Άποψη
Η τέχνη ως έκφραση της κυπριακής συλλογικής μας ταυτότητας
Η πρόσφατη τελετή έναρξης της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία πέτυχε κάτι πολύ σημαντικό: να χαρτογραφήσει την κυπριακή ταυτότητα, απομακρυνόμενη από τη μοιρολατρική αναφορά σε κατακτητές και αγκαλιάζοντας την πολυπολιτισμικότητα, οργανικό στοιχείο της ίδιας της σύστασης του νησιού μας.
Γράφει ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Η τέχνη, πέρα από αισθητική έκφραση, αποτελεί φορέα μνήμης και τεκμήριο συλλογικής ταυτότητας μέσα στο ιστορικό πλαίσιο ενός κράτους. Μια τέτοια επιβεβαίωση προσέφερε και η πρόσφατη τελετή έναρξης της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η επιλογή του Κώστα Σιλβέστρου να αρθρώσει λόγο μέσα από την τέχνη και την τριμερή αφήγηση της Μνήμης, του Παρόντος και του Μετά, κατόρθωσε να αποτυπώσει την ταυτότητα του νησιού με τη βαρύτητα που της αναλογεί, χωρίς να καταφύγει σε επιφανειακά φολκλορικά σύμβολα ή εθνικιστικές κοινοτοπίες.
Πώς, όμως, αυτή η τέχνη συνδιαλέγεται με τη συλλογική ταυτότητα και πώς, μέσα από την αφήγηση, αποτυπώνει την κυπριακή ιστορική πραγματικότητα; Από την Αφροδίτη του Νίκου Κουρούσιη έως την Αλάσια του Twenty Three και την Κύπρο με τις ανθισμένες αμυγδαλιές τής Nurtane Karagil, από το πολυφωνικό Amalgamation Choir έως τους Monsieur Doumani και τη σύνθεση του Άντυ Σκορδή, και από την απαγγελία της Δέσποινας Μπεμπεδέλη έως την Κύπρο με τα περιστέρια του Χαμπή Τσαγγάρη, διαφαίνεται η σύσταση της ίδιας της Κύπρου: με τον άνθρωπο του νησιού να βρίσκεται στο επίκεντρο.
Η καλλιτεχνική δημιουργία χαρακτηρίζεται συχνά από την ατομική αφήγηση και την προσωπική αντίληψη του δημιουργού για την κοινωνία και τον χώρο που τον περιβάλλει. Ωστόσο, η ίδια αυτή πράξη παραμένει γέννημα της κοινωνίας την οποία επιχειρεί να ερμηνεύσει και να προσδιορίσει. Όταν αυτές οι επιμέρους ατομικές φωνές συναντήθηκαν σε έναν κοινό καμβά, όπως συνέβη στην τελετή έναρξης, κατόρθωσαν να χαρτογραφήσουν την κυπριακή ταυτότητα, απομακρυνόμενες από τη μοιρολατρική αναφορά σε κατακτητές και αγκαλιάζοντας την πολυπολιτισμικότητα, οργανικό στοιχείο της ίδιας της σύστασης του νησιού.
Η ύπαρξη και αποδοχή της συλλογικής ταυτότητας δεν σημαίνει υπεροχή έναντι οποιασδήποτε άλλης. Αντιθέτως, αποτελεί το πρώτο βήμα για την αποδοχή του ίδιου μας του εαυτού, των κομματιών που αποτελούν αυτό το ίδιο κοινό πολιτιστικό υπόστρωμα, έτσι που να μπορέσουμε να βρούμε τη θέση μας στο ευρωπαϊκό και στο παγκόσμιο σύνολο.
Η διαρκής πάλη των δημιουργών της Κύπρου ως προς της ταυτότητα κινείται σε δύο άξονες. Αφενός ενός διαιρεμένου νησιού όπου η εθνικιστική ρητορεία και η πατριδοκαπηλία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του δημόσιου πολιτικού λόγου με διαρκή αναφορά στην τραγωδία και τον πόνο. Αφετέρου, τον προσδιορισμό τής ταυτότητας τού «ανήκειν» στο πλαίσιο ολόκληρου του νησιού. Αυτή η δυαδική συνθήκη δημιουργεί μια ξεχωριστή συγκυρία για να προσεγγίσουμε εκ νέου, με διαφορετικές παραμέτρους, τα χαρακτηριστικά της. Η προσέγγιση αυτή δεν αναιρεί τις ιστορικές τραυματικές εμπειρίες του τόπου, αλλά τη διαφορετική ανάγνωση του συλλογικού τους αποτυπώματος.
Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η τέχνη στην οποία γίνεται αναφορά και ποιος ο ρόλος της στη συλλογική ταυτότητα; Αυτό το άρθρο, σίγουρα, δεν μπορεί να εξαντλήσει την εν λόγω συζήτηση και θα ήταν δύσκολο να χωρέσουν σε μερικές γραμμές οι τόνοι μελανιού, χρωμάτων και ήχων που αποτελούν αυτό το παζλ που καθορίζει την κυπριακή ταυτότητα. Ιδιαίτερη σημασία έχει, ωστόσο, το δείγμα που επιλέχθηκε στην τελετή έναρξης, καθώς μέσα από ένα πέρασμα στους αιώνες και με ιδιαίτερη αναφορά στη σύγχρονη τέχνη της κυπριακής ιστορίας, αλλά και μέσα από τα κείμενα του Τεύκρου Ανθία και του Κυριάκου Καρνέρα, μπορεί οποιοσδήποτε να διακρίνει το εύρος και το βάθος της τέχνης της Κύπρου και κατ’ επέκταση, των κατοίκων του νησιού, που αποτελούν τη μαγιά αυτού του τόπου.
Αυτός είναι ακριβώς και ο ρόλος της τέχνης μέσα στο ίδιο το κοινωνικό βίωμα. Η αποτύπωση και διατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας μέσα στο εκάστοτε ιστορικό χρονικό πλαίσιο που δημιουργείται. Μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε ότι αυτό που παραμένει από αρχαιοτάτων χρόνων και αποτελεί πεδίο έρευνας έως και σήμερα είναι τα έργα τέχνης κάθε πολιτισμού, αποτέλεσμα φυσικά της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας που τα περιβάλλει.
Μπορεί η συζήτηση γύρω από την κυπριακή ταυτότητα, ως ταυτότητα του κοινωνικού συνόλου που ζει, αναπτύσσεται και εξελίσσεται σε αυτό το νησί, να έχει κατά καιρούς προσεγγιστεί με διαφορετικούς τρόπους και ερμηνείες, όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη αυτού του συνόλου, των κατοίκων αυτού του νησιού, καθώς και τις ιδιαιτερότητες και τις ομοιότητες που τους καθορίζουν ως κοινωνία. Είναι ίσως μια ευκαιρία να αγκαλιάσουμε αυτήν τη συλλογική ταυτότητα ως ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα που φανερώνεται μέσα από την ίδια την τέχνη χωρίς να αρνούμαστε την ύπαρξή της και χωρίς να μηδενίζουμε τον κόπο που έκτισε αυτό το νησί στη σημερινή του υπόσταση.
Η ύπαρξη και αποδοχή της συλλογικής ταυτότητας δεν σημαίνει υπεροχή έναντι οποιασδήποτε άλλης. Αντιθέτως, αποτελεί το πρώτο βήμα για την αποδοχή του ίδιου μας του εαυτού, των κομματιών που αποτελούν αυτό το ίδιο το κοινό πολιτιστικό υπόστρωμα, έτσι που να μπορέσουμε να βρούμε τη θέση μας στο ευρωπαϊκό και στο παγκόσμιο σύνολο. Γιατί ίσως τελικά, η αξία της συλλογικής ταυτότητας να μην βρίσκεται στο πώς ορίζεται αλλά στο πώς βιώνεται. Και σε αυτό το βίωμα, η τέχνη παραμένει ένας από τους πιο ειλικρινείς καθρέφτες του κοινωνικού μας εαυτού.
Είναι ίσως μια ευκαιρία να αγκαλιάσουμε αυτήν τη συλλογική ταυτότητα ως ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα που φανερώνεται μέσα από την ίδια την τέχνη χωρίς να αρνούμαστε την ύπαρξή της και χωρίς να μηδενίζουμε τον κόπο που έκτισε αυτό το νησί στη σημερινή του υπόσταση.