Milloσφοτζιήσματα

Ο διάλογος μεταξύ ενός ελαιοχρωματιστή, ενός ιδιοκτήτη πολυκατοικίας και ενός τυχαίου θαμώνα σε καφετέρια.

Πέμπτη πρωί, σε μια παραλιακή πόλη, στο νησί της Μεσογείου που βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, ο Πάμπος τηλεφωνά σε έναν ελαιοχρωματιστή και του ζητά να έρθει για να του δώσει μια προσφορά για να βάψει την πολυκατοικία. Το ίδιο έκανε προηγουμένως και με τον Κωστή και τον Σαββή -ως κλασσικός Κυπραίος (ότι κι αν σημαίνει αυτό), συνήθως ζητά τρεις προσφορές έτσι ώστε να επιλέξει τελικά την πιο συμφέρουσα.

«Νάμπον Πάμπο;», απαντά στο τηλέφωνο ο Παναής.

Η οικειότητα αυτή προκύπτει από τη γνωριμία τους στον στρατό.

Αφού ο Πάμπος τού έχει εξηγήσει προς τι το τηλεφώνημα, κλείνουν ραντεβού για το πρωί της επομένης, σε καφετέρια που γειτνιάζει με την πολυκατοικία.

Ένας κερασμένος καφές, σκέφτεται πάντα ο Πάμπος, μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μιας τέλειας συνεργασίας.

Παραγγέλνουν λοιπόν «δύο φρέτους εσπρέσους σκέτους», όπως χαρακτηριστικά τους περιγράφει ο Πάμπος στον barista και ξεκινούν να βλέπουν από τη βεράντα του café τον τοίχο που πρέπει να βαφτεί.

«Μα ποιος σου έκαμε τζιήνο το σχέδιο;», αναρωτιέται ο Παναής, εννοώντας το τεράστιο mural που καλύπτει όλη τη βόρεια πλευρά της πολυκατοικίας.

«Ένας μιτσής, πριν λλία χρόνια. Έγινε ένα φεστιβάλ δαμαί στην πλατεία τζαι εζητήσαν μου να τους αφήκω να σχεδιάσουν. Επειδή όμως τωρά εν να φκει η κόρη μου που το διαμέρισμα τζαι η καινούργια ένοικος απαιτεί να της πογιατίσω πριν υπογράψουμε, επ’ ευκαιρίας εσκέφτηκα να φρεσκάρω ούλλη την πολυκατοικία».

Οι καφέδες ήρθαν, το ίδιο και τα κρουασάν και η συζήτηση έχει προσπεράσει ήδη το έργο και τον δημιουργό του.

«Άσπρο ή magnolia να το κάμουμε;», ρωτά ο Παναής τον Πάμπο, απολαμβάονοτας τις τελευταίες γουλιές από τον φρέντο του.

Αυτήκοος μάρτυρας ολόκληρης της κουβέντας των δύο είναι ένας νεαρός τόπακας, ο οποίος σερφάρει αραγμένος σε ένα διπλανό τραπέζι. Ο Μάνος μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές του στην Accademia di Belle Arti di Brera, στο Μιλάνο, και αναλώνει όλη του την ενέργεια στο πώς ένας καλλιτέχνης όπως η αφεντιά του μπορεί να γίνει γνωστός στον τόπο του και δη σε ένα μικρό νησί όπως το δικό του.

Ακούγοντας τη συζήτηση και αναγνωρίζοντας το mural στον απέναντι τοίχο, καθώς η τεχνοτροπία και το στυλ παρέπεμπαν σε έναν διάσημο Ιταλό graffiti artist για τον οποίο άκουσε πολλά στην περίοδο των σπουδών του, έγινε αδιάκρητος και με μπλαζέ ύφος ξστόμισε το εξής αφελές ερώτημα:

«Ξέρετε καθόλου ποιος έκαμε τούτο το γρκάφιτι στον τοίχο απέναντι;».

Αφού τον κοίταξε καχύποπτα, ο Πάμπος έδωσε την ίδια ακριβώς απάντηση που έδωσε και στον Παναή δέκα λεπτά πριν.

«Ένας μιτσής, πριν λλία χρόνια. Έγινε ένα φεστιβάλ δαμαί στην πλατεία τζαι εζητήσαν μου να τους αφήκω να σχεδιάσουν πα’ στην πολυκατοικία», επαναλαμβάνει σαν σε σχολική γιορτή δημοτικού.

Λογικά θα είχε πει ξανά πολλές φορές στο παρελθόν το εν λόγω «ποίημα».

«Μα Κυπραίος;», επιμένει ο Μάνος.

«Ξέρω ρε φίλε; Τι να σου πω; Επεράσαν τζαι 4 χρόνια που τότε, πού να θυμούμαι…».

Αν μέσα σε μια τετραετία ο Πάμπος δεν αναρωτήθηκε καν ποιος είναι ο άνθρωπος που «στόλισε» το ένα τρίτο της πολυκατοικίας του, τι αξία (όχι τιμή) μπορεί να έχει «τούτο το σκέδιο», τότε μάλλον το μήνυμα του καλλιτέχνη δεν είχε τη δύναμη και τη δυναμική να περάσει στον Πάμπο και στον κάθε Πάμπο που το έχει δει όλο αυτό το διάστημα, σκέφτεται ο Μάνος, καθώς περιμένει τον Caffe Latte που είχε παραγγείλει.

Το μήνυμα πέρασε και δεν ακούμπησε, παρά μόνο τον τοίχο της πολυκατοικίας.

«Αν όχι όλο αυτό το διάστημα, με ένα τόσο μεγάλο σχέδιο στο κέντρο της πόλης, τότε πότε θα καταφέρει αυτός ο σημαντικός καλλιτέχνης να γίνει γνωστός στους πολλούς, πέραν από όσους ίσως ήταν εκείνο το απόγευμα στο φεστιβάλ. Και πότε εγώ θα το καταφέρω;», παραμιλά φεύγοντας.

Βγαίνοντας από την καφετέρια, κοντοστέκεται στο πεζοδρόμιο, βγάζει το κινητό από την τσέπη και βγάζει μια landscape φωτογραφία, με τρόπο που να αναδεικνύεται το υπέροχο mural. Δεν την ποστάρει όμως, έστω κι αν ξέρει τι θα ακολουθήσει. Έστω κι αν είναι ο μοναδικός που ξέρει, πέραν από τους δύο.

Αναμένει στοϊκά και επιστρέφει στο σημείο δέκα μέρες μετά, βγάζοντας την ίδια φωτογραφία, πλέον με τον φρεσκομπογιατισμένο τοίχο και τη magnolia όψη.

Ενώνει τις φωτογραφίες στο Layout και ποστάρει το πριν και το μετά στα σόσιαλ.

Μέχρι το τέλος της ημέρας όλοι συζητάνε για τον Ιταλό mural artist, για το έργο του στην παραλιακή πόλη που πλέον δεν υπάρχει, για τα επιτεύγματά του, για τις γκαλερί και τους χώρους στο εξωτερικό που φιλοξενούν έργα του. Όλοι μαθαίνουν για αυτό τον άνθρωπο και τη δουλειά του, έστω και με αυτό τον ανορθόδοξο και ανέλπιστο τρόπο.

Ο Μάνος, ως καλλιτέχνης του δρόμου κι αυτός, γνωρίζει ότι τα έργα του σε δημόσιους χώρους ή και σε ιδιωτικά κτήρια ενδέχεται να μην έχουν την πορεία που ο ίδιος θέλει. Γνωρίζει ότι τα milloσφοτζιήσματα ενίοτε μπορεί να λειτουργήσουν καταλυτικά στην προώθηση των έργων των καλλιτεχνών του δρόμου, κυρίως λόγω της αντίδρασης που μπορεί να υπάρξει σε περιπτώσεις όπως αυτή της πολυκατοικίας με τον magnolia τοίχο.

Σίγουρα δεν είναι αυτό το ιδανικό σενάριο για την πορείας ενός έργου, αλλά είναι κι αυτό στο παιχνίδι. Επίσης, this is Cyprus, να μην το ξεχνάμε!

* Η πιο πάνω ιστορία είναι φανταστική. Το graffiti της φωτογραφίας είναι πραγματικό, κάπου στην Κύπρο..

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ