Για ένα μικρό αποκαμωμένο…

Ξέρεις μικρέ μου, γράφω αυτό το γράμμα γιατί έχασα τη φωνή να φωνάξω όλα αυτά που σκέφτομαι. Όχι, δεν φώναζα σε πίστες και σε γήπεδα, απλά τους άφησα να την πάρουν, τους άφησα να την κρατήσουν κλεισμένη σε κονσερβοκούτια γιατί δεν την χρησιμοποιούσα παρά μόνο για να καθησυχάσω τον εαυτό μου.

 


Πέρασαν μήνες, ίσως και χρόνια από την τελευταία φορά που κατέβηκα στους δρόμους, για να φωνάξω, να νιώσω ότι πράγματι παλεύω για να αλλάξω τον κόσμο, αλλά μικρέ μου ακόμα και τότε έκανα λάθος, κρατούσα ένα λάβαρο και έκρυβα το πρόσωπο μου από τον υπόλοιπο κόσμο... Αφηνόμουν να ακούω μόνο την μια πλευρά ενός πολυδιάστατου σχήματος, και μου αρκούσε. Όταν όμως κατάλαβα, προτίμησα να αφήσω την φωνή μου πίσω, να κόψω τη γλώσσα μου για να μην μιλώ για αυτά, για να μην στοιχίσω άλλο σε αυτή την κοινωνία. Σάμπως και έτσι θα στραφεί η κοινωνία στο καλύτερο.


Να ματώσεις, αλλά από το παιχνίδι και όχι από τον πόλεμο.. Να κλάψεις αλλά επειδή έχασες στον αγώνα και όχι από φόβο… με άλλα λόγια μικρέ μου, να ζήσεις.


Με πόνο στη ψυχή σου γράφω μικρέ μου, γιατί σε είδα πολλές φορές αλλά ποτέ δεν σε χαιρέτησα, ποτέ δεν σε κράτησα στην αγκαλιά μου για να σε προφυλάξω. Σε είδα στην Παλαιστίνη να σκοτώνεσαι για ένα πόλεμο άνισο –για μια κλεμμένη πατρίδα, σε είδα στο Μπέλφαστ ματωμένο να κλαις– για μια θρησκεία και ένα θεό, όμως η μεγαλύτερη ντροπή ήταν όταν σε είδα σε πλοίο, να τρέχεις για να ζήσεις, να μην ξέρεις τι ξημερώνει και που είσαι. Αυτή ήταν και η χειρότερη, γιατί δεν ήμουν εκεί να σε πιάσω, να σε σώσω, να σε ντύσω και να σου πω καλωσόρισες. Άφησα να σε πνίξουν στην μορφή του τρομοκράτη, να χαθείς στο όνομα του μετανάστη αλλά και να ζήσεις ξένος στους ξένους δίχως όνομα και μορφή παρά σαν έννοια παρατημένη.

Φοβήθηκα να μιλήσω για σένα σε μια ψεύτικη κοινωνία, να φωνάξω για σένα και όσα κουβαλάς στην ηλικία σου. Προτίμησα να φορέσω ένα πουκάμισο καρό και να περπατήσω στους δρόμους σαν ταξιδεμένος για να μην δω τους ταξιδιώτες του πολέμου, με τις τρύπιες, από τις σφαίρες, ζωές.

Είδα να σε βάζουν σε αντίσκηνα για να κοιμηθείς το καταχείμωνο, και να σε χτυπούν ρατσιστές στους δρόμους. Ξέρεις, τους αποκάλεσα φασίστες, φώναξα κιόλας αλλά μόνο όταν ήξερα ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί να ακούσει. Έφτυσα και έβρισα αυτούς που άγγιξαν την ματωμένη σου ψυχή, μόνος στο σπίτι με τα μάτια γεμάτα από θυμό και αγανάκτηση. Μετά όμως σώπασα για να μην ακούσει κανείς, για να μην χαλάσω της δικής μου γενιάς την κοινωνία. Για να μην χαλάσω αυτό το ροζ σύννεφο που μας περιβάλλει από μαλλιά, χείλη και νύχια.


Ρομαντικοί  ή ρεαλιστές στη ζωή, αλλά με παρωπίδες και ορμητικά κλειστά μάτια από σένα, κοιτάζουμε από την άλλη γιατί λερώνεις τον «πολιτισμό» μας, γιατί μας ξεκάνεις σιγά-σιγά την «κοινωνία» μας.


Να ‘ξερα τα όσα κουβαλάς μικρέ μου, θα τα κρατούσα στους ώμους μου, ας ήταν έστω και για μια μέρα για να ανασάνεις, για να χαμογελάσεις, να παίξεις και να ζήσεις όπως σου αξίζει, όπως σου ταιριάζει. Να ματώσεις, αλλά από το παιχνίδι και όχι από τον πόλεμο.. Να κλάψεις αλλά επειδή έχασες στον αγώνα και όχι από φόβο… με άλλα λόγια μικρέ μου, να ζήσεις.

Και να ξέρεις, θα την βρω τη φωνή μου και θα την ξεκλειδώσω. Θα με ακούσεις δίπλα σου, να τραγουδώ το δικό σου τραγούδι για να κοιμηθείς...

Να προσέχεις μικρέ μου την επόμενη φορά θα είμαι εκεί για να σε προσέχω και εγώ.

 

* Στην φωτογραφία απεικονίζεται ένα 4χρονο παιδάκι στη Συρία το οποίο στην θέα της φωτογραφικής μηχανής φοβήθηκε και σήκωσε υποτακτικά τα χέρια


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ