Η «Ανατολή» της Αμμοχώστου

Ποτέ δεν του άρεσε όταν αναφέρονταν στην Αμμόχωστο ως «πόλη φάντασμα».

«Έσφυζε που ζωή το Βαρώσι, γιε μου, επάτας την άμμο τζιαι εν την εξεχώριζες που το χρυσάφι».

Το μόνιμο θέμα στα χείλη του πατέρα μου και η πόλη για την οποία επί καθημερινής βάσεως ο παππούς και η γιαγιά μας έλεγαν ιστορίες. Στο τραπέζι, στο δρόμο για το σχολείο, σε βραδινές συνάξεις της οικογένειας.

 

Γράφει ο Γιάννης Πέτεβης



Δεν είχα την τύχη να γεννηθώ στην Αμμόχωστο κι όμως είναι λες και ήμουν εκεί, σε όλα. Τη θαύμαζα για τη μεγαλοπρέπειά της κι ας είχα για μόνη ένδειξη εκείνη τη φωτογραφία που στοίχειωσε τα τετράδια του δημοτικού με την παραλία και τα ξενοδοχεία.

Κληρονομήσαμε οικογενειακώς, οι μικρότεροι, τον πόνο μιας πόλης που «θα μπορούσε σήμερα να ήταν...», έλεγαν, μα το «θα» έσβησε πριν καν γίνει...

Όταν άκουσα για την «Ανατολή», η αλήθεια είναι ότι ένιωσα έναν κόμπο στο στομάχι. Θες να ήρθαν στο μυαλό μου όλες οι παιδικές αναμνήσεις, θες το ότι μέσα πονάει;

Η αλήθεια είναι πως η Victoria Hislop ξύνει πληγές, μα αυτή η πληγή το χρειάζεται. Γιατί, κακά τα ψέματα, ο απολογισμός 40 χρόνια μετά δείχνει ότι το «δεν ξεχνώ» μπορεί και να έμεινε σύνθημα γραμμένο στους τοίχους, κι ίσως να πρέπει να θυμηθούμε τελικά.

Και αυτό ακριβώς κάνει η «Ανατολή». Μέσα από την ιστορία 2 οικογενειών, των «Γεωργίου» και των «Οζκάνς», οι οποίες μετακομίζουν το 1972 στην Αμμόχωστο με την ελπίδα να ζήσουν επιτέλους μια καλύτερη ζωή ενώ ταυτόχρονα, ένα νέο ξενοδοχείο, το «The sunrise» ετοιμάζεται πυρετωδώς για τα εγκαίνιά του.

Λίγο πριν το χάος, λίγο πριν 40.000 και πλέον άνθρωποι ξεσπιτωθούν κακήν κακώς για να γλιτώσουν.

H Victoria Hislop και το βιβλίο της που είναι αυτή τη στιγμή οι καλύτεροι πρεσβευτές της «κοιμισμένης πόλης», μιλά στη City Free Press, λίγες μέρες πριν από την επίσημη κυκλοφορία του στο νησί, στις 22 Οκτωβρίου.

 



Τι σας έκανε να θέλετε να διηγηθείτε την ιστορία της Αμμοχώστου;

Μια τεράστια πόλη πίσω από συρματοπλέγματα, γεμάτη από άδεια και εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία, καταστήματα, εστιατόρια... Αυτό από μόνο του δεν θα μπορούσε παρά να σε αφήσει με πολλά ερωτηματικά! Δεν θα μπορούσε παρά να εξιτάρει τη φαντασία σου; Τι πιο συναρπαστικό; Για ένα συγγραφέα, δεν μπορώ να φανταστώ κάτι πιο ενδιαφέρον.

Ποια η σχέση σας με την πόλη;

Αυτή είναι η πρώτη φορά που γράφω για ένα μέρος στο οποίο δεν πήγα ποτέ και στο οποίο δεν μου επετράπη η είσοδος. Έχω μια πολύ περίεργη σχέση μαζί της. Όμως μας δένουν μαζί οι άνθρωποί της, έχω φίλους, ανθρώπους που έζησαν εκεί και έχασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Γι' αυτούς είναι ένα συνεχές τραύμα, το οποίο βιώνω και συμπονώ απόλυτα.

 



Πού και πότε ξεκίνησε η έρευνά σας; Πόσο σας δυσκόλεψε η γραφειοκρατία στη συλλογή στοιχείων;

Για κάποιο λόγο, μου δόθηκε η εντύπωση πως ο προηγούμενος ηγέτης των Τουρκοκυπρίων, είχε δώσει την έγκρισή του για να μπορέσω να εισέλθω και να διασχίσω την περιφραγμένη πόλη των Βαρωσίων. Κάτι όμως που δεν ίσχυσε, καθώς την ίδια ακριβώς μέρα που έφθασα εκεί, για κάποιο λόγο, ο οποίος μου είναι ακόμη αδύνατον να κατανοήσω, η συναίνεσή του είχε αποσυρθεί. Αυτό θα μπορούσε να είναι γραφειοκρατία ή πολιτική απόφαση. Δεν μπορώ να το γνωρίζω. Όσον αφορά στην Αμμόχωστο και τη ζωή των ανθρώπων εκεί πριν από το 1974, προσπάθησα να συλλέξω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσα από βιβλία, φωτογραφίες, εφημερίδες και ακούγοντας τις ιστορίες ανθρώπων που ζούσαν εκεί πριν από την εισβολή.


Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του, έφθασε στην πρώτη θέση των κυριακάτικων «Times» στην κατηγορία «best selling novel», ενώ έχει δεχθεί τις καλύτερες κριτικές, με διαφορά μάλιστα, απ’ οτιδήποτε έχω γράψει μέχρι σήμερα.


Όταν ανακοινώθηκε πως το νέο σας βιβλίο θα είχε ως κύριο θέμα την Αμμόχωστο, επικοινώνησε κάποια από τις δύο πλευρές μαζί σας; Προσπάθησε κάποιος να σας εμποδίσει;

Όχι, και θα ήταν έκπληξη αν συνέβαινε αυτό. Πρόκειται περί μυθιστορήματος και όχι για βιβλίο πολιτικού περιεχομένου. Οι πολιτικοί γενικότερα δεν θεωρούν πως οι μυθιστοριογράφοι έχουν οιαδήποτε πολιτική επιρροή, συνήθως.

 


Η Κύπρος είναι «πρόβλημα». Αλλά από μόνη της η λέξη υπονοεί πως υπάρχει και λύση.


Ποιες οι προσδοκίες σας για την «Ανατολή»; Πώς το υποδέχθηκε το βρετανικό κοινό και πώς ελπίζετε πως θα το αποδεχθούν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι;

Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του, έφθασε στην πρώτη θέση των κυριακάτικων «Times» στην κατηγορία «best selling novel», ενώ έχει δεχθεί τις καλύτερες κριτικές, με διαφορά μάλιστα, απ’ οτιδήποτε έχω γράψει μέχρι σήμερα. Γι' αυτό και ναι, μπορώ να πω πως το βρετανικό κοινό το αγκάλιασε και το υποδέχθηκε τουλάχιστον με ενθουσιασμό. Αλλά δεν μπορώ να πω πως έχω γενικότερες προσδοκίες για το πώς θα το δεχθεί οποιοδήποτε άλλο κοινό. Ελπίζω μόνο να νιώσουν την επιθυμία μου να πω, μέσω του «Ανατολή», την ιστορία της πόλης και την απώλεια που βίωσαν οι κάτοικοί της.

Άλλαξε η αντίληψή σας για το κυπριακό «πρόβλημα» κατά τη διάρκεια συγγραφής του βιβλίου;

Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός πως η λέξη που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον είναι το «πρόβλημα». Έτσι ακριβώς το βλέπω. Η Κύπρος είναι «πρόβλημα». Αλλά από μόνη της η λέξη υπονοεί πως υπάρχει και λύση. Το πίστευα τότε και το πιστεύω και τώρα.

Ποιες οι ομοιότητες και ποιες οι διαφορές μεταξύ των «Γεωργίου» και των «Ozkans»; Καθρεφτίζουν καθόλου αυτές μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων;

Με ενδιαφέρουν οι ομοιότητες και όχι οι διαφορές. Αυτές -οι ομοιότητες- θα έπρεπε να ενδιαφέρουν τους πάντες στην Κύπρο, εκεί θα πρέπει να επικεντρωθούν, γιατί πιστέψτε με είναι αρκετές και ελπίζω πως αντικατοπτρίζονται με ακρίβεια στις δύο οικογένειες του μυθιστορήματος.

Υπάρχει θύτης και θύμα στην ιστορία σας; Και ποιος είναι ποιος;

Θύματα είναι όσοι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι έγινε το 1974. Αλλά και όσοι ευθύνονται, δεν έχουν κερδίσει στο τέλος απολύτως τίποτα! Σπάνια βρίσκεσαι ενώπιον μιας κατάστασης από την οποία όλοι βγαίνουν χαμένοι. Γι' αυτό, μου είναι αδύνατον να εντοπίσω θύτη!

 


Αν και δεν μπόρεσα να περάσω τα συρματοπλέγματα, το νιώθεις, το αισθάνεσαι απλώς και μόνο σαν στέκεσαι δίπλα τους. Είναι μια πόλη πνιγμένη στα «κάποτε» και στα «πώς ήταν».




Οι άνθρωποι αναφέρονται στην Αμμόχωστο ως «πόλη φάντασμα». Είναι χαρακτηρισμός που σας βρίσκει σύμφωνη;

Δεν υπάρχει καλύτερος χαρακτηρισμός. Τόσο από κοντά όσο και από μακριά, ο καθένας μπορεί να δει πως η Αμμόχωστος είναι γεμάτη αναμνήσεις, σκιές του παρελθόντος. Αν και δεν μπόρεσα να περάσω τα συρματοπλέγματα, το νιώθεις, το αισθάνεσαι απλώς και μόνο σαν στέκεσαι δίπλα τους. Είναι μια πόλη πνιγμένη στα «κάποτε» και στα «πώς ήταν». Πολλοί αναφέρονται σε αυτήν και σαν «κοιμωμένη καλλονή» αλλά σίγουρα ο πρίγκιπας δεν έχει φανεί ακόμη.


Ο πολιτισμός του καθενός φαίνεται εντέλει όταν αναγνωρίζει τα δικά του λάθη, τις δικές του ευθύνες και τον πόνο του άλλου.


Είναι ο τίτλος του βιβλίου συμβολικός;

Φυσικά! Κάθε μέρα όταν ανατέλλει ο ήλιος υπάρχει ελπίδα, άρα και πιθανότητα να βρεθεί μια λύση. Κάθε μέρα είναι και μια καινούργια ευκαιρία.

Μιλώντας με Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, πόσο διέφεραν οι ιστορίες τους και πού νομίζετε ότι βρίσκεται η αλήθεια;

Όπως θα περίμενε κανείς, τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι επικεντρώνονται στο πόσο πολύ υπέφερε η δική τους πλευρά απ' όλα όσα έγιναν. Αυτό είναι φυσικό, αλλά ο πολιτισμός του καθενός φαίνεται εντέλει όταν αναγνωρίζει τα δικά του λάθη, τις δικές του ευθύνες και τον πόνο του άλλου. Και οι δύο πλευρές έχουν να σου πουν πολλές ιστορίες ανθρώπινης απώλειας, ξεριζωμού, φόβου...  Χιλιάδες άνθρωποι και των δυο εθνοτήτων εγκατέλειπαν τότε την Κύπρο. Αρκετοί απ' αυτούς ζούνε τώρα στο Λονδίνο και μάλιστα σε πολύ κοντινές αποστάσεις. Αυτό από μόνο του λέει αρκετά. Γι' αυτό στο ερώτημα εάν οι δύο κοινότητες μπορούν τελικά, να ζήσουν ειρηνικά, υπάρχει απάντηση. Όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος.

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ