Έτσι γίνονταν οι αντικατοχικές στα 90s

Οκ, να το ξεκαθαρίσουμε πρώτα αυτό, πως οι αντικατοχικές δεν είναι πάρτι για να κάνουμε crash test πότε και πως ήταν καλύτερες. Απλώς, βλέποντας τους μαθητές σήμερα το πρωί να βγαίνουν στους δρόμους, θυμηθήκαμε κι εμείς το κατιτί μας και καταγράφουμε.  

 


Έτσι για την Ιστορία, το ψευδοκράτος αφορά στην «ανακήρυξη» εκ μέρους της Τουρκίας του βορείου μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας που είναι υπό κατοχή σε Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου. Το ντιλ από την Τουρκία για την Τουρκία [Γιάννης παίζει, Γιάννης κερδίζει] έγινε εν έτει 1983, μια μέρα σαν τη σημερινή. Φυσιολογικό ήταν, κάποιοι να διαμαρτυρηθούν για αυτή την παράβαση, του Γιάννη, και του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και να μας προκύψουν οι αντικατοχικές.

Rumour has it ότι τα τελευταία χρόνια η διαμαρτυρία αυτή οδηγήθηκε απ’ το Λήδρα Πάλας στις καφετέριες αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας, αφού και στα 90’s τα ίδια έλεγαν κι οι δικοί μας για τις εκάστοτε διαμαρτυρίες που κάναμε.


Ο κόσμος, τότε, πίστευε στην πολιτική. Στο κόμμα του. Δεν απαξίωνε, δεν μηδένιζε.


Μία χαλαρή βολιδοσκόπηση σήμερα το πρωί στους δρόμους και ερωτήσεις που θέσαμε σε μαθητές μας κάνουν να πιστεύουμε πως το κλίμα έχει αλλάξει τσας, είκοσι χρόνια μετά απ’ τις δικές μας εξορμήσεις.

Κι όλα έχουν να κάνουν με το συναίσθημα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα που, αναμενόμενο όπως είναι, αλλάζει όσο τα χρόνια περνούν.

Η γενιά που βρέθηκε στις αντικατοχικές στα 90’s ήταν η αμέσως μετά τον πόλεμο γενιά. Η πρώτη μεταπολεμική που ακούς. Πρόλαβε ακόμα τα συσσίτια στο σχολείο, οι αναμνήσεις ήταν νωπές, η ελπίδα φούντωνε κάθε που γινόταν ένα βηματάκι προς την λύση. Το κυπριακό ήταν πρώτο τραπέζι πίστα στα δυο μίντια που είχαμε, το ίδιο και το θέμα της λύσης στα κυριακάτικα τραπέζια. Ακόμα ο κόσμος, τότε, πίστευε στην πολιτική και τους πολιτικούς. Στο κόμμα του. Δεν απαξίωνε, δεν μηδένιζε. Κοιτούσε μπροστά και ήλπιζε πως θα επιστρέψει και πως η αμέσως μεταπολεμική γενιά θα έβλεπε μία μέρα νόμιμα και καθωσπρέπει τα σκλαβωμένα μέρη μας που ήταν ως τότε εικόνα στα σχολικά τετράδια και όχι επίσκεψη σαββατοκύριακου αφού πρώτα κάνει κάποιος στάση στα οδοφράγματα.


Οι παρέες τραγουδούσαν Τόκα και Μάνο και Ξυλούρη




Απόκομμα από τις σελίδες του Περιοδικού, πίσω στο 1993, μόλις μια δεκαετία μετά την ανακήρυξη του ψευδοκράτους

 

Στις αντικατοχικές των 90’s, που κακώς θεωρούνταν, και θεωρούνται ακόμα, μαθητική συνεύρεση διαμαρτυρομένων, ήταν μαζί μας οι καθηγητές απ’ το σχολείο. Διάσπαρτοι στον χώρο, ο ένας, μουσικός, ήταν δίπλα στην παρέα που έπαιζε κιθάρες και τραγουδούσε Τόκα και Μάνο και Ξυλούρη. Η άλλη ερχόταν με την κατσαρόλα της και έφερνε σούπα στους μαθητές. Άλλος ήταν εκεί και μας έλεγε ιστορίες από την Κύπρο που δεν ζήσαμε. Πέραν από αντικατοχική, η νύχτα εκείνη ήταν μία νύχτα που ένιωθες την μαζικότητα και την συλλογικότητα να ξεχειλίζει από παντού. Και δεν είχαμε κινητό για να δώσουμε ραντεβού σε συγκεκριμένο σημείο, ούτε καφετέριες για να την αράξουμε, ούτε facebook και internet για να μας «καλέσουν» να πάμε. Απλά πηγαίναμε.

Ναι, αν ήσουν κομματικοποιημένος -πράγμα για το οποίο δεν ντρεπόσουν τότε- ήσουν με το οργανωμένο σύνολο, αν όχι, με την παρέα σου, τους συμμαθητές σου. Και ναι, είχε και ΚΕΟ και Carlsberg το μενού, κι ακούγαμε κι εμείς τα μπινελίκια μας ότι πηγαίναμε για να πιούμε και να φιληθούμε. Πάντα η νεότερη γενιά είναι ανοικτή σε τέτοιου είδους κριτική. Αλλά τραγουδούσαμε όμορφα, και φωνάζαμε ακόμα δυνατά, και το εννοούσαμε γιατί ήταν, ακριβώς, νωπές ακόμα οι μνήμες. Έστω κι αν ήταν δανεικές.


Οι μνήμες ήταν ακόμα νωπές. Έστω κι αν ήταν δανεικές


Οι αντικατοχικές συνεχίζονται, σε αντίθεση με κάποιους πολιτικούς που πρότειναν να καταργηθούν «γιατί ο κόσμος βαρέθηκε» και περιορίστηκαν στο να καλούν τους δημοσιογράφους σε πρες κονφεράνς για να καταδικάσουν την «ανακήρυξη» του ψευδοκράτους. Τα οδοφράγματα είναι ανοικτά δώδεκα χρόνια τώρα και, πιθανόν, οι πλείστοι μαθητές να έχουν επισκεφτεί το κατεχόμενο μέρος, στα τετράδια το «Δεν ξεχνώ» το καλύπτει συνήθως μια αυτοκόλλητη ετικέτα με σχεδιάκια και, πιθανότατα, οι γονείς των 15χρονων σήμερα να ανήκουν ακριβώς στην μεταπολεμική γενιά. Αυτή που έπινε μπύρες, τραγουδούσε δυνατά και φώναζε ακόμα πιο δυνατά, τα συνθήματα καταδίκης, τις ευχές της για επιστροφή. Γονείς που πλέον μπορεί να μην πιστεύουν σε κόμματα και απλά να έβαλαν τελεία. Γιατί η δική τους φωνή δεν εισακούσθηκε.

Οι αντικατοχικές συνεχίζονται. Το ίδιο και η κατοχή. Η ένταση του συναισθήματος όμως, υποπτευόμαστε και μακάρι να κάνουμε λάθος… εξασθενεί.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ