Ιστορίες από μια Κύπρο που δεν υπάρχει πλέον

Η Νικολέττα Δημητρίου, εθνομουσικολόγος στο επάγγελμα, τα τελευταία μερικά χρόνια και στο πλαίσιο μιας έρευνας για λογαριασμό του Oxford University, προσπαθεί να καταγράψει -φτιάχνοντας μάλιστα και ένα ντοκιμαντέρ- τις ιστορίες της ζωής των φκιολάρηδων της Κύπρου.

 


«Και γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε για τη ζωή αυτών των ανθρώπων, πέραν από την τέχνη, τη μουσική τους;» θα ρωτούσε ο καθένας. «Γιατί οι ιστορίες της ζωής τους μας δίνουν την εικόνα μιας Κύπρου που δεν υπάρχει πλέον» απαντά σχεδόν αμέσως η Νικολέττα. Πρόκειται, όπως μαθαίνουμε, για «μια ξεχωριστή επαγγελματική τάξη, η οποία ακολουθούσε τους δικούς της κανόνες μαθητείας, πληρωμής κλπ» και η οποία άρχισε να φθίνει περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Πέραν από την (απλή) καταγραφή των ιστοριών, όμως, τόσο ως γραπτό ιστορικό ντοκουμέντο όσο και ως βίντεο και δη ως ντοκιμαντέρ, ένας από τους κύριους σκοπούς της Νικολέττας είναι να δώσει τη δυνατότητα στους ίδιους τους φκιολάρηδες να δουν το ντοκιμαντέρ όσο είναι ακόμα εν ζωή, αφού οι ηλικίες τους κυμαίνονται μεταξύ 75 και 95…

Προσωπικά, θεωρώ πως εκεί ακριβώς εντοπίζεται και μια από τις σημαντικότερες πτυχές της πολύ ωραίας δουλειάς που κάνει. Αναφέρομαι φυσικά στην ηθική ικανοποίηση που προσφέρει ένας άνθρωπος που έχει τη δυνατότητα να το κάνει (ένας επιστήμονας στην προκειμένη) σε έναν άλλο άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων, κι αυτό είναι αναμφισβήτητα κάτι που μας βοηθά να πάμε μπροστά ως κοινωνία. Η Νικολέττα ως επιστήμονας και ο κάθε επιστήμονας δεν προσφέρει μόνο στον ίδιο τον δέκτη της εκάστοτε προσπάθειας, της εκάστοτε έρευνας, αλλά ταυτόχρονα γίνεται υπόδειγμα για πολύ κόσμο. Και πόσω μάλλον σε περιπτώσεις όπως η συγκεκριμένη όπου τίποτα δεν είναι επιτηδευμένο, όπου υπάρχει αλήθεια, σεβασμός, ανιδιοτέλεια και καθόλου προσδοκία για προσωπικό όφελος.



Εξήγησε μου καταρχάς, ποια είναι η ιδιότητα ενός εθνομουσικολόγου.

Είμαι εθνομουσικολόγος και αυτή τη στιγμή δουλεύω ως ερευνητική εταίρος στους τομείς της Εθνομουσικολογίας και των Βιογραφικών Σπουδών στο Wolfson College στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Σπούδασα εθνομουσικολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, στο SOAS, μια σπουδή που μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους. Κάποιοι την ονομάζουν «μελέτη της μουσικής από ανθρωπολογική πλευρά» ή «μελέτη των ανθρώπων που παίζουν μουσική» ή που, όπως το λέμε στα αγγλικά, «who make music», οπότε μπορεί να είναι που παίζουν ή που συνθέτουν ή που ερμηνεύουν με διάφορους τρόπους. Τώρα, πρακτικά τι σημαίνει; Συνήθως, χωρίς τούτο να είναι απόλυτο, οι εθνομουσικολόγοι μελετούν διάφορες μουσικές παραδόσεις, ή μουσικές παραδόσεις από διάφορα μέρη του κόσμου. Μπορεί επίσης να μελετούν κλασσική μουσική αλλά με εθνομουσικολογικές μεθόδους. Στη δική μου περίπτωση, η έρευνά μου εστιάζεται στην κυπριακή παραδοσιακή μουσική. Και ακριβώς στην κυπριακή παραδοσιακή μουσική ήταν και το διδακτορικό μου αλλά και η μεταδιδακτορική μου έρευνα που κάνω τώρα.


Στην Κύπρο, ο όρος φκιολάρηδες δεν περιλαμβάνει αυστηρά μόνο όσους παίζουν βιολί.


Και συγκεκριμένα εστιάζει στους φκιολάρηδες, σωστά;

Η τωρινή μου μελέτη εστιάζεται στους φκιολάρηδες ναι. Πιο παλιά όμως είχα κοιτάξει άλλα θέματα της κυπριακής μουσικής, οπότε αυτό αλλάζει ανάλογα με το πώς προχωρά η δουλειά μου. Με το συγκεκριμένο project, τους φκιολάρηδες, ασχολούμαι από το 2012.

 



Η Νικολέττα ήταν ανάμεσα στους ομιλητές του περσινού (2014) TEDxUnic



Γιατί διάλεξες τους φκιολάρηδες και όχι για παράδειγμα τους λαουτάρηδες ή αυτούς που παίζουν πιθκιαύλι;

Καταρχάς να σου που πως, στην Κύπρο, ο όρος φκιολάρηδες δεν περιλαμβάνει αυστηρά μόνο όσους παίζουν βιολί. Εννοούμε συνήθως όσους παίζουν βιολί και λαούτο μαζί. Όταν έλεγε κάποιος πως θα καλέσει τους φκιολάρηδες στο γάμο του, για παράδειγμα, δεν εννοούσε κατ’ ανάγκη τον φκιολάρη μόνο του. Απλώς, επειδή ο φκιολάρης ήταν, αν θέλεις, ο αρχηγός του ντουέτου, του συνόλου, επικράτησε τελικά ο όρος «φκιολάρηδες». Η έρευνά μου η τωρινή όντως ασχολείται παραπάνω με τους φκιολάρηδες, τους οργανοπαίκτες εννοώ που παίζουν βιολί, λόγω του ότι ως αρχηγοί του συνόλου συνήθως έχουν παραπάνω ιστορίες να πουν. Επίσης, συνήθως οι φκιολάρηδες είχαν ξεχωριστό τρόπο μαθητείας ενώ οι λαουτάρηδες όχι. Και για να απαντήσω στο ερώτημά σου, το ενδιαφέρον μου προέκυψε μέσα από την προηγούμενή μου έρευνα όταν έκανα το διδακτορικό μου (2004-2008). Μεταξύ 2005 και 2006 ήμουν στην Κύπρο για συνεντεύξεις ως μέρος της έρευνάς μου. Τότε έκανα συνεντεύξεις σε πάρα πολλούς ηλικιωμένους μουσικούς. Τους ρωτούσα διάφορα πράγματα και μέσα από τις απαντήσεις προέκυψε ότι, πολλοί από τους φκιολάρηδες συγκεκριμένα, είχαν πάρα πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες να μου πουν για τη ζωή τους, πέραν της μουσικής. Τις οποίες ιστορίες σημείωνα επειδή μου άρεσαν, αλλά τότε δεν ήξερα τι θα κάνω με αυτές. Όταν πέρασαν τα χρόνια, προχώρησε η έρευνά μου και ήρθε η στιγμή να κάνω κάποια άλλη έρευνα, το 2012, αποφάσισα συγκεκριμένα να ασχοληθώ με αυτούς τους μουσικούς.


Ως ξεχωριστή επαγγελματική τάξη που ήταν υπεύθυνοι για να προσφέρουν ψυχαγωγία σε γάμους, πανηγύρια και εκδηλώσεις, οι φκιολάρηδες έπαψαν να υπάρχουν τη δεκαετία του '60-’70.


Γιατί θεωρείς πως είναι σημαντικό να καταγράψεις όλα αυτά που προσπαθείς να καταγράψεις και γιατί τώρα;

Γιατί τώρα μιλούμε με τους τελευταίους φκιολάρηδες που υπάρχουν στην Κύπρο, μιλούμε με τους τελευταίους ανθρώπους που έκαναν αυτή τη δουλειά. Και όταν λέω έκαναν αυτή τη δουλειά, για να απαντήσω και στο πρώτο σκέλος της ερώτησης, οι φκιολάρηδες μέχρι περίπου τα μέσα του 20ου αιώνα, ως τη δεκαετία του ’60 ως επί το πλείστον, σε κάποιες περιπτώσεις και μέχρι τη δεκαετία του ’70, ήταν μια ξεχωριστή επαγγελματική τάξη στην Κύπρο, η οποία ακολουθούσε τους δικούς της κανόνες μαθητείας, πληρωμής κλπ. Κανόνες που δεν ήταν κατ’ ανάγκη γραμμένοι, δεν ήταν νόμοι, ήταν, αν θέλεις, εν είδει άγραφων νόμων. Να διευκρινίσω πως, φκιολάρηδες υπήρχαν και πιο μετά και υπάρχουν ως σήμερα, αλλά ως ξεχωριστή επαγγελματική τάξη που ήταν υπεύθυνοι για να προσφέρουν ψυχαγωγία σε γάμους, πανηγύρια και εκδηλώσεις, έπαψαν να υπάρχουν τη δεκαετία του ’60-’70. Ενώ η μουσική αυτών των ανθρώπων καταγράφηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στα χρόνια, οι ιστορίες της ζωής τους, οι βιογραφίες τους, ο βίος και η πολιτεία τους, δεν καταγράφηκαν. Ως τώρα οι ερευνητές κοίταζαν μόνο τη μουσική τους. Τώρα όμως που πεθαίνουν οι τελευταίοι από αυτούς τους παππούδες, θα πεθάνουν μαζί και οι ιστορίες που έχουν ως μία ξεχωριστή επαγγελματική τάξη στην Κύπρο τον 20ο αιώνα.

 


Εάν ο μάστρος σου, ο φκιολάρης, ήταν και παρπέρης, θα βοηθούσες στο κουρείο, εάν ήταν καφετζής θα σέρβιρες καφέδες. Οπότε, πολλές φορές τα τσιράκκια μάθαιναν δύο τέχνες μαζί.


Και γιαρί πρέπει να ξέρουμε και για τη ζωή τους πέραν από την τέχνη τους;

Γιατί οι ιστορίες της ζωής τους μας δίνουν την εικόνα μιας Κύπρου που δεν υπάρχει πλέον. Δηλαδή οι ιστορίες τους δεν είναι μόνο ιστορίες προσωπικές του Αντρέα, του Κωστή, του Γιαννή, αλλά είναι και οι ιστορίες της Κύπρου ως τη δεκαετία του ’60 και πιο συγκεκριμένα οι ιστορίες ξεχωριστών περιοχών ή χωριών στην Κύπρο στον 20ο αιώνα.

 



Κυπριακοί αντικριστοί γυναικείοι χοροί [Η ηχογράφηση έγινε στην Aθήνα το 1969 από τον Φοίβο Ανωγειανάκη, ενώ οι μουσικοί που παίζουν είναι οι Κώστας Παπαχαραλάμπους (βιολί) και Σπύρος Φιλίππου (λαούτο). Τόσο ηχητικό ντοκουμέντο όσο και το φωτογραφικό υλικό προέρχονται από την έκδοση «ΛΕΜΕΣΟΣ ΚΥΠΡΟΥ - Δημοτική μουσική - Χοροί - Τραγούδια», του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών]

 

Πες μας κάποια από αυτές.

Για παράδειγμα, κάποιος αποφάσιζε να πάει να γίνει φκιολάρης. Να ξεκινήσουμε από το ότι, πολύς κόσμος στον 20ο αιώνα πήγαινε να μάθει τέχνη, πολλοί άντρες. Οπότε αποφάσιζες, ας πούμε, άμα τέλειωνες το δημοτικό ή εν πάση περιπτώσει άμα έβγαινες από το σχολείο, ότι ήθελες να γίνεις πελεκάνος, κτίστης, σκαρπάρης, καλουψιής, καφετζιής, ή και φκιολάρης, ως τέχνη. Αρκετοί για την ζήση τους, αλλά και πολλοί γιατί είχαν το μεράκι για τη μουσική, αλλά και ένα ταλέντο, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Οπότε, ξεκινά κάποιος να πάει να γίνει φκιολάρης. Αυτό που γίνεται είναι πως, πάει και μένει με ένα μάστρο (όπως θα έκανε και ένα πελεκάνος ή ένα ψωμάς για παράδειγμα), σε κάποιον δηλαδή που βρίσκεται σε ένα ψηλό επίπεδο στη συγκεκριμένη δουλειά. Μένει μαζί του ή κοντά του, κάνει μαθήματα και μαθαίνει τέχνη. Στην προκειμένη, είναι η τέχνη της φκιολαριτζιής, του να είσαι φκιολάρης. Με μόνο αυτό ως παράδειγμα, χωρίς να χρησιμοποιήσουμε κάτι άλλο, αν δούμε δηλαδή μόνο το παράδειγμα της μαθητείας, ήδη βλέπεις κάτι άλλο στον τρόπο ζωής αυτών των μουσικών το οποίο δεν υπάρχει πλέον. Έμενες μαζί με τον μάστρο για να κάνεις μαθήματα (η συχνότητα άλλαζε ανάλογα με την περίπτωση), σε αντάλλαγμα με κάτι. Είτε θα έδινες λεφτά αν είχαν οι γονιοί σου, είτε αν ήταν μάστρος σε χωριό θα έκανες μια δουλειά για να τον βοηθάς. Εάν ο μάστρος σου, ο φκιολάρης, ήταν και παρπέρης, θα βοηθούσες στο κουρείο, εάν ήταν καφετζής, θα σέρβιρες καφέδες. Οπότε, πολλές φορές τα τσιράκκια μάθαιναν δύο τέχνες μαζί.

Το ντοκιμαντέρ γυρίζεται ήδη, βρίσκεται σε εξέλιξη, ή ακόμα είσαι στο στάδιο έρευνας και συλλογής πληροφοριών;

Ξεκινήσαμε ήδη τις συνεντεύξεις για το ντοκιμαντέρ. Οι συνεντεύξεις της δεύτερης φάσης της δουλειάς μου, ξεκίνησαν το 2013 όταν ήρθα πίσω για την έρευνά μου, ενώ τον περασμένο Μάιο ξεκινήσαμε να κάνουμε και την οπτικογράφηση μαζί με τον Κωνσταντίνο Τερλικκά, οποίος συνεργάζεται μαζί μου στην κάμερα ενώ θα κάνει μετά και το μοντάζ του ντοκιμαντέρ. Οπότε, ναι, το γυρίζουμε ήδη και μας έχουν μείνει μόνο μερικές συνεντεύξεις για να ολοκληρώσουμε.


Το ντοκιμαντέρ ήθελα να γίνει γιατί θα ήθελα αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο να γράψουμε τις ιστορίες τους αλλά να έχουμε και τους ίδιους να τους βλέπουμε που τις λένε και, αν είναι δυνατό, να τις δουν και οι ίδιοι πριν πεθάνουν -δεδομένης της προχωρημένης ηλικίας τους.


Πόσους φκιολάρηδες συμπεριλάβατε σε αυτό;

Πόσους ακριβώς θα έχουμε δεν ξέρω, γιατί ακόμα δεν κάναμε το μοντάζ, μπορώ όμως να σου πω πως, οι συνεντεύξεις που κάνουμε ή που ξανακάνουμε τώρα για τους σκοπούς του ντοκιμαντέρ, θα είναι γύρω στις 15.

 



Ποια είναι η μεθοδολογία που ακολουθείς; Πες μας και για την καμπάνια στο Kickstarter.

Για την αρχειακή μου έρευνα και για τις πρώτες συνεντεύξεις που έκανα με τους φκιολάρηδες, πήρα μια μικρή χρηματοδότηση από το British Academy, εφόσον είμαι βασισμένη σε ακαδημαϊκό ίδρυμα στην Αγγλία. Όμως τα λεφτά που είχα πάρει δεν κάλυπταν-προνοούσαν την δημιουργία ντοκιμαντέρ. Στην αίτησή μου όμως είχα βάλει ότι θα ήθελα να γίνει ένα ντοκιμαντέρ γιατί θα ήθελα αυτούς τους ανθρώπους, όχι μόνο να γράψουμε τις ιστορίες τους αλλά να έχουμε και τους ίδιους να τους βλέπουμε που τις λένε και, αν είναι δυνατό, να τις δουν και οι ίδιοι πριν πεθάνουν -δεδομένης της προχωρημένης ηλικίας τους. Επειδή όμως δεν είχα λεφτά να πληρώσω τον Κωνσταντίνο, αποφάσισα να ζητήσω τα λεφτά που χρειαζόμαστε μέσω αυτής της καμπάνιας από το Kickstarter. Και αυτό για να καλύψει ο ίδιος τις ώρες που επενδύει για να κάνει την κινηματογράφηση και μετά το μοντάζ, τους υποτίτλους, την παραγωγή. Ζητήσαμε 1000 λίρες για να καλύψουμε όλα τα έξοδα της παραγωγής, από τα οποία εγώ εννοείται πως δεν παίρνω τίποτα. Η καμπάνια θα τρέχει ως τις 31 Αυγούστου. Είμαι πολύ χαρούμενη γιατί μέσα σε μια βδομάδα ξεπεράσαμε τα μισά και αυτό ήταν κάτι απρόσμενο για μένα. Δεν περίμενα ότι θα ενδιαφερθεί τόσος κόσμος και όχι μόνο συγγενείς και φίλοι. Αυτό τελικά έδωσε και μια άλλη διάσταση στο ντοκιμαντέρ, ότι δηλαδή δεν μπλέξαμε μέσα επίσημους φορείς, υπουργεία, τράπεζες κλπ, αλλά βγαίνει από τον κόσμο, από τον οποιοδήποτε θέλει να δώσει κάτι για να το βγάλουμε πριν να φύγουν οι παππούδες.


Ένας γάμος τότε μπορούσε να ξεκινήσει την Παρασκευή και να τελειώσει τη Δευτέρα ή το Σάββατο και να πάει ως την Τρίτη.


Πέραν από την έρευνα του Πανεπιστημίου, έχεις σκοπό να το προβάλεις κάπου, σε κάποιο φεστιβάλ; Αλήθεια, ποιος είναι ο κύριος λόγος που μπήκες στη διαδικασία να το φτιάξεις;

Ο κύριος λόγος είναι φυσικά η καταγραφή. Να σου πω όμως ότι δεν είναι ντοκιμαντέρ που θα πάει στα φεστιβάλ, σίγουρα όχι, αφού είναι εθνογραφικό. Δεν μπορώ να πω πως είναι ακαδημαϊκού τύπου, είναι όμως όπως αυτά που πολλές φορές κάνουν οι ακαδημαϊκοί. Έχει σκοπό την καταγραφή. Ένας που τους σκοπούς όμως σίγουρα είναι να το δουν και αυτοί οι άνθρωποι που ακόμα είναι εν ζωή. Το λέω και το ξαναλέω γιατί από το 2005 που ξεκίνησα τη δουλειά με τους συγκεκριμένους μουσικούς, πάρα πολλοί έφυγαν.

Για τι ηλικίες μιλάμε;

Ξεκινάμε από τα 75 και φτάνουμε ως τα 95.

Προηγουμένως μου είπες για τους γάμους. Που αλλού έπαιζαν;

Οι γάμοι ήταν η βασική τους ενασχόληση. Και όταν μιλάμε για γάμους ως τη δεκαετία του ’60, οι γάμοι ήταν εκδηλώσεις που, ανάλογα με το χωριό, κρατούσαν 3-4 μέρες. Μπορούσαν να πάνε να πλύνουν τα μαλλιά και να ράψουν το κρεβάτι, αν ήσουν Παφίτης θα πήγαινες και όταν έκαναν το ρέσι, μετά που θα άλλαζαν τη νύφη και τον γαμπρό, μετά κάθε νύχτα του γάμου ήταν αφιερωμένη και σε άλλους, μια για το αντρόγυνο και τους καλεσμένους, μια για τους κουμπάρους, άλλη μόνο για να χορέψουν οι γυναίκες... Αυτό μπορούσε να ξεκινήσει την Παρασκευή και να τελειώσει τη Δευτέρα ή το Σάββατο και να πάει ως την Τρίτη, αναλόγως της περιοχής -δύσκολα μπορείς να το γενικεύσεις. Εκτός από γάμους, κάποιοι έπαιζαν σε πανηγύρια. Δηλαδή, εάν υπήρχε ένα μεγάλο πανηγύρι που πήγαινε πάλι 2-3 μέρες και γύρω εκεί υπήρχαν καφενέδες, πάλι οι φκιολάρηδες έπαιζαν εκεί μουσική για την ψυχαγωγία του κόσμου που πήγαινε για να χορέψει.


Υπήρχε μεν ο φκιολάρης (το λαούτο παραγκωνίστηκε λίγο), υπήρχαν όμως επιπλέον και άλλα όργανα αφού όταν πήγαινες στο τραπέζι του γάμου θα σου ζητούσαν για παράδειγμα να παίξεις και έναν Καζαντζίδη.


Και πώς πληρώνονταν;

Στα πανηγύρια από τον δίσκο, εισφορές ή πλουμίσματα όπως λέμε στα κυπριακά. Στους γάμους, αν μιλάμε ως τη δεκαετία του ’60, όσα έπαιρνες από το πλούμισμα, δηλαδή όσα σου έβαζαν στο πιάτο, όπως και στα πανηγύρια. Αυτός ήταν ο γενικός κανόνας μέχρι τότε, ο οποίος φυσικά είχε και πολλές παραλλαγές -και πάλι ανάλογα με την περιοχή. Γύρω στη δεκαετία του ’60 ξεκίνησε και η «εγγύηση», η υπόσχεση, δηλαδή, εκ μέρους αυτού που σε καλούσε να παίξεις ότι θα σε πλήρωνε ένα συγκεκριμένο ποσόν, ανεξαρτήτως εάν υπήρχε ή όχι και πιάτο.

 



Α' Μπάλλος Αμανές [παίζουν οι Πιερής Πιερέττης (βιολί-τραγούδι και Μίμης Πέτρος Λαουτάρης (λαούτο)]

 

Για ποιους λόγους άρχισε να φθίνει η συγκεκριμένη επαγγελματική τάξη;

Καταρχάς άλλαξε ο τρόπος ψυχαγωγίας. Τότε, τη δεκαετία του ’60, εκτός του ότι υπήρχαν οι δίσκοι, οι οποίοι έρχονταν πρώτα στον φωνόγραφο, ξεκίνησαν και άλλα μέσα να μπαίνουν περισσότερο στη ζωή των ανθρώπων και συγκεκριμένα το ραδιόφωνο του ΡΙΚ που ξεκίνησε το 1953 αλλά και η τηλεόραση το 1957. Άρα ξεκίνησαν να έρχονται άλλες μορφές ψυχαγωγίας και άλλα ακούσματα στον κόσμο. Οπότε, ως τα μέσα της δεκαετίας του ’60, οι απαιτήσεις του κοινού άλλαξαν. Ξεκίνησαν να θέλουν περισσότερα όργανα, δεν τους έφτανε το βιολί και το λαούτο. Μην ξεχνάς ότι αυτή ήταν και η εποχή που έρχονταν από την Ελλάδα τα λαϊκά, τα μπουζούκια, έρχονταν ακούσματα που δεν υπήρχαν προηγουμένως. Ναι μεν ήταν οι δίσκοι του γραμμοφώνου, αλλά αυτούς, εκτός του ότι έπαιζαν διαφορετικό ρεπερτόριο, δεν τους είχε ο καθένας στο σπίτι του -πρώτα τους άκουγαν μόνο στον καφενέ. Πλέον τους άκουγαν όλοι! Οπότε, αυτόματα ξεκίνησαν να ζητούν περισσότερα όργανα από τις ορχήστρες του γάμου. «Δεν μας φτάνει μόνο το βιολί και το λαούτο γιατί δεν παίζουν δυνατά, ενώ κιόλας δεν παίζουν όλα όσα ακούμε στο ράδιο». Άρα ξεκίνησαν να βάζουν ακορντεόν, μπουζούκι, κιθάρα, ντραμς. Υπήρχε μεν ο φκιολάρης (το λαούτο λίγο παραγκωνίστηκε), υπήρχαν όμως επιπλέον και όλα αυτά τα όργανα αφού όταν πήγαινες στο τραπέζι του γάμου θα σου ζητούσαν για παράδειγμα να παίξεις και έναν Καζαντζίδη. Οπότε, κάποιος οργανοπαίκτης θα έπρεπε να μπορεί να τα παίξει. Αυτός ήταν ο ένας λόγος. Απ’ εκεί και πέρα, κοινωνικά-ιστορικά έχει πολύ να κάνει και με την αστικοποίηση που ήταν ως συνέπεια της ανεξαρτησίας του ’60 και την αλλαγή της οικονομίας στην Κύπρο, από μια που ήταν βασισμένη στη γεωργία και την κτηνοτροφία σε μια που ήταν βασισμένη κυρίως σε υπηρεσίες. Μεγάλο θέμα αυτό…

Αλήθεια, τι κάνουν σήμερα οι αυθεντικοί φκιολάριδες του παρελθόντος;

Κάποιοι παίζουν ακόμα, κυρίως στο «άλλαμα» της νύφης και του γαμπρού, το «στόλισμα» όπως το λέμε σήμερα, το οποίο αποτελεί το μοναδικό στοιχείο των παλιών γάμων που «ζει» ακόμα, ενώ κάποιοι που είναι ακόμα καλά και μπορούν παίξουν, συμμετέχουν σε τοπικά συγκροτήματα. Πρόσφατα έκανα συνέντευξη από έναν κύριο που είναι 78 χρόνων και μου είπε ότι ακόμα παίζει με ένα συγκρότημα της περιοχής του.

 



Από την πρόσφατη (22 Ιουλίου 2015) παρουσίαση του προγράμαμτος στο Σπίτι της Συνεργασίας

 


Σε ένα γάμο που κρατούσε 3-4 ημέρες, οι φκιολάρηδες έβγαζαν μεροκάματο που, στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν μεγαλύτερο από το μηνιάτικο του μέσου Κύπριου της εποχής


Σε τι διαφέρουν οι σημερινοί φκιολάριδες, κυρίως αυτοί που παίζουν σε γάμους και πανηγύρια, από τους παλιούς του νησιού;

Σε πολλά πράγματα. Καταρχάς, η μαθητεία τους είναι διαφορετική. Οι πιο πολλοί φκιολάρηδες σήμερα, που δεν ξέρω κιόλας αν θα τους άρεσε ο όρος φκιολάρης, είναι άτομα που πήγαν σε ωδείο (ως επί το πλείστον, δεν ισχύει για όλους) ή που έμαθαν κοντά σε δάσκαλο, ξεκίνησαν από κάποιου είδους κλασσική παιδεία (πάλι ως επί το πλείστον, δεν θέλω να είμαι απόλυτη) και μετά, κάποια στιγμή, αποφάσισαν οι ίδιοι να παίζουν κυπριακά ή λαϊκά ή νησιώτικα κτλ. Οπότε, η μόρφωσή τους, το σύστημα μαθητείας, είναι διαφορετικά -αφού πλέον το παλιό δεν υπάρχει. Επίσης, το τι άλλαξε είναι σίγουρα η αισθητική των σημερινών φκιολάρηδων, αφού τα ακούσματά τους είναι πολύ διαφορετικά. Τη δεκαετία του ’50, για παράδειγμα, είχες τα ακούσματα των άλλων φκιολάρηδων της περιοχής σου και αυτά που μπορεί να άκουγες σε κανένα δίσκο του γραμμοφώνου που παιζόταν στον καφενέ του χωριού σου ή σε κάποιο χωριό που πήγες. Ο ένας φκιολάρης επηρεαζόταν από τον άλλο. Αυτό ήταν το άκουσμά του. Οι σημερινοί μπορεί να επηρεαστούν από χίλια άλλα πράγματα. Επιπλέον, δεν μπορώ κιόλας να πω πως σήμερα αποτελούν μια ξεχωριστή επαγγελματική τάξη με την έννοια που ήταν τον 20ο αιώνα. Κάποιοι από τους φκιολάρηδες που παίζουν σήμερα σε γάμους μπορεί όντως να είναι μουσικοί, εννοώντας πως διδάσκουν σε ωδεία κλπ, κάποιοι άλλοι όμως κάνουν άλλες δουλειές και απλώς παίζουν και σε γάμους.

Και λογικά, σήμερα βγάζουν και πιο πολλά λεφτά.

Ήταν σχετικά καλοπληρωμένη δουλειά και τότε. Βέβαια, αυτό εξαρτάτο και από το χωριό και από το πόσα είχε ο κόσμος εκεί. Σε ένα γάμο, όμως, που κρατούσε 3-4 ημέρες, έβγαζαν ένα μεροκάματο που, στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν μεγαλύτερο από το μηνιάτικο του μέσου Κύπριου της εποχής. Αν ήταν καλός γάμος και πλούμιζαν καλά, έβγαζαν αρκετά λεφτά.


Ελπίδα μας είναι ότι θα έχουμε έτοιμο το ντοκιμαντέρ ως το τέλος του 2015.


Αν θέλουμε να ακούσουμε και να δούμε υλικό από τότε, πριν το ’60, πως μπορούμε να το κάνουμε;

Οι ηχογραφήσεις φκιολάρηδων που έχουμε πριν το ’60 είναι λίγες, διασώζονται στο ΡΙΚ αλλά δεν κυκλοφορούν. Κάποιες διασώζονται στο ΡΙΚ διότι τότε ηχογραφούσε παραδοσιακή μουσική. Έχουμε όμως φκιολάρηδες οι οποίοι έπαιζαν ήδη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και οι οποίοι ηχογραφήθηκαν μετά τη δεκαετία του ’70, μεσ’ στο ’80. Για παράδειγμα, οι ηχογραφήσεις του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος (ΠΛΙ), οι οποίες βγήκαν στην πρώτη τους εκδοχή σε δίσκους το 1988 και ξανά σε CD το 1999, διασώζουν πάρα πολλά από αυτά τα ακούσματα. Το συγκεκριμένο Ίδρυμα έκανε τις ηχογραφήσεις του στην Κύπρο μεταξύ 1978 και 1985 -όχι συνέχεια, πηγαινοέρχονταν. Εμπορικά, επίσης, υπάρχουν μερικές ηχογραφήσεις από παλιούς φκιολάρηδες οι οποίες είχαν βγει τη δεκαετία του ’80 σε κασέτα. Πάντως, πιο εύκολα προσβάσιμα είναι αυτά του ΠΛΙ, αρκετά από τα οποία είναι ήδη στο youtube.

 



Κοζά Μαρς [οργανικό του γάμου από την Κύπρο / ηχογράφηση από τη συλλογή του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος]

 

Πότε θεωρείς πως θα είναι έτοιμο το ντοκιμαντέρ και πόση διάρκεια θα έχει;

Η ελπίδα μας, αν όλα παν καλά, είναι ότι θα το έχουμε έτοιμο ως το τέλος της τρέχουσας χρονιάς. Σχεδιάζουμε να τελειώσουμε τις συνεντεύξεις μας μέσα του Σεπτέμβρη, μετά θα γίνει η διαλογή και το μοντάζ -θα δούμε αν μπορούμε (τεχνικά ομιλούντες) να χρησιμοποιήσουμε και κάτι από το παλιό υλικό μου-, οπότε ελπίζουμε πως θα έχουμε μια πρώτη εκδοχή του ντοκιμαντέρ γύρω στα τέλη του 2015. Τώρα, τα γραπτά κείμενα θα καθυστερήσουν λίγο περισσότερο. Σε ότι αφορά στη διάρκεια, υπολογίζουμε και θέλουμε να είναι γύρω στα 45 λεπτά. Να πω τέλος πως, έστω και αν η βάση του ντοκιμαντέρ δεν θα είναι η μουσική αλλά τα άτομα που μιλούν, εντούτοις θα διανθίζεται από μουσική, εξ ου και στις συνεντεύξεις τούς ζητάμε να μας παίξουν κιόλας κάποια κομμάτια.





ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΚΙ ΕΣΥ ΝΑ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΜΠΑΝΙΑ ΤΗΣ ΝΙΚΟΛΕΤΤΑΣ ΣΤΟ KICKSTARTER ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ





Κεντρική φωτογραφία: Συνεντεύξεις που έγιναν το 2006 με φκιολάρηδες που σήμερα δεν είναι εν ζωή


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ