτε, ώμο με ώμο, χτυπήθηκαν με την αστυνομία (…) Είχαν οδηγήσει κοπάδια κι είχαν κάνει ζευγολάτες, αλογοκλέφτες και, κάπου κάπου, χαρτοκλέφτες». Πέραν των άλλων όλων, ήταν και γυναικάδες, αλλά οι ερωτικές τους περιπέτειες περιορίζονταν σε σκοτεινά σοκάκια ή σε οίκους ανοχής.

Μέχρι που ο Κριστιάν (ο ένας εκ των macho αδερφών) σπίτωσε τη Χουλιάνα Μπούργος, μια μελαχρινή, χαμογελαστή κοπέλα με σχιστά μάτια. Δεν την έλεγες καλλονή, αλλά στη φτωχογειτονιά της Τουρδέρα, η μονόφθαλμη βασίλεψε στους τυφλούς. Και κάπως έτσι η καημένη η Χουλιάνα ακολούθησε την προαιώνια μοίρα του θηλυκού. «Η γυναίκα τούς φρόντιζε και τους δύο με ζωική υποταγή». Έγινε, εν ολίγοις, δούλα και κυρά, αλλά και η πέτρα του σκανδάλου, γιατί ο έτερος αδερφός, ο Εδουάρδο, την ερωτεύτηκε και αυτός.

Και επειδή τα «αντικείμενα» είναι για να τα μοιράζεται κανείς, η Χουλιάνα κατέληξε να πλαγιάζει στα κρεβάτια και των δύο. Η αλλόκοτη αυτή συμβίωση δεν άργησε, βέβαια, να σπείρει τον σπόρο της ζήλιας ανάμεσα στα δύο αδέλφια, που είχαν ερωτευθεί τη Χουλιάνα, κόντρα σε όλα τα στερεότυπα (της εποχής) που ήθελαν τον άντρα να πηδά (μόνο) και να μην αισθάνεται (καθόλου).

Τότε, για να ξεριζώσουν τον σπόρο, πήραν τη Χουλιάνα και την πούλησαν σε ένα μπορντέλο. Οι Νίλσεν προσπάθησαν να επανασυνδεθούν με τον παλιό τρόπο ζωής τους, να ξαναζήσουν σαν άντρες ανάμεσα σε άντρες. Δεν τα κατάφεραν, όμως, και έτσι κρυφά ο ένας από τον άλλο πήγαιναν και γεύονταν την αχνογελόχαρη κλειτορίδα της Χουλιάνα. Κάποια στιγμή η «απάτη» αποκαλύφθηκε και η αποτυχία της άτιμης λύσης ορθώθηκε μπροστά τους. Έβγαλαν, λοιπόν, τη γυναίκα από το μπορντέλο, για να την έχουν του χεριού τους.

«"Έχουμε δουλειά, αδελφέ. Μετά, θα μας βοηθήσουν τα όρνια. Σήμερα τη σκότωσα. Εδώ με τα κουρέλια της να μείνει. Άλλο κακό δεν μπορεί να κάνει". Αγκαλιάστηκαν, σχεδόν κλαίγοντας. Τώρα, άλλος δεσμός τούς ένωνε: η γυναίκα που θυσιάστηκε άδικα και το χρέος να την ξεχάσουν». Αυτό ήταν το τέλος της Χουλιάνα.

Ανοίγοντας ξανά τα «Άπαντα Πεζά» του Μπόρχες και πέφτοντας (σχεδόν τυχαία) στο εν λόγω διήγημα, μού έκανε εντύπωση το γεγονός ότι θα μπορούσα να έπιανα σχεδόν αυτούσια την πιο πάνω ιστορία και να την τοποθετήσω στο σήμερα. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ δεν είναι προφανώς η (γελοία) αδελφική αγάπη που διαφυλάχθηκε ως κόρη οφθαλμού, δολοφονώντας την αιτία που έσπειρε τη διχόνοια ανάμεσα στα αδέλφια.

Αυτό που προβληματίζει είναι η διαχρονική αντικειμενοποίηση της γυναίκας. Η αντικειμενοποίηση είναι, ακολουθώντας τον ορισμό του Καντ, η υποβάθμιση του ανθρώπου, ενός όντος με «ανθρωπιά» ή «ανθρώπινη ιδιότητα» σε απλό αντικείμενο (που ως εκ τούτου μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί). Μπορεί να πλήξει άτομα και των δύο φύλων, αν και συνήθως οι γυναίκες είναι τα θύματα της αντικειμενοποίησης και οι άνδρες οι φορείς αυτής.

Πίσω στην ιστορία μας και στο σήμερα, τα αδέλφια Νίλσεν θα μπορούσαν να ήταν οι δολοφόνοι της Τοπαλούδη και η Χουλιάνα η άτυχη Ελένη. Ναι, έτσι; Είναι σχεδόν τρομακτική η ομοιότητα. Και αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα που θα μπορούσα να επικαλεστώ.

Η Χουλιάνα θα μπορούσα, επίσης, να είμαι εγώ κάθε φορά που πρέπει να καταβάλω μια έξτρα προσπάθεια να πείσω ότι το κόκκινο κραγιόν που φορώ, δεν με καθιστά λιγότερο ευφυή. Ή ότι το ξανθό χρώμα των μαλλιών μου δεν συνεπάγεται αυτόματα την «ξανθοποίηση» του πνευματικού μου κόσμου. Η Χουλιάνα θα μπορούσε να είσαι εσύ κάθε φορά που περπατάς στον δρόμο και είσαι ένα εξαράκι, ένα πενταράκι, ένα οκταράκι, μια μουν*** ή ένα μπάζο. Η Χουλιάνα θα μπορούσε να είναι η ντροπαλή (αμάθητη) φίλη μας που πίστεψε στον πρίγκιπα και ο πρίγκιπας απέδειξε για ακόμη μια φορά τη σαθρότητα της βασιλείας και των λοιπών τίτλων που την ακολουθούν. Η Χουλιάνα θα μπορούσε να είναι η χοντρή γυναίκα που δεν είναι καν άξια να συγκαταλέγεται στο γυναικείο φύλο. Η Χουλιάνα θα μπορούσε να είναι η μάνα που έφαγε ξύλο και λίγο μετά έπεσε υποτακτικά στο κρεβάτι, άνοιξε διάπλατα τα πόδια της, ένιωσε όλη τη βιαιότητα μέσα της και λίγους μήνες μετά έσπειρε παιδιά. Τι θαύμα! Η Χουλιάνα θα μπορούσε να είναι και η γυναίκα που δεν κάνει παιδιά, άρα είναι άχρηστη και πρέπει να αποσυρθεί. Η Χουλιάνα θα μπορούσε να είναι το μ(β)ίασμα στα σακατεμένα και σαθρά μυαλά όλων μας.

Η Χουλιάνα είναι (εν τέλει) εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, αυτό, εμείς, εσείς, αυτοί, αυτές, αυτά. Είναι αποτύπωση της ίδιας της κοινωνίας. Το ίδιο και ο Εδουάρδο και ο Κριστιάν. Τα αδέλφια Νίλσεν εξακολουθούν να ζουν ανάμεσά μας και οφείλουμε να βρισκόμαστε σε εγρήγορση, για να τα εντοπίζουμε και αυτόματα να τα αποβάλλουμε από το κοινωνικό σύνολο. Για να μην παρεξηγηθώ, η τοποθέτησή μου δεν έχει καμία σχέση με το φύλο. Στο στόχαστρο τίθεται η συμπεριφορά. Η αντρουά, μάγκικη, macho, σχεδόν πρωτόγονη συμπεριφορά που ψάχνει δοχείο, για να εκτονώσει την άσπρη, πηχτή ουσία που είναι (μάλλον) η μοναδική έκφραση και διέξοδός της.

Η γυναίκα ήταν διαχρονικά η πέτρα (βλ. αντικειμενοποίηση) του σκανδάλου. Η διαφορά είναι ότι τώρα η πέτρα αυτή έγινε βράχος και απειλεί να σε βρει στο κεφάλι.



Φωτογραφία: Can Şerefoğlu / Unsplash

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ