Αφίξεις

Άκουσε το βουητό των κινητήρων. Κοίταξε στον ουρανό κι  έπειτα το ρολόι του. Το αεροπλάνο απείχε λίγα μέτρα από τη θάλασσα της Λάρνακας. Αυτό είναι. Αναγνώρισε τα χρώματα των αερογραμμών. Παράγγειλε ακόμα ένα campari  με σόδα. Θα έπινε το ποτό του και  θα ξεκινούσε για το αεροδρόμιο. Το έχει δοκιμασμένο. Στο συγκεκριμένο μπαρ. Όταν μπορεί να διαβάσει καθαρά το λογότυπο της εταιρίας, στην άτρακτο του αεροσκάφους που είναι έτοιμο για προσγείωση, ο χρόνος που μεσολαβεί για να βγουν οι επιβάτες του από την αίθoυσα αφίξεων, είναι ένα ποτό. Ένα ποτό και κάτι. Με αυτό το ιδιότυπο χρονόμετρο, αποφεύγει τη διαδικασία αναζήτησης χώρου στάθμευσης στο αεροδρόμιο ή την άσκοπη οδήγηση έως ότου ξεπορτίσει ο άρτι αφιχθείς με τις αποσκευές ανα χείρας.

Του αρέσει να παραλαμβάνει φίλους όταν επιστρέφουν από ταξίδι. Άμα  δεν μπορείς να φύγεις ο ίδιος, κλέψε από την αύρα όσων επιστρέφουν. Κι όταν είναι να παραλάβει από το αεροδρόμιο, γουστάρει να ξεκινά νωρίτερα. Να κάθεται στο παραλιακό μπαρ. Μια ανάσα από τον αεροδιάδρομο. Να απολαμβάνει όσους φεύγουν και να καλωσορίζει όσους έρχονται. Αυτός στη γη κι εκείνοι εναέριοι. Τους ιθαγενείς, τους μόνιμους κατοίκους, τους καλωσορίζει με ευχές για υπομονή και ομαλή προσαρμογή. Όσους έρχονται για διακοπές στο νησί, τους εύχεται να  πετύχουν τους «σωστούς» ανθρώπους και να επισκεφτούν μέρη που δεν αναφέρονται σε ταξιδιωτικούς οδηγούς και τουριστικές ιστοσελίδες. 

Ζήτησε τον λογαρισμό, ήπιε την τελευταία γουλιά και πλήρωσε.

Ξεκίνησε, χωρίς να βιάζεται, για την αίθουσα αφίξεων. Το κινητό του χτύπησε την ώρα που προσέγγιζε τον κυκλικό κόμβο του αερολιμένα. «Ελα ρε, μόλις βγήκαμε». Ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης  σχηματίστηκε στα χείλη του. Για ακόμα μια φορά, ακριβές το «χρονόμετρό» του.

Φόρτωσαν τις μικρές βαλίτσες στο πορτ μπακγάζ. Μπήκαν στο αμάξι. Διέκρινε τα σημάδια της αϋπνίας στο πρόσωπό τους. Εμφανή όμως ήταν και τα σημάδια ευτυχίας. Οδηγούσε και τους άκουγε να αφηγούνται. Δεν έλειπαν πολλές μέρες. Δεν χρειάζεται πολλές ο άνθρωπος για να ανασάνει. Λίγες μα να τις αδράξει. Ξεχείλιζαν ενθουσιασμό. Λόγια, εκφράσεις. Ο τόνος της φωνής τους. Χαμήλωσε τη μουσική.  Στα αυτιά του, οι διηγήσεις τους. Φάσεις από τους δρόμους της άγνωστης πόλης. Από την περιπλάνησή τους. Περιγραφές από την επίσκεψη  στο μουσείο και τα εκθέματά του. Το συμπαθητικό λιλιπούτειο μπαρ που ανακάλυψαν τυχαία. Τον φιλόξενο μπάρμαν και τα εξαιρετικά του κοκτέιλ. Κουβέντες για ζαχαροπλαστεία. Αναφορές σε αλλαντικά και συνοικιακά μπακάλικα. Την τοπική μπίρα που γεύτηκαν. Τους ανθρώπους που γνώρισαν. Σχεδόν όλα, χώρεσαν στην απόσταση αεροδρόμιο-σπίτι.

Πόσο ωραία είναι η αίσθηση που αποπνέουν οι ταξιδιώτες μόλις επιστρέψουν; Τυχεροί όσοι έχουν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν συχνά. Να φεύγουν από τον τόπο.

Πλησίαζαν τη γειτονιά τους και πάσκιζε να θυμηθεί το βιβλίο στο οποίο διάβασε πως: το αληθινό ταξίδι είναι η επιστροφή.

Χαιρετίζονταν και πριν κλείσει την πόρτα, του άφησε ένα δώρο στη θέση του συνοδηγού. Μαύρη σοκολάτα με καραμέλα και αλάτι. Έβαλε πρώτη και δυνάμωσε την ένταση του ραδιόφωνου. Πριν φτάσει στο τέρμα του δρόμου, θυμήθηκε τον τίτλο του βιβλίου.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ