Η κόμμωση

Περπατούσε με βήμα γοργό προς την έξοδο. Οι διάφανες, ηλεκτρικές πόρτες, άνοιξαν αυτόματα. Βγήκε στο προαύλιο. Έστριψε με μαεστρία ένα τσιγάρο και το άναψε. Ακούμπησε τους αγκώνες του στο προστατευτικό τοιχάκι και κοίταζε κάτω, στο βάθος, τα φώτα της πόλης.

Τα χρόνια που εργάζεται στο νοσοκομείο αντιμετώπισε πολλά και είδε άλλα τόσα. Γνώρισε λογής-λογής ανθρώπους. Κάθε ηλικίας. Νοσηλευτής στο επάγγελμα, λαμβάνει τον πόνο του ασθενούς πρώτος. Να δώσει την πρώτη ανακούφιση. Την πρώτη βοήθεια. Υπομονετικά. Μαζί με όσους βαστούν σταυρό στη πλάτη. Δίπλα τους. Να καθησυχάζει ετοιμοθάνατους κι ας ξέρει πως γίνεται ψεύτης.

Και των ιδιοτροπιών, των φωνών διαμαρτυρίας, αυτός ο πρώτος δέκτης. Ένα ανθρώπινο κουτί παραπόνων.

Συχνά δέχεται από ασθενείς φιλοφρονήσεις. Σχόλια κολακευτικά για την συμπεριφορά του και για τον ζήλο τον οποίο επιδεικνύει. «Τη δουλειά μας κάνουμε» υποστηρίζει κοφτά.

Άκουσε πολύ κλάμα αυτά τα χρόνια. Είδε λίτρα δακρύων. Να κυλούν και να  βρέχουν επιδερμίδες. Σε μάγουλα νεανικά, κατάλευκα. Και σε γερασμένα. Τσακισμένα από το χρόνο, χαρακωμένα από ρυτίδες. Είδε ανθρώπους να λυγίζουν. Και κάνει τη καρδιά του πέτρα για αποκούμπι.

Φίλοι και συνάδελφοι τον παραίνεσαν, πολλές φορές, να μην συνδέεται. Να μη βάζει τόσο συναίσθημα. Λες και υπάρχει ρέγουλα στον αλτρουισμό.

Τα ξεχνά όλα μόλις ακούσει γέλιο από ασθενή. Τα διαγράφει όλα στη στιγμή. Η αιχμή του δόρατός  του, ενάντια στον πόνο τους, είναι το χιούμορ. Ο αυτοσαρκασμός. Η ανταλλαγή ανεκδότων με τους αρρώστους του. Βλέπει  χαμόγελο σε ταλαιπωρημένο και αγαλλιάζει.

Το χαμόγελο που εισέπραξε σήμερα όμως, δεν θα το ξεχάσει ποτέ.

Η μεσήλικη γυναίκα υποφέρει. Μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που τη χτύπησε, βρέθηκε σε ένα από τα κρεβάτια του νοσοκομείου. Μήνες καθηλωμένη. Ορός στη φλέβα, τροφή με το ζόρι, φαρμακευτική αγωγή. Και ένα γκρι περιβάλλον. Επικοινωνία καμία. Πρόσωπο μαραζωμένο. Αγέλαστο.

Και έρχεται αυτή η βάρδια. Η συνάδελφός του, τον καλεί. Χρειαζόταν βοήθεια. Σ’ εκείνο τον θάλαμο. Αντίκρισε το θλιμμένο πρόσωπο. Την αφουγκράστηκε.

Έσπασε τη σιωπή που επικρατούσε στο δωμάτιο: «Τι ‘φτιάχνει’ πάντα μιαν κυρία;». Η νοσοκόμα τον κοίταξε με απορία. Η καταβεβλημένη ασθενής  με το βλέμμα στον τοίχο. Χωρίς να αντιλαμβάνεται. «Μα φυσικά, ένα κομμωτήριο» απάντησε στην ερώτηση που ο ίδιος έθεσε.

Τη σήκωσαν από το κρεβάτι και προχώρησαν στο λουτρό. Της προσέφεραν ένα απολαυστικό μπάνιο. Αλοιφές, πούδρα. Την έντυσαν και την κάθισαν στην καρέκλα, με το πρόσωπο της να κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο. Έπιασε την κτένα με χάρη και σοβαρότητα επαγγελματία. Δεν χτένισε ποτέ άλλον άνθρωπο. Της μιλούσε και  περιποιούταν τα μαλλιά της με προσοχή.  Έλεγε αστεία και μοιραζόταν μαζί της κουτσομπολιά απ’ τα περιοδικά που διαβάζει στην τουαλέτα. Χωρίς καμία ανταπόκριση. Τελείωσε με τη κόμμωση. Της έκανε κομπλιμέντο και την έβαλαν να ξαπλώσει.

Το χαμόγελο που σχηματίστηκε στο πρόσωπο της κυρίας, την ώρα που την καληνύχτισε, ήταν το πιο συγκλονιστικό χαμόγελο που είδε ποτέ στη ζωή του.

Εισέπνευσε την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου και με μια εκπνοή, έκανε ένα συννεφάκι καπνού να ανεβαίνει προς τα πάνω.

Αν  ζούσε σε ένα πλανήτη όπου οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν το χρήμα για τις συναλλαγές τους, σήμερα, θα είχε πάρει το μηνιάτικό του.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ