Φίλε, νίκησε ο Stratos!

Τον Γιάννη Οικονομίδη δεν τον γνώριζα προσωπικά. Τις ταινίες του ναι. Μέχρι εκεί όμως. Κατά τη διάρκεια του Cyprus Film Days 2014 και πριν από την προβολή της ταινίας του «Το μικρό Ψάρι» (άλλως «Stratos») στη Λεμεσό, τον είδα να επισκέπτεται το θέατρο Ριάλτο και να παρακολουθεί ταινίες. Ψηλός, γεροδεμένος, σοβαρός, μετρημένος και... λίγο φοβιστικός. Από την Πέγκυ Σπινέλη.

 

Σατανική κωμωδία, film noir ή γκανγκστερική, «Το μικρό Ψάρι» είναι μια άρτια παραγωγή, μια ενδιαφέρουσα πρόταση και μια δυνατή ταινία. Προβλήθηκε στo Cyprus Film Days 2014 και τόσο οι θέσεις του θεάτρου Ριάλτο όσο και οι θέσεις στο Ζήνα Πάλας είχαν γεμίσει με κόσμο που ήθελε να παρακολουθήσει την τέταρτη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη. Οι δυόμισι ώρες δεν αποτέλεσαν τροχοπέδη, τουναντίον.

Στην απονομή των Βραβείων της Κριτικής Επιτροπής, «Το μικρό Ψάρι» ήταν ο μεγάλος νικητής και το χειροκρότημα απέδειξε πως η βράβευση του Κύπριου σκηνοθέτη ήταν αναμενόμενη. Σενάριο, φωτογραφία, πλάνα, χαρακτήρες, ρυθμός, πλοκή, ατμόσφαιρα, μουσική, όλα ήταν τέλεια προσεγμένα και φροντισμένα με επαγγελματικό τρόπο αλλά με ερασιτεχνική αφοσίωση, αν καταλαβαίνεις τη διαφορά.

Ο Γιάννης Οικονομίδης είναι λάτρης των film noirs. Γι’ αυτό και δεν θα μπορούσε να μην είναι και λίγο noir (σκοτεινός) ο ίδιος. Σ’ αυτόν που δεν τον γνωρίζει και τον πλησιάζει για να του κάνει ερωτήσεις για την ταινία του, δίνει την εντύπωση πως είναι καχύποπτος, όχι γιατί είναι κακός ή απόμακρος, αλλά γιατί θέλει να προστατεύσει τη δουλειά του. Αφού του μιλήσεις και κλείσεις το μαγνητοφωνάκι, η στάση του επιβεβαιώνει αυτό που είναι: ένας πολύ ταλαντούχος δημιουργός, ένας πολύ τελειομανής σκηνοθέτης, με άποψη, χιούμορ και τσαγανό. Είναι Λεμεσιανός και ζει στα Εξάρχεια, τι να λέμε τώρα;

Συναντηθήκαμε έξω από το Ριάλτο και μιλήσαμε, λίγη μόνο ώρα πριν η κριτική επιτροπή τού Cyprus Film Days τον βραβεύσει.

 

Πώς σας φάνηκε η χθεσινή προβολή;

Η προσέλευση ήταν καλή. Προχωράμε, βελτιωνόμαστε. Ξεκινήσαμε με άδεια καθίσματα, αλλά από ταινία σε ταινία γεμίζει το σινεμά. Καλό είναι αυτό. Καλό για εμένα. Μάλλον έρχεται ο κόσμος στις αίθουσες γιατί αρχίζω και ακούγομαι λίγο, αλλά δεν νομίζω πως είναι κάτι άλλο πέρα από αυτό.

Εκτός από τη φήμη τη δική σας, ποιος άλλος παράγοντας γέμισε το Ριάλτο, Σάββατο δέκα το βράδυ; Η υπόθεση; Οι διάλογοι;

Αυτά είναι για ένα μικρό κομμάτι του κόσμου. Ο πιο πολύς κόσμος έρχεται γιατί ακούγεται το όνομα από ταινία σε ταινία. Βέβαια, αυτό είναι σε ένα φεστιβαλικό πλαίσιο. Η πραγματική δυναμική της ταινίας φαίνεται στην εμπορική διανομή.

Πώς τα πάει η προβολή της ταινίας στην Ελλάδα;

Μέτρια, πολύ μέτρια και εδώ φαντάζομαι πως θα τα πάει χάλια. Όπως εξάλλου τα πάνε όλες οι ευρωπαϊκές ταινίες και οι ελληνικές που δεν είναι κωμωδίες. Αυτά είναι τα ζητήματα τα σοβαρά. Τώρα στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ, πάντα υπάρχει ένα κοινό.

Αυτό το κοινό, πώς ανταποκρίθηκε, με βάση τη συζήτηση που ακολούθησε της προβολής;

Αυτό δεν σου επιτρέπει να βγάλεις συμπέρασμα. Ο αριθμός των ανθρώπων που παίρνουν την πρωτοβουλία να κάνουν κάποιες ερωτήσεις ή να πάρουν το λόγο, δεν δίνουν την αντιπροσωπευτική εικόνα του πώς πέρασε η ταινία στους θεατές. Στη Λευκωσία, για παράδειγμα, ήταν γεμάτη η αίθουσα. Δεν ένιωσε κανένας την ανάγκη να πει κάτι. Καλύτερα. Θέλω να πω πως δεν σημαίνει κάτι αν γίνει μετά κουβέντα ή δεν γίνει.

Η ταινία πώς προέκυψε;

Θέλαμε να κάνουμε μια αστυνομική ταινία. Από τη στιγμή που βρήκαμε τι θα ήταν ο βασικός χαρακτήρας, το ότι θα ήταν ένας εκτελεστής δηλαδή, μοναχικός και τα λοιπά και τα λοιπά, μετά αρχίσαμε να δουλεύουμε το story line, την ιστορία δηλαδή. Αυτό είναι δουλειά. Προκύπτει μέσα από κόπο. Γράφεις, σκίζεις, γράφεις σκίζεις... Δύσκολες φάσεις υπάρχουν πολλές καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας των τεσσάρων-πέντε ετών που απαιτούνται για να στήσεις ένα project. Μια πάρα πολύ δύσκολη φάση ας πούμε είναι το σενάριο. Είναι πολύ δύσκολη φάση. Και δυσάρεστη. Είσαι μόνος σου, είναι πολύ κλειστή διαδικασία. Έχει πολύ μόχθο όλο αυτό το πράμα.

Μετά το σενάριο, συνεχίζεται η δύσκολη διαδικασία;

Μετά το σενάριο, υπάρχουν και οι αντικειμενικές δυσκολίες που υπάρχουν έτσι κι αλλιώς. Η πραγματική δυσκολία για ένα σκηνοθέτη μετά, αφού φτιάξει, με πολύ κόπο το σενάριο, είναι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να ισορροπήσει έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων και ειδικοτήτων. Από τους παραγωγούς, μέχρι τους ηθοποιούς και τους συντελεστές. Πρέπει ο σκηνοθέτης να τους «κρατά», να ισορροπήσει έναν κόσμο που είναι είκοσι, τριάντα, σαράντα άτομα, σε μια κατάσταση που είναι βιο-τεχνική και δεν είναι βιομηχανική. Όπως είναι το σινεμά στην Ελλάδα, που είναι βιοτεχνικό και δεν είναι βιομηχανικό, όπου τα πράγματα είναι κουρδισμένα, είναι κουμπωμένα και εσύ δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι γιατί άλλοι έχουν φροντίσει για εσένα. Στην Ελλάδα, επειδή είναι μια μικρή χώρα, όπως σε κάθε μικρή χώρα που κάθε φορά που κάνουμε μια ταινία, ανακαλύπτουμε ξανά το σινεμά από την αρχή, πρέπει να έχεις το νου σου. Πρέπει να είσαι σε μια διαδικασία να ισορροπείς ένα σωρό κόσμο.

Και να προστατεύεις εαυτόν;

Και αυτό και την ταινία και τον κόσμο. Να μην γίνει της πουτάνας.

Στην ταινία δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή η χρονική περίοδος στην οποία διαδραματίζεται η υπόθεση. Θα μπορούσε να ήταν στην Ελλάδα της κρίσης, αλλά και στην Ελλάδα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν μπήκατε στον πειρασμό να κάνετε αναφορά στην Ελλάδα της κρίσης;

Όχι. Αποφεύγω να το κάνω. Δεν είμαι σκηνοθέτης του downtown. Δεν υπάρχει στις ταινίες μου όλο αυτό το beat της Αθήνας, του κέντρου, της Κυψέλης, της Ομόνοιας -εκτός αν είναι πολύ σποραδικό. Στην πραγματικότητα με ενδιαφέρουν πολύ τα προάστια. Τα προάστια δουλεύουν με άλλους ρυθμούς και σε άλλους κώδικες. Είναι άλλη φάση και είναι και πιο αισθητικά. Έχουν μεγαλύτερη ενέργεια και οσμή. Θεωρώ πως εκφράζουν καλύτερα την πόλη από ό,τι το κέντρο της Αθήνας.

Η προσωπική μου άποψη είναι πως εκτός από το σενάριο, την πλοκή, τη δυναμική των χαρακτήρων, τη φωτογραφία, το ρυθμό και την ατμόσφαιρα, οι καθηλωτικές ερμηνείες είναι αυτές που κάνουν την ταινία τόσο δυνατή. Όχι μόνο των πρωταγωνιστών. Η Τσαπανίδου, για παράδειγμα, μέσα στα τρία λεπτά που διήρκησε η παρουσία της, σε εντυπωσιάζει. Δεν περίμενα να τη δω έτσι.

Τέσσερα...

Δεν ξέρω αν έχει να κάνει με την ποιότητα του ηθοποιού ή την καθοδήγηση του σκηνοθέτη.

Αυτό που λες δεν είναι τυχαίο. Τελικά η ταινία στην ουσία της, στην πραγματικότητά της, είναι μια ταινία χαρακτήρων. Πέρα από την ετικέτα ότι είναι γκανγκστερική ταινία, είναι «νεο-νουάρ», είναι έτσι, είναι αλλιώς... στην πραγματικότητα είναι και μια ταινία χαρακτήρων. Οπότε, για να κάνεις μια ταινία χαρακτήρων να σταθεί και να είναι καλή, να πατήσει δηλαδή, πρέπει μοιραία να έχεις καλές αποδόσεις στο κομμάτι των ηθοποιών, στο ερμηνευτικό.

Η καθοδήγηση είναι αποκλειστικά δική σας;

Ναι, είναι ένα βασικό κομμάτι του film making.

Σας φοβούνται οι ηθοποιοί σας;

Όχι, δεν με φοβούνται, με σέβονται. Αλλά όταν πρέπει να με φοβηθούν, με φοβούνται κιόλας.



«Το μικρό Ψάρι» θα προβληθεί στους κυπριακούς κινηματογράφους τον Μάιο. Είναι μια ιδιαίτερη ταινία ακριβώς όπως και ο δημιουργός της. Είναι όμως και πολύ ξεχωριστή.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ