Η αξία της σιωπής σε έναν κόσμο που φωνάζει

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου Silence: A Literary History από την Oxford University Press, ο Χρήστος Μιχάλαρος συνομίλησε με τη συγγραφέα του, Kate McLoughlin, για την αξία της σιωπής σε έναν κόσμο που φωνάζει όσο ποτέ άλλοτε.

Article featured image
Article featured image


Πόσο θόρυβο χρειάζεται να καταναλώσουμε για να αναγνωρίσουμε την αξία της σιωπής; Πόσες ειδοποιήσεις αντέχει ο ανθρώπινος εγκέφαλος πριν βραχυκυκλώσει μέσα στην εποχή των ατελείωτων μηνυμάτων, των αλυσιδωτών emails, των ατελείωτων εφαμοργών και κάθε είδους κοινωνικής ή επαγγελματικής δικτύωσης; Όλοι πλέον μιλάνε για την αξία της σιωπής. Αλλά ποιας σιωπής; Προσοχή στην παγίδα. Από τη μια η ανακούφιση ότι έστω για λίγο το σύμπαν σταμάτησε να μας ενοχλεί. Ότι πατάμε “pause” στους σφικτικούς ρυθμούς και συγκεντρωνόμαστε στη γήινη πραγματικότητα. Ότι απολαμβάνουμε ο ένας τον άλλo χωρίς τον εξαναγκασμό των λέξεων. Από την άλλη η απομόνωση, η σιγή του θύτη, η εκκωφαντική σιωπή του τραύματος και ό,τι άλλο πληγώνει βαθιά.

Η Kate McLoughlin είναι Καθηγήτρια Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης*. Το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο Silence: A Literary History κυκλοφόρησε από την Oxford University Press τον Μάρτιο του 2026, εξετάζει τη σιωπή στην αγγλική λογοτεχνία σε εύρος περίπου 12 αιώνων και είναι προς το παρόν αμετάφραστο στα ελληνικά. Κάτι που δεν μας εμπόδισε καθόλου να επιστρατεύσουμε τους βασικούς κανόνες επιχειρηματολογίας και να την πείσουμε να μας μιλήσει αποκλειστικά για την αξία της σιωπής σε ένα κόσμο που φωνάζει όσο ποτέ άλλοτε.

91fUYmL8mML.jpg


Η σιωπή είναι αξιοσημείωτα ανθεκτική και υπάρχουν ενδείξεις ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να τη λαχταρούν και να την αναζητούν· μιλώ γι’ αυτό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου. Κάποτε, όμως, η σιωπή ήταν κάτι που οι άνθρωποι συναντούσαν λίγο πολύ τυχαία. Όλο και περισσότερο, είναι κάτι που πρέπει να επιλέγουμε.


Περιγράφετε την εποχή μας ως μια «Εποχή των Pings», δηλαδή την εποχή των ασταμάτητων μικρών ψηφιακών ειδοποιήσεων: μηνύματα, notifications, alerts, ήχοι εφαρμογών, emails.
Ζούμε απλώς με περισσότερο θόρυβο απ’ ό,τι οι προηγούμενες γενιές ή χάνουμε σταδιακά την ικανότητά μας για σιωπή;

Είμαι επιφυλακτική απέναντι στον ισχυρισμό ότι η δική μας εποχή είναι μοναδικά θορυβώδης. Οι πρόγονοί μας είχαν να αντιμετωπίσουν τις καμπάνες των εκκλησιών, τις φωνές των πλανόδιων πωλητών, τις άμαξες που κροτάλιζαν στους δρόμους και, αργότερα, τα εργοστάσια, τα τρένα και την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Πιστεύω, όμως, ότι κάτι έχει αλλάξει. Η «Εποχή των Pings» δεν είναι απλώς μια εποχή υπερβολικού θορύβου, αλλά υπερβολικών διακοπών. Ένα ping είναι ένα μικρό κάλεσμα: κοίταξέ με, απάντησέ μου, δώσε μου την προσοχή σου, ΤΩΡΑ! Και επειδή κουβαλάμε την πηγή αυτών των καλεσμάτων στις τσέπες μας, έχει γίνει ολοένα δυσκολότερο να είμαστε πραγματικά μη διαθέσιμοι.

Με απασχολεί, λοιπόν, λιγότερο το ενδεχόμενο να χάνουμε την ακουστική σιωπή και περισσότερο το ότι ίσως χάνουμε την ικανότητά μας για μια σιωπηρή προσοχή: την ικανότητα να μένουμε ακίνητοι, να περιμένουμε, να βαριόμαστε, να αφήνουμε το μυαλό να περιπλανιέται χωρίς να σπεύδουμε αμέσως να γεμίσουμε το κενό. Ακόμη κι όταν το δωμάτιο είναι ήσυχο, το μυαλό μας μπορεί να κάνει πολύ θόρυβο.

Δεν πιστεύω ότι αυτή η ικανότητα έχει εξαφανιστεί. Η σιωπή είναι αξιοσημείωτα ανθεκτική και υπάρχουν ενδείξεις ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να τη λαχταρούν και να την αναζητούν· μιλώ γι’ αυτό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου. Κάποτε, όμως, η σιωπή ήταν κάτι που οι άνθρωποι συναντούσαν λίγο πολύ τυχαία. Όλο και περισσότερο, είναι κάτι που πρέπει να επιλέγουμε.


Το βιβλίο σας καλύπτει δώδεκα αιώνες λογοτεχνίας. Έχει αλλάξει η ίδια η σιωπή ή επιστρέφουμε διαρκώς στις ίδιες ανθρώπινες σιωπές: του έρωτα, του πένθους, του φόβου, του τραύματος, του δέους;

Και τα δύο, νομίζω. Ορισμένες σιωπές μοιάζουν εκπληκτικά επίμονες. Σε διάστημα δώδεκα αιώνων, οι άνθρωποι σιωπούν μπροστά στον θάνατο, την ομορφιά, τον τρόμο, τη θλίψη και τον έρωτα· κρατούν μυστικά, αποτυγχάνουν να πουν αυτό που πραγματικά εννοούν, αρνούνται να μιλήσουν και ανακαλύπτουν ότι ορισμένες εμπειρίες μοιάζουν να υπερβαίνουν τις δυνατότητες της γλώσσας. Μια σιωπή σε ένα ποίημα της Παλαιάς Αγγλικής, όπως το The Wanderer, μπορεί μερικές φορές να μοιάζει εντυπωσιακά οικεία. Τα σύγχρονα νανουρίσματα επιτελούν την ίδια λειτουργία επιβολής της ησυχίας με τα μεσαιωνικά.

Αυτό που αλλάζει είναι το νόημα που αποδίδουν οι πολιτισμοί στη σιωπή. Οι μεσαιωνικοί θρησκευτικοί συγγραφείς μπορούσαν να αντιλαμβάνονται τη σιωπή ως έναν τρόπο προσέγγισης του Θεού. Οι ρομαντικοί συγγραφείς ανακάλυψαν τη σιωπή μέσα στις συναντήσεις τους με το υψηλό. Τον εικοστό αιώνα, η σιωπή συνδέθηκε στενά με το τραύμα και με τις αμφιβολίες γύρω από την επάρκεια της ίδιας της γλώσσας. Ο δικός μας πολιτισμός ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για τη σιωπή σε σχέση με την εξουσία: ποιος ακούγεται, ποιος αγνοείται, ποιος έχει δικαίωμα να μιλήσει.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ήθελα το βιβλίο να καλύπτει μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο. Η ιστορία της σιωπής είναι εν μέρει μια ιστορία εκπληκτικής συνέχειας και εν μέρει μια ιστορία μεταβαλλόμενων ερμηνειών. Εξακολουθούμε να σωπαίνουμε· αυτό που αλλάζει είναι… τι πιστεύουμε ότι κάνουμε όταν σωπαίνουμε.

Μας καλούν συνεχώς να σχολιάζουμε, να βαθμολογούμε, να αξιολογούμε, να αναρτούμε και να αντιδρούμε, συχνά αμέσως. Υπάρχει σήμερα κάτι σχεδόν αντισυμβατικό στο να πει κανείς: «Δεν ξέρω ακόμη», «δεν έχω ακόμη σχηματίσει άποψη» ή απλώς «δεν θέλω να πω». Ίσως χρειάζεται να ανακτήσουμε την ιδέα ότι δεν είναι απαραίτητο κάθε σκέψη να μετατρέπεται σε online περιεχόμενο.


Ζούμε σε μια εποχή που μας ζητά διαρκώς να μιλάμε, να ποστάρουμε, να αντιδρούμε και να παίρνουμε θέση. Θα λέγατε ότι, κατά κάποιο τρόπο, το να σωπαίνει κανείς αποτελεί μια πράξη αντίστασης;

Σίγουρα μπορεί να είναι μια τέτοια πράξη. Μας καλούν συνεχώς να σχολιάζουμε, να βαθμολογούμε, να αξιολογούμε, να αναρτούμε και να αντιδρούμε, συχνά αμέσως. Υπάρχει σήμερα κάτι σχεδόν αντισυμβατικό στο να πει κανείς: «Δεν ξέρω ακόμη», «δεν έχω ακόμη σχηματίσει άποψη» ή απλώς «δεν θέλω να πω». Ίσως χρειάζεται να ανακτήσουμε την ιδέα ότι δεν είναι απαραίτητο κάθε σκέψη να μετατρέπεται σε online περιεχόμενο.

Και μία από τις ισχυρότερες πράξεις αντίστασης των τελευταίων χρόνων ήταν η σιωπή των έξι λεπτών και είκοσι δευτερολέπτων που τήρησε η Emma Gonzalez στην ομιλία της στο March for Our Lives το 2018, όσος ήταν δηλαδή ο χρόνος που χρειάστηκε ο δράστης για να σκοτώσει τα δεκαεπτά θύματα στο Marjory Stoneman Douglas High School, όπου εκείνη ήταν μαθήτρια. Εκείνη η σιωπή ανάγκασε ακροατές σε όλο τον κόσμο να σταματήσουν, να σκεφτούν, να νιώσουν και να κατανοήσουν κάτι από μια φρίκη η οποία ξεπερνά τις λέξεις.

Αλλά η σιωπή δεν είναι πάντοτε αντίσταση· μπορεί εξίσου εύκολα να είναι δειλία, αδιαφορία ή συνενοχή. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η άρνηση να μιλήσεις είναι ακριβώς το λάθος πράγμα να κάνεις. Και εκείνος που έχει την πολυτέλεια να παραμένει σιωπηλός βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική θέση από κάποιον του οποίου η φωνή αγνοείται συστηματικά.

Kate_McLoughlin_by_John_Cairns_25.4.25-148.jpg



Κάνετε μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στη σιωπή και τη φίμωση. Πού τελειώνει η ελευθερία να παραμένει κανείς σιωπηλός και πού αρχίζει η στέρηση της φωνής;

Η απλούστερη ερώτηση που μπορούμε να κάνουμε είναι: ποιος ελέγχει τη σιωπή; Η επιλεγμένη σιωπή μπορεί να είναι μια μορφή αυτονομίας· η επιβεβλημένη σιωπή μπορεί να είναι μια μορφή καταπίεσης. Στην πράξη, όμως, η διάκριση σπάνια είναι τόσο καθαρή. Οι άνθρωποι μπορεί να φιμωθούν χωρίς κανείς να τους διατάξει κυριολεκτικά να μη μιλήσουν. Η ιεραρχία, η ντροπή, οι κοινωνικές συμβάσεις, η έλλειψη ευκαιριών, ο φόβος των συνεπειών ή η γνώση ότι δεν θα τους πιστέψουν μπορούν να κάνουν αυτή τη δουλειά μια χαρά.

Νομίζω, λοιπόν, ότι πρέπει να θέτουμε αρκετές ερωτήσεις. Θα μπορούσε αυτό το άτομο να μιλήσει αν το ήθελε; Θα το άκουγε κανείς; Και ποιο θα ήταν το κόστος του να μιλήσει; Η σιωπή αποκτά πολύ διαφορετική όψη ανάλογα με τις απαντήσεις.

Υπάρχει ακόμη μία επιπλοκή που θεωρώ σημαντική: το να δώσεις σε κάποιον φωνή δεν πρέπει να σημαίνει ότι τον εξαναγκάζεις να τη χρησιμοποιήσει. Μερικές φορές αντιμετωπίζουμε την αποκάλυψη ως κάτι αυτονόητα καλό, ιδίως όταν πρόκειται για τον πόνο και το τραύμα. Ένας άνθρωπος, όμως, μπορεί να έχει κάθε δικαίωμα να μιλήσει και παρ’ όλα αυτά να επιλέξει να μη μας πει τι συνέβη. Ο σεβασμός της φωνής των ανθρώπων πρέπει να περιλαμβάνει και τον σεβασμό της επιφυλακτικότητάς τους. Το αντίθετο της φίμωσης δεν είναι η υποχρεωτική ομιλία· είναι να έχει κανείς πραγματικό έλεγχο πάνω στο αν, πότε και με ποιον τρόπο θα μιλήσει.


Πριν από τη σιωπή, μεγάλο μέρος της δουλειάς σας αφορούσε τον πόλεμο, τους βετεράνους και το τραύμα. Τι σας δίδαξαν, για τα όρια της γλώσσας, εκείνοι που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους;

Η δουλειά μου πάνω στον πόλεμο ήταν ένας από τους δρόμους που με οδήγησαν στη σιωπή. Άρχισε να με ενδιαφέρει ολοένα περισσότερο όχι μόνο το τι έλεγαν οι βετεράνοι, αλλά και το τι περίμεναν οι ακροατές να ακούσουν από αυτούς. Διαθέτουμε ένα ισχυρό πολιτισμικό αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η τραυματική εμπειρία πρέπει να τύχει αφήγησης: ο άνθρωπος που υποφέρει μιλά, το κρυμμένο τραύμα αποκαλύπτεται και η αφήγηση γίνεται μέρος της θεραπείας. Μερικές φορές αυτό είναι αλήθεια. Μπορεί όμως να επιβαρύνει τους ανθρώπους με ένα εξαιρετικά βαρύ φορτίο.

Ορισμένες εμπειρίες μπορεί πράγματι να αντιστέκονται στη γλώσσα. Άλλες φορές, οι άνθρωποι είναι απολύτως ικανοί να μιλήσουν, αλλά επιλέγουν να μη το κάνουν ή μιλούν έμμεσα ή μιλούν για τα πάντα εκτός από την εμπειρία που εμείς θέλουμε να μας περιγράψουν. Η σιωπή δεν σημαίνει απαραίτητα απώθηση ή αποτυχία.

Η λογοτεχνία με δίδαξε και κάτι ακόμη, σχετικό με αυτό. Οι συγγραφείς διαθέτουν εξαιρετικά εκλεπτυσμένους τρόπους για να αναπαριστούν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν άμεσα: κενά, επαναλήψεις, κομμένες προτάσεις, ευφημισμούς, αποσιωπητικά, πράγματα γύρω από τα οποία περιστρέφονται χωρίς ποτέ να τα κατονομάζουν. Η γλώσσα μπορεί να χαράσσει τα ίδια της τα όρια.

Αυτό άλλαξε για μένα και το ίδιο το ερώτημα. Αντί να ρωτάμε πάντοτε πώς μπορούμε να κάνουμε τη σιωπή να μιλήσει, ίσως μερικές φορές θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε αν μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι στο να ακούμε τι κάνει η σιωπή.

H σιωπή έχει τη σκοτεινή της πλευρά. Μπορεί να προστατεύσει κακοποιητές, θεσμούς και αδικίες που εξαρτώνται από τη μυστικότητα. Γι’ αυτό δεν θα υποστήριζα ποτέ ότι η σιωπή είναι εγγενώς ενάρετη. Μία από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου είναι ότι η σιωπή δεν έχει μια σταθερή ηθική αξία. Ορισμένα πράγματα διασώζονται όταν λέγονται· άλλα διασώζονται όταν δεν λέγονται. Η σοφία βρίσκεται, εν μέρει, στο να γνωρίζουμε ποιο είναι ποιο.



Αν η λογοτεχνία μπορεί να μας μάθει να διαβάζουμε τη σιωπή, μπορεί επίσης να μας μάθει να ζούμε μαζί της; Τι χάνουμε όταν η σιωπή εξαφανίζεται από τη ζωή μας;

Νομίζω ότι η ίδια η ανάγνωση είναι μια υπέροχη άσκηση στη σιωπή. Καθόμαστε ήσυχα μαζί με μια άλλη συνείδηση. Περιμένουμε, συμπεραίνουμε, παρατηρούμε, θυμόμαστε· μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται όλα τα σημαντικά πράγματα να δηλώνονται ρητά. Η ποίηση το κάνει αυτό ιδιαίτερα ορατό, γιατί το νόημα μπορεί να βρίσκεται σε μια παύση, σε μια αλλαγή στίχου, σε ένα κενό ή σε αυτό που συμβαίνει μετά την τελευταία λέξη.

Η λογοτεχνία, επομένως, μας εκπαιδεύει σε ένα είδος προσοχής, το οποίο οι πιο θορυβώδεις συνήθειές μας μπορούν να υπονομεύσουν. Αν η σιωπή εξαφανιστεί, χάνουμε κάτι περισσότερο από τη γαλήνη και την ησυχία. Κινδυνεύουμε να χάσουμε την ιδιωτικότητα, τον στοχασμό, τη δεκτικότητα, την αμφισημία και την ευκαιρία να αναπτυχθούν οι σκέψεις προτού εκφραστούν. Ίσως να χάσουμε ακόμη και ένα μέρος της φαντασίας, γιατί η φαντασία χρειάζεται χώρους που δεν έχουν ήδη γεμίσει για λογαριασμό μας.

Γι’ αυτό δεν σκέφτομαι τη σιωπή απλώς ως απουσία. Στη λογοτεχνία, μια σιωπή μπορεί να είναι πυκνή σε νόημα· ο αναγνώστης συμμετέχει στην ερμηνεία της. Το ίδιο ίσως ισχύει και στη ζωή. Η σιωπή δεν είναι απαραίτητα το σημείο όπου σταματά το νόημα. Πολύ συχνά είναι το σημείο όπου το νόημα δημιουργείται.


Φοβόμαστε τη σιωπή επειδή, μέσα στη σιωπή, μένουμε μόνοι με τον εαυτό μας;

Μερικές φορές. Η σιωπή αφαιρεί τους περισπασμούς και αυτό που αποκαλύπτει δεν είναι πάντοτε ευχάριστο. Το άγχος, η θλίψη, η ανία, οι αναμνήσεις και οι σκέψεις που θα προτιμούσαμε να μην αντιμετωπίσουμε μπορεί να γίνουν πιο έντονες όταν όλα τα υπόλοιπα σωπαίνουν. Η σχεδόν αντανακλαστική κίνηση να πιάσουμε το κινητό μας ίσως μερικές φορές αποτελεί έναν τρόπο να αποφύγουμε αυτή τη συνάντηση.

Πιστεύω, όμως, ότι ο φόβος μας απέναντι στη σιωπή είναι επίσης βαθιά κοινωνικός. Μια σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους μπορεί να μοιάζει σχεδόν ανυπόφορη, επειδή έχουμε γίνει τόσο γρήγοροι στο να την ερμηνεύουμε. Βαριέται ο άλλος; Είναι θυμωμένος; Προσβλήθηκε; Είπα κάτι λάθος; Η συνομιλία διαθέτει περίπλοκους μηχανισμούς για να «επιδιορθώνει» τα κενά και συχνά σπεύδουμε να γεμίσουμε μια σιωπή προτού καν διαπιστώσουμε αν χρειαζόταν να τη γεμίσουμε.

Ισχύει όμως και το αντίθετο. Ένα από τα σημάδια πραγματικής οικειότητας μπορεί να είναι η δυνατότητα δύο ανθρώπων να παραμένουν σιωπηλοί μαζί χωρίς άγχος. Οι εραστές, οι παλιοί φίλοι και τα στενά μέλη της οικογένειας δεν χρειάζεται να καθησυχάζουν συνεχώς ο ένας τον άλλον με λόγια. Ίσως, λοιπόν, το σημαντικό δεν είναι απλώς αν μπορούμε να ανεχθούμε τη σιωπή, αλλά αν μπορούμε να την εμπιστευτούμε. Ορισμένες σιωπές μάς απομονώνουν, ενώ άλλες είναι μορφές συντροφικότητας.

Νομίζω ότι η ίδια η ανάγνωση είναι μια υπέροχη άσκηση στη σιωπή. Καθόμαστε ήσυχα μαζί με μια άλλη συνείδηση. Περιμένουμε, συμπεραίνουμε, παρατηρούμε, θυμόμαστε· μαθαίνουμε ότι δεν χρειάζεται όλα τα σημαντικά πράγματα να δηλώνονται ρητά. Η ποίηση το κάνει αυτό ιδιαίτερα ορατό, γιατί το νόημα μπορεί να βρίσκεται σε μια παύση, σε μια αλλαγή στίχου, σε ένα κενό ή σε αυτό που συμβαίνει μετά την τελευταία λέξη.


Υπάρχουν πράγματα που η σιωπή προστατεύει από τη ζημιά που μπορούν να προκαλέσουν οι λέξεις;

Ναι. Η σιωπή μπορεί να προστατεύσει την ιδιωτικότητα, την αξιοπρέπεια, την οικειότητα, την αβεβαιότητα και πράγματα που δεν είναι ακόμη έτοιμα να γίνουν κατανοητά. Οι λέξεις έχουν την τάση να παγιώνουν την εμπειρία σε μια συγκεκριμένη μορφή και μερικές φορές αυτό είναι ακριβώς που χρειαζόμαστε· άλλες φορές, όμως, μπορεί να περιορίσει κάτι που παραμένει ακόμη αμφίσημο ή βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η σιωπή μπορεί επίσης να αποτελεί έναν ηθικό αυτοπεριορισμό. Το να μην πεις κάτι σκληρό, να μην προδώσεις μια εμπιστευτική πληροφορία, να μη μεταφέρεις ένα κουτσομπολιό, να μη διατυπώσεις κάθε κρίση που σου περνά από το μυαλό: αυτές είναι καθημερινές αλλά σημαντικές χρήσεις της σιωπής. Οι λέξεις παράγουν αποτελέσματα. Μια κατηγορία, μια προσβολή, μια εξομολόγηση, μια προδοσία ή μια δήλωση μπορούν να αλλάξουν μια σχέση ανεπιστρεπτί. Από τη στιγμή που ειπώθηκαν, οι λέξεις δεν μπορούν απλώς να… ξε-ειπωθούν.

Αλλά και εδώ η σιωπή έχει τη σκοτεινή της πλευρά. Μπορεί να προστατεύσει κακοποιητές, θεσμούς και αδικίες που εξαρτώνται από τη μυστικότητα. Γι’ αυτό δεν θα υποστήριζα ποτέ ότι η σιωπή είναι εγγενώς ενάρετη. Μία από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου είναι ότι η σιωπή δεν έχει μια σταθερή ηθική αξία. Ορισμένα πράγματα διασώζονται όταν λέγονται· άλλα διασώζονται όταν δεν λέγονται. Η σοφία βρίσκεται, εν μέρει, στο να γνωρίζουμε ποιο είναι ποιο.

*Η Kate McLoughlin είναι, επίσης, Fellow και Tutor Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Harris Manchester College της Οξφόρδης, καθώς και Λέκτορας Αγγλικής Λογοτεχνίας στο Jesus College της Οξφόρδης.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Article featured image

Χρύσω, πώς είναι να τραγουδάς σε καράβια και να βουτάς στα παγωμένα νερά του Βορείου Πόλου;

Article featured image

Μιλήσαμε με τον μυστηριώδη τύπο πίσω από το viral τραγούδι “Barbershop”

Article featured image

Η Σοφία μάς ταξιδεύει στα κυπριακά καλοκαίρια των '80s