ΜΙΛΑ ΜΟΥ

ΓΡAΦΕΙ Ο ΜΙΧAΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Πώς είναι να μεγαλώνεις με πατέρα ήρωα

20.07.2017

«Αν γινόταν πόλεμος, εγώ πάλι θα πήγαινα κι ας ήξερα πως θα ήταν προδομένα».
 

Αυτά είναι τα λόγια ενός από τους επιζώντες της μάχης του Κουτσοβέντη, οι οποίοι, όπως μαθαίνουμε σήμερα, δεν πήραν κανονικά απολυτήρια στρατού, αλλά απολυτήρια που έγραφαν «υπηρέτησε από τάδε μέχρι τάδε και απολύθηκε κριθείς ακατάλληλος».

43 χρόνια μετά που οι 17 στρατιώτες του 361ΤΠ είχαν σταλεί, όπως παραδέχθηκε ο τότε διοικητής τους, σε «μια Πορεία Θανάτου», η δημοσιογράφος Μαρίνα Χατζηκώστα, μαζί με δύο ακόμα συναδέλφους (τους Κυριάκο Πομηλορίδη και Άντρη Χαραλάμπους), έφτιαξαν ένα ντοκιμαντέρ για την ανείπωτη μέχρι σήμερα ιστορία του Κουτσοβέντη.

Ένα από τα πολλά συγκινητικά που θα διαβάσεις παρακάτω, στα όσα μοιράζεται μαζί μας η Μαρίνα, αφορά στο γεγονός ότι κανένας από όσους επέζησαν της μάχης δεν διηγήθηκε την ιστορία του στα παιδιά του. «Γιατί δεν είναι εύκολο να ξεγυμνώνεις την ψυχή σου, να την αφήνεις εκτεθειμένη να αιμορραγεί μπροστά σε κανέναν. Τη συνέντευξη του πατέρα μου, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ, την πήρα εγώ. Είδα τον πατέρα μου να γονατίζει, να κλαίει, να τραντάζεται… δεν ήταν ο μόνος, αλλά ήταν ο πατέρας μου. Τότε κατάλαβα. Ο πόνος μέχρι την κάθαρση είναι αβάσταχτος. Τους αναγκάσαμε να το ζουν ξανά και ξανά. Με λεπτομέρειες. Τους πιέζαμε να θυμηθούν ακόμη κι εκείνα που είχαν ξεχάσει. Οι συνεντεύξεις ήταν πολύ οδυνηρές για εκείνους. Γι’ αυτό κανείς τους δεν μιλούσε. Ήθελαν να ξεχάσουν. Και ξεγελούσαν τους αυτούς τους ότι, τηρώντας σιωπή, θα ξεχνούσαν».

Οι επιζώντες μίλησαν για να γνωρίσει ο τόπος, οι επόμενες γενιές, πως η θυσία των συμπολεμιστών τους δεν ήταν άδικη. Να μάθουμε ότι κάτι κατάφεραν. Κι όταν κάποια στιγμή μας ζήτησαν αρμόδιοι να τους καλέσουμε σε παρασημοφόρηση, αρνήθηκαν. Δεν θέλουν τιμές, είπαν.


Πότε συνειδητοποίησες ότι μεγαλώνεις με πατέρα ήρωα;
Ωχ, κατευθείαν με ρίχνεις στα δύσκολα… Μεγαλώνοντας, σίγουρα δεν αισθανόμουν ότι είμαι το παιδί ενός ήρωα. Περισσότερο ένιωθα ότι έχω έναν πατέρα που είναι δύσκολο να τον κατανοήσω, τον τρόπο που σκεφτόταν, που χανόταν ξαφνικά το βλέμμα του, τον τρόπο που συμπεριφερόταν… Τη μια στιγμή ένιωθα ότι με λατρεύει και την άλλη τον αισθανόμουν «ξένο». Ξέρεις, ο πατέρας μου συχνά παραμιλούσε στον ύπνο του, τα καλοκαίρια. Και από αυτά που έλεγε, σκηνές από τον πόλεμο, σε μένα ήταν ακατανόητα. Θυμάμαι κάποιες νύχτες, έβλεπα άσχημα όνειρα και ξυπνούσα και τρέχοντας πήγαινα μέχρι την πόρτα του υπνοδωματίου των γονιών μου. Αν εκείνος παραμιλούσε, φοβόμουν να μπω μέσα. Και καθόμουν σε μια γωνιά και κρυφάκουγα κλαίγοντας. Δεν ένιωθα πως ήταν ήρωας. Αργότερα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος του Κόλπου, σηκωνόμουν τη νύχτα και έβλεπα κρυφά τις ανταποκρίσεις και προσπαθούσα να τα συγκρίνω. Αυτό, μεγαλώνοντας με έκανε να θέλω να ασχοληθώ με το διεθνές ρεπορτάζ, τις εμπόλεμες ζώνες. Ένιωθα πως ταυτίζομαι με εκείνους που πολέμησαν, ότι ξέρω μυστικά που δεν μαρτυρούν. Ότι κατανοώ τα παιδιά τους. Σταδιακά, άρχισα να κατανοώ τον πατέρα μου. Μέχρι όμως και τη στιγμή που απέκτησα ολοκληρωμένη εικόνα για τη μάχη στην οποία βρέθηκε, δεν τον αντιλαμβανόμουν ως ήρωα. Σήμερα, σου λέω με πλήρη επίγνωση πως είναι ένας από τους ήρωες του 1974. Τόσο για τη μάχη την οποία έδωσε υπέρ πίστεως και πατρίδος, όσο και για το γεγονός πως από τότε μέχρι σήμερα κατάφερε να επιβιώσει, να κάνει οικογένεια και να ζει, με πληγές μεν, αλλά έχοντας σώας τας φρένας.
 


Γιατί πιστεύεις ότι ο πατέρας σου δεν σου διηγήθηκε ποτέ την ιστορία του;
Μιλώντας πλέον με όλα τα παιδιά των επιζώντων της μάχης του Κουτσοβέντη, κανένας από τους επιζώντες δεν διηγήθηκε την ιστορία του στα παιδιά του. Γιατί δεν είναι εύκολο να ξεγυμνώνεις την ψυχή σου, να την αφήνεις εκτεθειμένη να αιμορραγεί μπροστά σε κανέναν. Τη συνέντευξη του πατέρα μου, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ, την πήρα εγώ. Είδα τον πατέρα μου να γονατίζει, να κλαίει, να τραντάζεται… δεν ήταν ο μόνος, αλλά ήταν ο πατέρας μου. Τότε κατάλαβα. Ο πόνος μέχρι την κάθαρση είναι αβάσταχτος. Τους αναγκάσαμε να το ζουν ξανά και ξανά. Με λεπτομέρειες. Τους πιέζαμε να θυμηθούν ακόμη κι εκείνα που είχαν ξεχάσει. Οι συνεντεύξεις ήταν πολύ οδυνηρές για εκείνους. Γι’ αυτό κανείς τους δεν μιλούσε. Ήθελαν να ξεχάσουν. Και ξεγελούσαν τους αυτούς τους ότι, τηρώντας σιωπή, θα ξεχνούσαν. Εμείς, η δημοσιογραφική ομάδα, κάναμε μήνες να κοιμηθούμε φυσιολογικά. Από τη φρίκη, κι από τις τύψεις… Σήμερα νιώθουμε γαλήνη, βλέποντας μέσα στα μάτια τους την κάθαρση και την ανάταση των ψυχών τους.

Μέχρι σήμερα ζουν με τύψεις, επειδή δεν κατάφεραν περισσότερα. Ένας διερωτήθηκε: «Μήπως έπρεπε να μείνω να σκοτώσω άλλους 3, με τις 3 σφαίρες που είχα;». Ένας άλλος είπε: «αν γινόταν πόλεμος, εγώ πάλι θα πήγαινα κι ας ήξερα πως θα ήταν προδομένα». 

Πώς αντέδρασε αρχικά όταν του είπες πως θα ασχοληθείς με αυτό και τι σου είπε τελικά βλέποντας το τελικό αποτέλεσμα;
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα γλυκόπικρο χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Με κοίταξε και με ρώτησε: «Γιατί;». Γιατί μου το χρωστάς, του είπα. «Κι εγώ είμαι δημοσιογράφος πια. Δεν έχω δικαίωμα να γνωρίσω και να μην μοιραστώ τη γνώση. Κι εσύ δεν έχεις δικαίωμα να φύγεις από αυτή τη ζωή, διαγράφοντας τη θυσία των συμπολεμιστών σου και αφήνοντας σε άγνοια τις επόμενες γενιές». Χρειάστηκαν αρκετές μέρες μέχρι να τον πείσω να μου δώσει την πρώτη μαρτυρία. Ακόμη πιο δύσκολο ήταν να εντοπίσουμε και να πείσουμε τους υπόλοιπους επιζώντες να μας μιλήσουν. Στην ειδική προβολή που έγινε τον Απρίλιο ο πατέρας μου μού είπε τα πάντα με μόνο ένα βλέμμα και μια αγκαλιά.
 


Η Μαρίνα Χατζηκώστα στο πλαίσιο της έρευνας και των γυρισμάτων για το ντοκιμαντέρ
 

Ποια κουβέντα από όλα όσα άκουσες όλα αυτά τα 4 χρόνια στο πλαίσιο της έρευνάς σας, νοιώθεις πως θα την κουβαλάς μέσα σου για μια ζωή;
Είναι πολλές. Πάρα πολλές. Ανάλογα με τη στιγμή κάτι άλλο ξεπετάγεται και αναπαράγεται στο μυαλό μου. Ακόμη και την ώρα που δουλεύω, ειδικά όταν τα ρεπορτάζ αφορούν σε εμπόλεμες ζώνες και πρόσφυγες. Όμως θα σου πω τρεις, που με συγκλόνισαν και που προκάλεσαν αναστάτωση για πολύ καιρό. Καταρχάς, ότι δεν πήραν κανονικά απολυτήρια στρατού, αλλά απολυτήρια που έγραφαν «υπηρέτησε από τάδε μέχρι τάδε και απολύθηκε κριθείς ακατάλληλος». Επίσης, το εσωτερικό ερώτημα των πρωταγωνιστών της μάχης «ποιοι είναι οι τυχεροί, αυτοί που έπεσαν εκεί, αυτοί οι λεβέντες; Ή εμείς που μείναμε πίσω και βλέπουμε την ξεφτίλα και εξευτελίζουμε κι αυτούς;».  Και φυσικά την αγνή έγνοια του ενός για τον άλλο, την προστασία του ενός προς τον άλλον, όχι μόνο σήμερα, αλλά και εκείνη την ημέρα που είχαν απέναντι τον εχθρό. Τόσο σε μένα, όσο και στους συναδέλφους, Κυριάκο Πομηλορίδη και Άντρη Χαραλάμπους, η έρευνα του ντοκιμαντέρ χάραξε στις ψυχές μας μια νέα αντίληψη πραγμάτων.

Η ζωή που σήμερα ζουν, έστω και με πληγές, δεκάδες άνθρωποι, ίσως και εκατοντάδες, έχει ονοματεπώνυμο. Όχι ένα, 17. Ήταν μάχη νίκης.


 

Γιατί «Πορεία Θανάτου;». Ήταν προδιαγεγραμμένη οι μοίρα των 17 του Κουτσοβέντη;
Το παραδέχεται ο ίδιος ο τότε διοικητής του 361ΤΠ. Όταν έλαβε τις εντολές για αποστολή ενισχυμένης περιπόλου μάχης στον Κουτσοβέντη, και μάλιστα για αποστολή που περιελάβανε και κατάληψη του χωριού Βουνό, αντέδρασε. Εξήγησε τη δύναμη του εχθρού, με την οποία έτσι κι αλλιώς είχε έρθει αντιμέτωπο το Τάγμα από την πρώτη μέρα της εισβολής. Στην Άσπρη Μούττη. Το Τάγμα είχε δει τη δύναμη του εχθρού. Είχε αναγκαστεί να μεταφερθεί από το Συγχαρί, στην Αγλατζιά. Ο εν αποστρατεία σήμερα Δημήτριος Χάτζιος, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε και κατά την οποία ενημερώθηκε από εμάς για ορισμένα από τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν, παραδέχθηκε πως «έστελνε ένα τμήμα σε μια Πορεία Θανάτου».

Γιατί λες ότι η μάχη του Κουτσοβέντη ήταν μάχη νίκης;
Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε μια μάχη, που με όποιες απώλειες, ανθρώπινες ή εδαφικές, ήταν ο λόγος που γλύτωσε ο άμαχος πληθυσμός που είχε συγκεντρωθεί στην Κυθρέα, από τα γύρω χωριά, και είχε εγκλωβιστεί εκεί; Η θυσία τους δεν ήταν άδικη. Η ζωή που σήμερα ζουν, έστω και με πληγές, δεκάδες άνθρωποι, ίσως και εκατοντάδες, έχει ονοματεπώνυμο. Όχι ένα, 17. Ήταν μάχη νίκης.
 


 

Τι ήταν αυτό που έκανε τους πρωταγωνιστές της μάχης αυτής να πιστεύουν πως μπορούν να κερδίσουν, έστω κι αν τα μεγέθη ήταν ανόμοια;
Η στρατιωτική τους γνώση, την οποία απέκτησαν από τη στρατιωτική τους εκπαίδευση, κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Στην πλειοψηφία τους ήταν στρατιώτες που θα απολύονταν κοντά στις 20 Ιουλίου. Στην πλειοψηφία ήταν βαθμοφόροι. Είχαν πλήρη γνώση του τι συνέβη. Βρίσκονταν σε ύψωμα έχοντας κάλυψη, είχαν τον εχθρό χαμηλά και στο πεδίο βολής τους, δεν θα υπήρχε περιθώριο να πλαγιοκοπηθούν αν δεν ακολουθούσαν τις λανθασμένες οδηγίες του Συνταγματάρχη που τους επισκέφθηκε και τους εγκατέλειψε επίσης. Αν ο ίδιος Συνταγματάρχης δεν διέταζε παύση πυρός, δίνοντας χρόνο στον εχθρό να κατέβει από τα λεωφορεία και να λάβει θέσεις μάχης. Αν δεν έχαναν τις αρχικές θέσεις μάχης. Τις απαντήσεις τις δίνουν οι ίδιοι στο ντοκιμαντέρ, λεπτομερώς.

Ο εν αποστρατεία σήμερα Δημήτριος Χάτζιος, στη συνέντευξη που μας παραχώρησε και κατά την οποία ενημερώθηκε από εμάς για ορισμένα από τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν, παραδέχθηκε πως «έστελνε ένα τμήμα σε μια Πορεία Θανάτου».


 

Τι κερδίσαμε τελικά ως λαός από αυτό τον χαμένο πόλεμο; Κερδίσαμε κάτι;
Λαός που ξεχνάει την ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει… Ελπίζω πως κερδίσαμε τη γνώση της ιστορίας μας…

Τι θα έλεγες πως κέρδισαν 43 χρόνια μετά οι επιζώντες πρωταγωνιστές της μάχης, βλέποντας ξανά την ιστορία τους, αλλά και γενικότερα; Είχαν επαφή όλα αυτά τα χρόνια ή το ντοκιμαντέρ ήταν η ευκαιρία για να σμίξουν ξανά;
Δεν είχαν επαφή, αλλά σήμερα είναι όλοι μαζί σαν οικογένεια. Σα να βρέθηκαν τα αδέρφια μεταξύ τους. Κέρδισαν την κάθαρση, τίμησαν τους πεσόντες συντρόφους τους, έμαθαν (έστω από εμάς) τι κατάφεραν με τη σκληρή τους αντίσταση. Κέρδισαν κομμάτια από τις χαμένες ψυχές τους. Κι εμείς, οι οικογένειές τους, κερδίσαμε λίγη περισσότερη ψυχή από τους «σακατεμένους» πατεράδες μας.

Έχουμε το γονίδιο, το θέμα είναι να αποκτήσουμε και την άποψη.

Να φανταστώ, κανένας από αυτούς δεν θεωρεί τον εαυτό του ήρωα;
Σε καμιά περίπτωση. Το αντίθετο μάλιστα. Με απόλυτη ταπεινοφροσύνη θεωρούν πως τέλεσαν το καθήκον προς την πατρίδα. Μέχρι σήμερα ζουν με τύψεις, επειδή δεν κατάφεραν περισσότερα. Ένας διερωτήθηκε: «Μήπως έπρεπε να μείνω να σκοτώσω άλλους 3, με τις 3 σφαίρες που είχα;». Ένας άλλος: «αν γινόταν πόλεμος, εγώ πάλι θα πήγαινα κι ας ήξερα πως θα ήταν προδομένα». Οι επιζώντες δεν μίλησαν για να εξιστορήσουν τον δικό τους άθλο -σε καμιά περίπτωση δεν το βλέπουν έτσι. Μίλησαν για να γνωρίσει ο τόπος, οι επόμενες γενιές, πως η θυσία των συμπολεμιστών τους, δεν ήταν άδικη. Να μάθουμε ότι κάτι κατάφεραν. Κι όταν κάποια στιγμή μας ζήτησαν αρμόδιοι να τους καλέσουμε σε παρασημοφόρηση, αρνήθηκαν. Δεν θέλουν τιμές, είπαν. Θέλουν μόνο οι επόμενες γενιές να γνωρίσουμε τις θυσίες της γενιάς που θυσιάστηκε το 1974.
 


Πώς ορίζεις εσύ προσωπικά τον ήρωα;
Αντιλαμβάνομαι τους ήρωες ως απλούς καθημερινούς ανθρώπους που ζουν ανάμεσά μας. Που όμως είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν, ακόμη και θυσιάζοντας τη ζωή τους ή ότι πολύτιμο έχουν, για να υπερασπιστούν ιδανικά, όπως η ελευθερία, εδάφη, όπως η πατρίδα, ανθρώπους που κινδυνεύουν από κάτι. Που είναι έτοιμοι να «πολεμήσουν» -όχι απαραίτητα με όπλα, για το κοινό καλό, για το παρόν και το μέλλον των νέων γενεών. Από έναν διασώστη ζώων, μέχρι έναν πυροσβέστη. Από μια μάνα ή έναν πατέρα που παλεύει μόνη/ος να μεγαλώσει το παιδί της/του, μέχρι έναν στρατιώτη που έρχεται αντιμέτωπος με τον εχθρό. Είναι στάση ζωής ο ηρωισμός.

Στην ειδική προβολή που έγινε τον Απρίλιο, ο πατέρας μου μού είπε τα πάντα με μόνο ένα βλέμμα και μια αγκαλιά.

Υπάρχει αντρειοσύνη και ηρωισμός στις μέρες μας;
Χαθήκαμε αν πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει. Άλλωστε, σε διεθνή κλίμακα πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε δει ηρωικές πράξεις από απλούς καθημερινούς ανθρώπους; Από τους πυροσβέστες στο Λονδίνο, τους πολίτες που προστάτευσαν άλλους πολίτες στη διάρκεια τρομοκρατικών επιθέσεων στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Βρετανία. Στρατιώτες που υπερασπίζονται τα εδάφη τους στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Ακόμη και στην Ελλάδα, αλλά και την Κύπρο. Πρότυπα σωστά υπάρχουν, αρκεί να θέλουμε να δούμε και να γνωρίζουμε προς τα πού πρέπει να κοιτάξουμε. Αρκεί να θέλουμε να εξελίξουμε τους δικούς μας εαυτούς, να γίνουμε εμείς τα πρότυπα στο κάτω-κάτω. Έχουμε το γονίδιο, το θέμα είναι να αποκτήσουμε και την άποψη. Το πιο επικίνδυνο αγκάθι στην εποχή μας είναι ο αποπροσανατολισμός από την ουσία που οδηγεί, σε πολλές περιπτώσεις, στον φανατισμό. Κι ο φανατισμός τυφλώνει.

Πού και πότε θα προβάλλεται το ντοκιμαντέρ αυτές τις μέρες;
Από 20 μέχρι 27 Ιουλίου σε όλα τα K Cineplex, σε όλες τις επαρχίες.

Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό το ντοκιμαντέρ; Πού θα θέλατε να ταξιδέψει;
Στόχος, όνειρο και επιδίωξη είναι να ταξιδέψει σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Διεκδικούμε ήδη συμμετοχή σε Διεθνή Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, τα οποία θα διεξαχθούν το 2018. Πέρα όμως από αυτά, για τα οποία λόγω κανονισμών δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα, είμαστε σε επαφή με Ελλάδα και Βρετανία, για ειδικές παρουσιάσεις. Ενώ προσπάθειες για ειδική προβολή γίνονται και για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία. Και για όλα αυτά θέλω να ευχαριστήσω ιδιαιτέρως την ομάδα με την οποία εργάστηκα κι εγώ, διότι είναι όλοι επαγγελματίες που αφιέρωσαν επιπρόσθετο χρόνο από τις κανονικές τους εργασίες, αφιλοκερδώς, για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Η δημοσιογραφική ομάδα, εκτός από εμένα, περιλαμβάνει τον Κυριάκο Πομηλορίδη, ο οποίος ανέλαβε και τη σκηνοθεσία, και την Άντρη Χαραλάμπους. Η Καλλιτεχνική Επιμέλεια και Διεύθυνση Φωτογραφίας ανήκει στον Χρίστο Γιαλλούρη. Κινηματογράφηση έκανε ο Γιώργος Ευθυβούλου, μοντάζ η Ξένια Τέκκη Λάμπρου, ενώ το τραγούδι του ντοκιμαντέρ είναι σύνθεση και ερμηνεία του Βασίλη Ιωάννου, σε στίχους του Χαράλαμπου Χαραλάμπους.

Σχολιαστε