Περιοχή απαγορεύει την προσευχή σε δημόσιους χώρους με το μέτρο να προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις

«Οι καθολικοί προσεύχονταν δημόσια για δεκαετίες χωρίς ποτέ να υπάρξουν αντιδράσεις. Το πραγματικό πρόβλημα είναι όταν οι προσευχές γίνονται από μουσουλμάνους».

Article featured image
Article featured image


Η κυβέρνηση του Κεμπέκ ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε νομοθεσία για την απαγόρευση της δημόσιας προσευχής, μέτρο που οργανώσεις πολιτικών δικαιωμάτων χαρακτήρισαν «ανησυχητικό» και καταγγέλλουν ότι στοχοποιεί θρησκευτικές μειονότητες και παραβιάζει «βασικές δημοκρατικές ελευθερίες».

Ο υπουργός Κοσμικότητας, Ζαν-Φρανσουά Ρομπέρζ, είπε ότι η απόφαση ελήφθη λόγω της «αυξανόμενης συχνότητας δημόσιων προσευχών», την οποία περιέγραψε ως «σοβαρό και ευαίσθητο ζήτημα» που η κυβέρνηση παρακολουθεί «με ανησυχία». Η νομοθετική ρύθμιση αναμένεται να κατατεθεί το φθινόπωρο.

Η εξαγγελία ακολουθεί τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Φρανσουά Λεγκώ, ο οποίος έχει εκφράσει επανειλημμένα την ενόχλησή του για δημόσιες προσευχές, ιδίως στο Μόντρεαλ. «Όταν θέλεις να προσευχηθείς, πας σε εκκλησία ή τζαμί, όχι σε δημόσιο χώρο», είχε πει πέρυσι.

Για περισσότερο από έξι μήνες, η ομάδα Montreal4Palestine οργανώνει διαδηλώσεις κάθε Κυριακή έξω από τη Βασιλική της Παναγίας στο Μόντρεαλ, οι οποίες περιλαμβάνουν και δημόσια προσευχή. Τα γεγονότα αυτά έχουν προκαλέσει και αντιδιαδηλώσεις.


Οι δημόσιοι λειτουργοί απαγορεύεται να φορούν θρησκευτικά σύμβολα κατά την εργασία τους


Η κυβέρνηση Λεγκώ έχει κάνει την «κοσμικότητα» κεντρική πολιτική της επιλογή, με πιο χαρακτηριστικό τον αμφιλεγόμενο Νόμο 21 του 2019. Ο νόμος αυτός απαγορεύει σε δικαστές, αστυνομικούς, σωφρονιστικούς υπαλλήλους και δασκάλους να φορούν θρησκευτικά σύμβολα κατά την εργασία τους, ενώ για άλλους δημόσιους λειτουργούς, όπως γιατρούς ή οδηγούς λεωφορείων, επιβάλλεται μόνο να έχουν ακάλυπτο το πρόσωπο.

Παρά το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο του Κεμπέκ έκρινε το 2021 πως ο νόμος παραβιάζει την ελευθερία έκφρασης και θρησκείας, τον επικύρωσε στη βάση της λεγόμενης «ρήτρας εξαίρεσης» (notwithstanding clause), ενός συνταγματικού μηχανισμού που επιτρέπει σε κυβερνήσεις να παρακάμπτουν προσωρινά ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα. Δεν είναι σαφές αν η επερχόμενη νομοθεσία για την απαγόρευση δημόσιας προσευχής θα στηριχθεί και πάλι στην ίδια νομική εξαίρεση.


Αντιδράσεις στο νέο μέτρο


Το Φόρουμ Μουσουλμάνων Καναδά κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «αντί να ασχολείται με τα πραγματικά προβλήματα, επιλέγει να αστυνομεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών» με πολιτικές που «στιγματίζουν κοινότητες, εντείνουν τον αποκλεισμό και υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή του Κεμπέκ».

Αντιρρήσεις διατύπωσε και η Καναδική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών, υπογραμμίζοντας ότι η απαγόρευση θα περιορίσει την ελευθερία θρησκείας, έκφρασης, ειρηνικής συνάθροισης και συνεταιρισμού. «Η καταστολή ειρηνικής θρησκευτικής έκφρασης στο όνομα της λαϊκότητας όχι μόνο περιθωριοποιεί τις θρησκευτικές κοινότητες, αλλά υπονομεύει και τις αρχές της ισότητας και της αξιοπρέπειας», δήλωσε η διευθύντρια του προγράμματος ισότητας Χαρίνι Σιβαλινγκάμ.

Παρά τις αντιδράσεις, η πρωτοβουλία βρίσκει στήριξη σε άλλους πολιτικούς κύκλους. Ο αρχηγός του PartiQuébécois, Πολ Σεν-Πιερ Πλαμοντόν, χαρακτήρισε τις δημόσιες προσευχές «ιδιοποίηση δημόσιου χώρου από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές» και δεσμεύτηκε να οργανώσει εσωκομματικό δημοψήφισμα για την επίσημη θέση του κόμματός του.

Ο πρώην δημοσιογράφος και γερουσιαστής Αντρέ Πρατ αντέτεινε ότι «οι καθολικοί προσεύχονταν δημόσια για δεκαετίες χωρίς ποτέ να υπάρξουν αντιδράσεις» και πως «το πραγματικό πρόβλημα είναι όταν οι προσευχές γίνονται από μουσουλμάνους, όπως και η απαγόρευση θρησκευτικών συμβόλων στόχευε ουσιαστικά τη μαντίλα». Πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει «καμία ανάγκη για νέο νομοθετικό οπλοστάσιο» και πως η κίνηση δείχνει μια κυβέρνηση που «απεγνωσμένα προσπαθεί να ανακτήσει χαμένη δημοτικότητα».

Με πληροφορίες από Lifo, Guardian

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ