Η εξάντληση των καλλιτεχνών: Ένα δημιουργικό burnout

Το ζήτημα της εξάντλησης των καλλιτεχνών δεν αφορά μόνο τους ιδίους, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τη δημιουργία. Η τέχνη δεν φθείρεται μόνο όταν εξαντλείται ο καλλιτέχνης. Η τέχνη χάνεται όταν η κοινωνία παύει να της δίνει τον χώρο, τον χρόνο και την αξία που απαιτείται.

Article featured image
Article featured image

Αυτό το άρθρο θα μπορούσε να αφορά οποιοδήποτε επάγγελμα σε οποιοδήποτε τομέα στο νησί, εντούτοις θα επικεντρωθεί στο επάγγελμα του καλλιτέχνη λόγω οικειότητας του υποφαινόμενου με το αντικείμενο. Η εξάντληση του καλλιτέχνη, λοιπόν, δεν είναι ένα νέο φαινόμενο στον χώρο των τεχνών. Παρ' όλα αυτά, οι λόγοι που την προκαλούν συνδέονται άμεσα με τη σύγχρονη απορρύθμιση των κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων.

Τι είναι, όμως, το δημιουργικό burnout που επηρεάζει και απειλεί εν μέρει τους σύγχρονους καλλιτέχνες; Η εξάντληση των καλλιτεχνών δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην κούραση, αλλά σε μια κατάσταση συναισθηματικής, σωματικής και πνευματικής εξουθένωσης. Λόγω της συνεχούς πίεσης, του χαμηλού εισοδήματος, καθώς και της αυξανόμενης αυτοδιαχείρισης, οι καλλιτέχνες εμφανίζονται συναισθηματικά εξαντλημένοι, σωματικά κουρασμένοι, με μια αίσθηση απογοήτευσης από τον χώρο. Βρίσκονται διαρκώς σε μια κατάσταση επιβίωσης όπου η δημιουργία παύει να είναι επιλογή και μετατρέπεται σε υποχρέωση, με πολλαπλά πρότζεκτ και προθεσμίες, κάτι που προκαλεί αποσύνδεση από τη χαρά της δημιουργίας και κατ’ επέκταση άγχος, κατάθλιψη και ματαιότητα. Αυτό οδηγεί αρκετούς καλλιτέχνες σε μια επιβράδυνση ή αδυναμία συνέχισης στον ίδιο ρυθμό και εν τέλει αποχώρηση από το επάγγελμα.

Η εξάντληση των καλλιτεχνών δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην κούραση, αλλά σε μια κατάσταση συναισθηματικής, σωματικής και πνευματικής εξουθένωσης.


Στην Κύπρο, όπως δυστυχώς και σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, η καλλιτεχνική εργασία λειτουργεί μέσα σε ένα ασταθές πλαίσιο όπου η επιβίωση των καλλιτεχνών είναι διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Ο καλλιτέχνης καλείται να συντηρήσει την ίδια του τη δυνατότητα να δημιουργεί. Όπως είδαμε και σε προηγούμενα άρθρα, ο καλλιτέχνης αναλαμβάνει πολλαπλούς ρόλους ως δημιουργός, διαχειριστής, παραγωγός και διαφημιστής της ίδιας της δουλειάς του, ενώ ταυτόχρονα καταφεύγει σε συνεχή αναζήτηση ευκαιριών χρηματοδότησης και συνεργασιών για να συνεχίσει να παράγει. Ο δημιουργικός κύκλος –μελέτη, ιδέα, παραγωγή, προώθηση– έχει πλέον συμπιεστεί ή μεταβληθεί με στόχο την ταχύτερη και ευκολότερη ολοκλήρωση ενός έργου.


Η παραγωγή, δηλαδή, μεταβάλλεται όχι ως επιλογή του ίδιου του καλλιτέχνη, αλλά ως ανάγκη για οικονομική αξιοποίηση του αποτελέσματος. Πιο συγκεκριμένα, το πρόβλημα έχει μετατοπιστεί σε μια διαρκή ανάγκη παραγωγής έργου, περιεχομένου ή κατά τη συστημική αντίληψη, εμπορεύματος εις βάρος του χρόνου που απαιτεί η ίδια η ωρίμανση της δημιουργίας. Έχει αφαιρεθεί ή, έστω, ελαχιστοποιηθεί η διαδικασία μελέτης και ανατροφοδότησης στη δημιουργική εργασία και κατά συνέπεια υπάρχει επανάληψη ή και ενίοτε αντιγραφή. Η μελέτη, παρότι απαραίτητη, έχει μετατραπεί σε ένα είδος πολυτέλειας, εφόσον δεν είναι πλέον εφικτή, και η δημιουργία δεν «χτίζεται» με το ανάλογο υπόβαθρο, δεν ωριμάζει ως ουσιαστική κοινωνική διαπραγμάτευση. Παρατηρούμε, επομένως, την επανάληψη μοτίβων, την παραλλαγή παλιών επιτυχημένων συνταγών αντί νέων δημιουργιών και σταδιακά η εξέλιξη γίνεται αντιληπτή μόνο ως αριθμοδείκτης.

Οι ιδιαιτερότητες του τοπικού περιβάλλοντος, και ιδιαίτερα ενός νησιού χωρίς άμεση σύνδεση με την ηπειρωτική Ευρώπη, εντείνουν το πιο πάνω πρόβλημα. Περιορίζουν την άμεση πρόσβαση σε ευρύτερα καλλιτεχνικά δίκτυα, ενώ το κόστος μετακίνησης καθιστά την εξωστρέφεια συχνά μη εφικτή. Πιο συγκεκριμένα, το κυπριακό οικοσύστημα αφενός με το περιορισμένο κοινό, αλλά και τις περιορισμένες ευκαιρίες ανάπτυξης των καλλιτεχνών και αφετέρου με την απουσία πολιτισμικής πολιτικής και θεσμικής αναγνώρισης του επαγγέλματος, ενισχύει την επαγγελματική ανασφάλεια, την απογοήτευση των καλλιτεχνών και την αποστροφή τους από τον κλάδο. Το περιορισμένο κοινό δεν επιτρέπει τη βιωσιμότητα της καλλιτεχνικής παραγωγής σε βάθος χρόνου εγκλωβίζοντας έτσι τους καλλιτέχνες σε έναν κύκλο επανάληψης και περιορισμένης εξέλιξης. Ταυτόχρονα, οι καλλιτέχνες απευθύνονται στο ίδιο επαναλαμβανόμενο κοινό περιορίζοντας την ανάπτυξη και τη διάχυση της τέχνης. Τα χρηματοδοτικά προγράμματα δεν επαρκούν, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν αποσπασματικά χωρίς να συμβάλουν στη δημιουργία μιας σταθερής αγοράς. Οι τοπικές συνθήκες, λοιπόν, οδηγούν σε μια αδυναμία βιώσιμης καλλιτεχνικής δραστηριότητας και κατ’ επέκταση αυξάνονται οι καλλιτέχνες με burnout που είτε προχωρούν σε αλλαγή καριέρας είτε μεταναστεύουν προς το εξωτερικό. Επομένως, αυτή η εξάντληση δεν προκύπτει μόνο από την ένταση της δημιουργίας, αλλά και από τις ίδιες τις συνθήκες στις οποίες καλείται να υπάρξει. Ως εκ τούτου, η απώλεια αυτή δεν είναι μόνο ατομική για τον κάθε καλλιτέχνη, αλλά συλλογική για το σύνολο της κοινωνίας και της τέχνης του τόπου.

Οι τοπικές συνθήκες οδηγούν σε μια αδυναμία βιώσιμης καλλιτεχνικής δραστηριότητας και κατ’ επέκταση αυξάνονται οι καλλιτέχνες με burnout που είτε προχωρούν σε αλλαγή καριέρας είτε μεταναστεύουν προς το εξωτερικό. Επομένως, αυτή η εξάντληση δεν προκύπτει μόνο από την ένταση της δημιουργίας, αλλά και από τις ίδιες τις συνθήκες στις οποίες καλείται να υπάρξει.


Η εξάντληση αυτή των καλλιτεχνών είναι απότοκο των συνθηκών, μια διαρκής κατάσταση φθοράς που προκαλείται από τον ίδιο τον τρόπο οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων στην τέχνη. Η διασφάλιση της επιβίωσης των τεχνών και η επίλυση του προβλήματος δεν έγκειται αποκλειστικά και μόνο στους καλλιτέχνες. Αντιθέτως, η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί παρεμβάσεις από τρία βασικά επίπεδα: το θεσμικό, το κοινωνικό και τέλος το δημιουργικό.

Για τον θεσμικό άξονα, έχει γίνει αναφορά σε παλαιότερο άρθρο, όμως υπάρχει ανάγκη επανάληψης. Η θεσμική αναγνώριση της ορατής και αόρατης εργασίας του καλλιτέχνη, η ρύθμιση της υπαμοιβής, αλλά και η ενίσχυση της ανάπτυξης κοινού αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Απαιτείται μια συνεκτική πολιτισμική πολιτική που να μην εξαντλείται μόνο σε αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις και να διαμορφώνει σταθερές συνθήκες εργασίας.


Στον κοινωνικό άξονα, το κοινό καλείται, πέραν του ρόλου του αποδέκτη, να αντιληφθεί τον ρόλο του ως διαμορφωτή των συνθηκών μέσα στις οποίες παράγεται η τέχνη. Υπάρχει ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης της κοινωνίας με την τέχνη καθότι δεν είναι ένα ακόμη προϊόν κατανάλωσης, αλλά ένα αναγκαίο στοιχείο διατήρησης του πολιτισμού και κατ’ επέκταση η αξία της δεν πρέπει να μετριέται με όρους παραγωγής και ανταπόκρισης, αλλά με όρους κοινωνικής επιρροής και εξέλιξης. Ταυτόχρονα, το κοινό, όλοι εμείς που απολαμβάνουμε τα αποτελέσματα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ας τα μοιραστούμε, ας γίνουμε κομμάτι της διάχυσης της τέχνης σε ολόκληρο το νησί.

Τέλος, στον δημιουργικό άξονα βρίσκεται η προσωπική υπόθεση των καλλιτεχνών, ή πιο σωστά η μετατόπιση της καλλιτεχνικής πρακτικής από ατομική υπόθεση σε συλλογική ευθύνη. Κρίνεται πλέον αναγκαίο για τους καλλιτέχνες να λειτουργήσουν συλλογικά, να γίνουν κομμάτι της καλλιτεχνικής κοινότητας ως οντότητα, να ανταλλάξουν πρακτικές, να στηρίξουν ο ένας τον άλλον και να διαμορφώσουν κοινές θέσεις και προβληματισμούς. Η δημιουργία ακριβούς πλαισίου ανταλλαγής επιτρέπει στη συλλογική στάση να αποτελέσει αντίβαρο στην πίεση της διαρκούς παραγωγής. Η επαγγελματική ταυτότητα παραμένει κοινή ανεξαρτήτως μορφής τέχνης και μόνο η συλλογική δράση μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική απάντηση στη συστημική μοναξιά του καλλιτέχνη. Ο κάθε καλλιτέχνης πρέπει να γίνει πομπός της ανάγκης στήριξης του πολιτισμού γιατί εκτός από δημιουργός, είναι και φορέας πολιτισμικής διαμόρφωσης.

Κρίνεται πλέον αναγκαίο για τους καλλιτέχνες να λειτουργήσουν συλλογικά, να γίνουν κομμάτι της καλλιτεχνικής κοινότητας ως οντότητα, να ανταλλάξουν πρακτικές, να στηρίξουν ο ένας τον άλλον και να διαμορφώσουν κοινές θέσεις και προβληματισμούς.


Εύλογα κάποιος θα μπορούσε να απορήσει γιατί συνεχίζουν ακόμη και σήμερα οι καλλιτέχνες παρά τις τόσες δυσκολίες που χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο κλάδο. Η διεθνής βιβλιογραφία, προσπερνώντας την απλοποιημένη εικόνα του καλλιτέχνη ως «ονειροπόλου», δείχνει μια σκληρή πραγματικότητα: αυτό που κρατά ενεργούς τους καλλιτέχνες είναι η έννοια της ελπίδας, όχι ως προσδοκία μελλοντικής επιτυχίας, αλλά ως ανάγκη να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν το παρόν. Ελπίδα, δηλαδή, για το παρόν, ως μια στάση καθημερινής επιβίωσης.

Καταληκτικά, το ζήτημα της εξάντλησης των καλλιτεχνών δεν αφορά μόνο τους ιδίους, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τη δημιουργία. Η τέχνη δεν φθείρεται μόνο όταν εξαντλείται ο καλλιτέχνης. Η τέχνη χάνεται όταν η κοινωνία παύει να της δίνει τον χώρο, τον χρόνο και την αξία που απαιτείται. Η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν είναι ζήτημα αντοχής των καλλιτεχνών, αλλά συλλογική ευθύνη έτσι που να διαμορφωθούν συνθήκες μέσα στις οποίες η τέχνη μπορεί να υπάρξει με αξιοπρέπεια.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Article featured image

Η Antigoni (μας) χόρεψε «JALLA» πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι

Article featured image

Παγώνια διχάζουν ένα μικρό ιταλικό χωριό

Article featured image

Διάσημο θέρετρο γυμνιστών έχει κατακλυστεί από swingers που κάνουν σεξ στην παραλία