«Η μητέρα σου είναι ό,τι πιο άσχημο έχω δει»

«Η μητέρα μου, ένας γλυκύτατος άνθρωπος, γύρω στο 1.50, με τα ξανθά της μαλλάκια και το χαρακτηριστικό γλυκό προσωπάκι. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον». Ο Ιωσήφ, μερικές ημέρες πριν, έγραψε τη δική του ιστορία.

Πέρασαν 23 χρόνια μέχρι να μου μιλήσει γι’ αυτό. Γι’ αυτό που έβλεπα καθημερινά, μα ποτέ δε ρωτούσα. Μόνο κλεφτά πράγματα από τη γιαγιά μου μάθαινα. «Δε θέλει να μιλάει γι’ αυτό η μητέρα σου. Τα κρατάει όλα μέσα της. Έχει περάσει πολλά, γι’ αυτό σας λέω να την προσέχετε» μας έλεγε και, συνεχίζει να λέει.

Η μητέρα μου, ένας γλυκύτατος άνθρωπος, γύρω στο 1.50, με τα ξανθά της μαλλάκια και το χαρακτηριστικό γλυκό προσωπάκι. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον.

Εγώ μικρό παιδί, αλλά με το αίσθημα της ενσυναίσθησης -από τότε- να χτυπάει κόκκινο, δεν ήθελα ποτέ να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Παρέμενα σιωπηλός και περίμενα αυτή τη στιγμή.

Σιχαινόμουν την ερώτηση «τι έχει η μητέρα σου». Ήταν με διαφορά ό,τι χειρότερο μπορούσες να μου κάνεις. Ίσως γιατί δεν ήξερα ούτε κι εγώ ο ίδιος. Ήταν σαν να με καρφώνεις στο στήθος, ενώ με κοιτάς κατάματα. Έτσι το βίωνα.

Δε θα πω ψέματα. Ντρεπόμουν κάποιες φορές όταν περπατούσα δίπλα της. Ή μάλλον... δε ντρεπόμουν. «Φοβόμουν» είναι το σωστό ρήμα. Φοβόμουν τι θα δω στο βλέμμα των άλλων κοιτώντας την. Έβλεπα αυτό το συνοφρύωμα. Δε μπορώ ούτε να το περιγράψω. Ό,τι κι αν ήταν, για την ηλικία εκείνη που βρισκόμουν, ήταν πολύ βαρύ. Ματιές ακολουθούμενες φυσικά από τιτιβίσματα-ερωτήσεις του τύπου «τι έχει αυτή η κυρία μαμά, γιατί είναι έτσι το πρόσωπο της;».

Κάποτε ένα παιδί στο σχολείο μου είπε χαρακτηριστικά «η μητέρα σου είναι ό,τι πιο άσχημο έχω δει». Έκανα ότι δε το άκουσα. Μα το άκουσα. Γύρισα πλευρά, έσκυψα το κεφάλι και προχώρησα. Στα επόμενα δύο βήματα είχα αρχίσει να κλαίω. Τα χέρια μου γροθιές. Πώς τολμάει να μιλάει έτσι κάποιος. Πόσο μάλλον για την ίδια μου τη μητέρα. Ωστόσο, ακόμα με συγχαίρω που δεν αντέδρασα διαφορετικά. Γύρισα σπίτι και κλείστηκα στο δωμάτιο μου. Έκλαιγα για ώρα στα κρυφά. Παρίστανα ότι κάνω τα μαθήματα μου. Κανείς δε με κατάλαβε. Δε μίλησα ποτέ μου γι’ αυτό. Ούτε στην αδερφή μου – προσωπικό μου μπράβο εκείνη την εποχή.

133437677_3917411484960399_8209491014837064094_o.jpg


Εσύ γύρισες από τη δουλειά και έτρεξα να σε αγκαλιάσω σφιχτά. Ήξερα από τότε τι ήσουν για μένα . Ήταν ένα γερό χτύπημα. Χτύπημα που δεν ήθελα να ξανανιώσω ποτέ.

Με θυμάμαι να αλλάζω ακόμα και πεζοδρόμιο αν συναντούσα κάποιον συμμαθητή μου, ακόμα και να μπαίνω μπροστά της μερικές φορές. Πόσο φριχτό συναίσθημα να ήταν αυτό άραγε. Μία ματιά ήταν αρκετή και τα καταλάβαινες όλα.

Εκείνη όμως συνέχιζε πάντα να είναι ακλόνητη. Μπροστά μας τουλάχιστον. Μαντεύω πως τέτοιες καταστάσεις θα ήταν βούτυρο στο ψωμί της.

Θυμάμαι, τις πρώτες μέρες του σχολείου που μας έλεγε πως αν βλέπουμε παιδάκια μόνα τους, να τα κάνουμε παρέα. «Και αυτά παιδάκια σαν κι εσάς είναι» μας έλεγε. Φαινόταν από τη φωνή της σαν να το είχε βιώσει.

133452350_3917411661627048_1731022411777671620_o.jpg

3η λυκείου, θυμάμαι, ήμουν όταν άρχισα να ψάχνω την πάθηση της. Προσπαθούσα να αδράξω πληροφορίες από τη γιαγιά για να ξέρω προς τα που να κινηθώ. «Άμα μου την πεις θα τη θυμηθώ ρε Σηφακο, αλλά ρε αγόρι μου δε τη θυμάμαι να σου την πω». Μετά από λίγο καιρό ψαξίματος έπεσα πάνω στο σύνδρομο ‘Treacher Collins’, το οποίο αναφέρεται και ως σύνδρομο γναθοπροσωπικής δυσόστοσης. Φαντάζομαι δεν το είχατε ξανακούσει. Ούτε κι εγώ.

Σήμερα μου έφερες να δω φωτογραφίες από την παιδική σου ηλικία και ένα τεράστιο χαμόγελο γέμισε το πρόσωπο μου. Δε φαντάζεσαι πόσο χαρούμενο με έκανες. Μου μίλησες επιτέλους για τη ζωή σου. Έμαθα γιατί είσαι αυτή που είσαι. Έμαθα γιατί είμαι αυτός που είμαι.

Μεγαλώνοντας και υποθέτω ωριμάζοντας, κάποια πράγματα αρχίζεις να τα βλέπεις πιο ζεστά. Αρχίζεις να αποδέχεσαι και να αγαπάς αυτό που έχεις μπροστά σου γι’ αυτό που είναι και όχι γι’ αυτό που θα ήθελες να είναι. Αυτό το «θα ήθελες» με το «είναι» ισοσταθμίζονται. Και τότε νιώθεις μέσα σου τη μαγεία.

Να τους αγαπάτε τους ανθρώπους σας γι’ αυτό που είναι. Και προπαντός να μη ντρέπεστε γι’ αυτό που είστε. Μου φαίνεται σαν να μιλάω για κάτι αυτονόητο. Μα γνωρίζω καλά πως δεν είναι. Ακόμα και στην Ελλάδα του σήμερα οι «διαφορετικοί» άνθρωποι απουσιάζουν, κρύβονται.

Άνθρωποι με σύνδρομα, αναπηρίες, ακόμα και απλές ιδιαιτερότητες, επιλέγουν ή ακόμα και επιλέγονται από την ίδια τους την οικογένεια να μη ζουν όπως τους αρμόζει. Ελεύθεροι κριτικής πιθανόν να μην υπήρξαν ποτέ. Και είναι κάτι που οφείλουμε να αλλάξουμε. Οφείλουν να γνωρίζουν ότι υπάρχουν άνθρωποι που θα τους αγκαλιάσουν. Ίσως αργήσουν λίγο, μα θα τους αγκαλιάσουν. Let’s make it happen.

Σ’ ευχαριστώ, λοιπόν, για αυτό το τεράστιο βήμα που έκανες σήμερα. Με έκανες να συνειδητοποιήσω πόσο υπερήφανος είμαι για σένα. Εύχομαι να έγινε αβίαστα και να μην σε πίεσα, με τις συνεχείς ερωτήσεις μου.

Mου λες να μη φοβάμαι να είμαι ο εαυτός μου. Και αυτή ήταν με διαφορά η αγαπημένη μου στιγμή το ’20. Σ’ αγαπώ πολύ. Καλές Γιορτές σε όλους σας και μη στερείστε τέτοιες στιγμές με τους ανθρώπους σας. Γι' αυτό δεν είμαστε εδώ;

"Η μητέρα σου είναι ο, τι πιο άσχημο έχω δει" Πέρασαν 23 χρόνια μέχρι να μου μιλήσει γι αυτό. Γι αυτό που έβλεπα...

Posted by Iosif Ali on Sunday, December 27, 2020

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ