Ρολόι, μολύβι, κλειδιά

Του σέρβιρε τον καφέ στο τραπέζι της κουζίνας. Τον παρακάλεσε να προσέχει, μη λερώσει το πουκάμισό του. Μετά πλησίασε τη μητέρα της.

Καθόταν ακίνητη στον καναπέ, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση που έδειχνε ελληνική σειρά σε επανάληψη. Το μεταλλικό πι ήταν στο πλάι. Γονάτισε και της φόρεσε τις παντόφλες της. Στα πρησμένα πόδια της, δεν χωράνε πλέον παπούτσια. Παντόφλα, χειμώνα-καλοκαίρι.

Ο κύριος Παντελής ήπιε τον καφέ του χωρίς να λερώσει το πουκάμισό του και η κυρία Ελλού, στάθηκε στα πόδια της. Με καθαρές παντόφλες και το πι στα χέρια. Ήταν έτοιμοι για αναχώρηση. Τους έβαλε, με υπομονή, στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν για το ραντεβού με το γιατρό. Τελευταίως, άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα Αλτσχάιμερ -μεταξύ άλλων- η κυρία Ελλού.

Τον κύριο Παντελή δεν τον αφήνουν ποτέ μόνο στο σπίτι. Όχι πως ο Κύριος Παντελής θα δεχόταν να έμενε σπίτι στην προκειμένη περίπτωση. Δεν μπορεί να μη συνοδεύει τη σύζυγό του, την Ελλού του, σε κάθε γιατρό, σε κάθε εξέταση.

 

«Λοιπόν Κυρία Ελλού μου, θα κουβεντιάζουμε και θα κάνουμε κι ένα μικρό τεστ, εντάξει;» πρότεινε ο γιατρός.

«Εντάξει γιε μου» αποκρίθηκε.

Ο γιατρός καθόταν στο μεγάλο γραφείο του. Στις πολυθρόνες απέναντί του, βολεύτηκαν η κυρία Ελλου κι ο κύριος Παντελής. Η κόρη τους πιο πίσω, στον μικρό καναπέ.

«Θα σου δείξω τρία αντικείμενα κυρία Ελλού και θέλω να τα προσέξεις και να τα θυμάσαι. Μετά θα μου μιλήσεις για το γιο σου που ζει στην Αυστραλία, θα μου πεις τα νέα σου. Αυτά που θα σου δείξω όμως, θέλω να τα συγκρατήσεις»

Μεσολάβησε απόλυτη σιωπή. Ο γιατρός έριξε μια ματιά στο φάκελο που είχε ανοιχτό μπροστά του.

«Λοιπόν κυρία Ελλού» συνέχισε και παράλληλα τράβηξε το συρτάρι του γραφείου του κι έβγαλε από μέσα ένα ρολόι χειρός. Το κρατούσε απ' το δερμάτινο λουράκι επιδεικτικά. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, άφησε το ρολόι και έπιασε με τα ασπρουλιάρικα δάκτυλά του, ένα μολύβι. Της έδειχνε ένα καλοξυσμένο μολύβι. Το τρίτο αντικείμενο, μια δέσμη κλειδιών. Κουνούσε τη δέσμη με τα κλειδιά, μπροστά της, σαν εκκρεμές.

 

Έπειτα, ξεκίνησε να ρωτά διάφορα καθημερινά. Για τη ζωή της, τον ξενιτεμένο γιο της, για τη σύνταξή της. Η κυρία Ελλού δεν απαντούσε. Δεν συμμετείχε καθόλου στην κουβέντα. Ξαφνικά, διέκοψε τον μονόλογο του ο γιατρός.

«Τι σου έδειξα πρώτο κυρία Ελλού;» Η κυρία Ελλού δεν ανταποκρινόταν

Αφού της έδωσε λίγο περιθώριο να σκεφτεί, τη ξαναρώτησε. «Το δεύτερο κυρία Ελλού; Το θυμάσαι;»

Τίποτα, καμία λέξη. Μετά από κάμποσο διάστημα σιωπής, η κυρία Ελλού άνοιξε το στόμα της. «Πότε φεύκεις για την  Αυστραλία γιέ μου είπαμε;»

 

Δεν μίλησε κανείς. Ο κύριος Παντελής είχε ήδη σηκωθεί, σχετικά εύκολα, από την πολυθρόνα του. Με το μπαστούνι για μόνη βοήθεια, περπάτησε μερικά βήματα χωρίς να ενοχλήσει. Στάθηκε μπροστά στον τοίχο με τα πολλά κάδρα. Πίνακες, πτυχία, ο όρκος του Ιπποκράτη κι ένας παλιός χάρτης της Κύπρου ήταν αναρτημένα στον μεγάλο τοίχο. Ο κύριος Παντελής παρατηρούσε τον χάρτη την ίδια ώρα που ο γιατρός επαναλάμβανε

«Κυρία Ελλού μου, τι σου έδειξα πριν λίγο; Θυμάσαι κάποιο από τα αντικείμενα;»

Αγωνιούσε να ακούσει μια απάντηση ο γιατρός μα η αφωνία της συνεχιζόταν. 

Ο κύριος Παντελής έκανε μεταβολή αργά-αργά και έχωσε το χέρι του στην αριστερή του τσέπη. Τράβηξε όσο αθόρυβα μπορούσε το μεταλλικό μπρελόκ με τα δυο κλειδιά του περασμένα πάνω. Τέντωσε το χέρι του κουνώντας το μπρελόκ  προς την Ελλού του. Ταυτόχρονα πάλευε, μάταια, για να συναντηθούν τα βλέμματά τους. Ο μόνος που τον είδε ήταν ο γιατρός.

«Κύριε Παντελή για όνομα του Θεού, τι προσπαθείς να πετύχεις;»

«Μα ούτε ένα γιατρέ μου; Να μην βρει ούτε ένα;»


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ