«Αν εξαιρέσεις ότι επεράσαν 44 χρόνια που την πλάτη σου, δεν άλλαξαν και πολλά μάνα»

«[…] ίσως η πλάκα του τάφου. Πλέον είναι ομαδικός.»

 


Ο Χρίστος Χριστοφίδης, ανήμερα της εισβολής θυμάται τα 44 χρόνια που πέρασαν, με μια φωτογραφία της μάνας του πάνω από μια πλάκα –ομαδικού πλέον- τάφου η οποία ακόμα θυμάται, θυμάται και κλαίει. Κάθε φορά, 44 χρόνια μετά, κάθε φορά... κλαίμε. 

 

Του Χρίστου Χριστοφίδη 

Αν εξαιρέσεις ότι πέρασαν 44 χρόνια πάνω στη ράχη σου, δεν άλλαξαν και πολλά πράματα, Μάνα. Α και η πλάκα του τάφου: είναι πλέον ομαδικός. Εκεί που κάποτε υπήρχε ένας σταυρός, ξύλινος για χρόνια, στο περίπου, «κάπου δαμέ τους θάψαμε», είχε πει ο Παπάτσεστος, τώρα υπάρχει μια πλάκα με πέντε ονόματα.

44 χρόνια. Μεσολάβησε από τότε και η ταυτοποίηση των οστών. Κορυφαία στιγμή για σένα! «Εν να κάμουμε επιτέλους τα πρεπούμενα για τον τζύρη σου. Άραγιες σου εν τούτος, όξα εν να μας γελάσουν πάλε;» Τούτη τη φορά ήταν επιστημονικά αποδεδειγμένο. Τούτη τη φορά δεν μπορούσε να μας γελάσει κανένας.

44 χρόνια η ίδια ιστορία... Τη λες με πάσα ακρίβεια, πως μπορείς να τα θυμάσαι έτσι όλα με πάσα λεπτομέρεια;

Εξύπνησες το πρωί. Εν ετζοιμήθηκες καλά. Ούλλη νύχτα εμάσιετουν ο κουκουφκιάος πας την καυκάλα. «Εννα φάει πλάσμα». Να σου πω Μάνα, τούτον είδα το γραμμένο και σε ένα βιβλίο πρόσφατα, δεν νομίζω όμως να είχες σχέση, μάλλον ίδια φοβία μιας άλλης μάνας. Εφκήκες να καθαρίσεις τις αυλάες. Παναγία μου Μανά τούτο το κόλλημα να καθαρίζεις τις αυλάες που το πρωί ξημέρωμα!

Άκουσες θόρυβο. Εμούγκρηζεν ο ουρανός! Είδες τα αεροπλάνα. «Επετούσαν τόσο χαμηλά που εφαίνετουν ο Τούρκος μέρα». Επήες τζαι εξύπνησες τον. «Σήκου Χριστάκη τζαι ήρταν οι Τούρτζοι! Σήκου πάνω, είσιεν δίκαιο ο τζύρης μου». Ναι ο τζύρης σου, ο Γιάγκος ο Τοουλαράς, ο μάντζιπας του Μόρφου με το νάμι, εκατάλαβεν το. «Εννα έρτουν να μας κατακόψουν τούτην τη φορά γαμπρέ. Εννεν πράματα τούτα με το πραξικόπημα». Εφκήκεν έξω. Είδεν τα αεροπλάνα. Άσπρισεν. Έβαλεν το ράδιο. Εμβατήρια. Λόγια ‘πατριωτικά’. Αντίστασης. Που τούτα που εφαντάστηκες ότι έγραψε ο πραξικοπηματίας που έπινε τον καφέ του, ανέμελος τζει πάνω στο ΡΙΚ. Επίστεψεν. Ήρταν οι τούρτζοι... Εσηκώστηκε. Εντύθηκε. Κάτασπρος. Ξανά το ράδιο. ‘Να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες στο σταθμό στου Μόρφου’.

- Μεν πάεις Χριστάκη, κάτσε έσσω σου. Εν πόλεμο που έχουμε! Που να πάεις; Σχεδόν ετράβας τον ώσπου να φκει που το σπίτι.

Εστάθηκεν ώρα πολλήν πουπάνω που το μωρό... Ώραν πολλήν. Σαν κάτι να έθελε να του πει. Εθώρεν το γλυτζειαααα... Επήεν. Εν έκατσεν έσσω του. Ετάισες το μωρό. «Τζαι το ευλοημένο τζια τούτο, σήμερα ούλλον κλαίει». Έκαμες του σάντουιτς να πάεις να του πάρεις. Αφορμή να τον δεις. Να δεις ότι εν καλά. Επήες. Στο δρόμο ήβρες ένα συγγενή.

- Μα πού πάεις ρε Μάρω ετσι βιαστική;

- Εννα πάρω σάντουιτς του Χριστάκη στο σταθμό.

-Έφυεν ο Χριστάκης, εθέλαν τους εις την Χώραν. Έπρεπε να πάει.

Εθκιαολίζεσουν που μέσα σου να μεν σε ακούσει κανένας. 'Γυρεύκει πελάες. Ήντα επήεν εις την Χώραν; Γιατί εν έκατσεν έσσω του;' Εν είσιες καλό προαίσθημα που την προηγούμενη νύχτα. Ανάφκαν μέσα σου λαμπρά. Έπιαες το μωρό τζαι επήες στη μάνα τζαι τις αρφάες σου.

Τελευταία επικοινωνία τηλεφωνική. Ετηλεφώνησεν στην Τίτσα του Πελετιέ που είσιεν τηλέφωνο. Ήταν καλά. Ερώταν για το μωρό. «Το μωρόν εν μια χαρα. Έτο λίον ανήσυχο σήμερα. Πρόσεχε Χριστάκη μου να χαρείς ότι αγαπάς.» Ανάφκαν μέσα σου λαμπρά. Μετά εκοπήκαν τα τηλέφωνα. Μια μέρα, θκυο μέρες. Ήταν να πεθάνεις που την αγωνία. Έμεινες με τη μάνα σου. Εβοήθας τζαι στο φούρνο, παλιά σου τέχνη κόσκινο. Το μωρό ήταν ανήσυχο το ευλοημένον τζαι τούτο...

Άκουσες αυτοκίνητο. Εσταμάτησε έξω που τα σπίθκια των αρφάων σου. Ήρτεν ένας γείτονας. «Θκειε Γιάγκο θέλουν σε...» Εν σου άρεσεν το ύφος του. Επήεν ο Γιάγκος. Ο Τοουλαράς, ο μάντζιπας με το νάμι. Εβούρησες πίσω του. Είπεν του κάτι ο αστυνομικός, εφώναξεν «μάνα μου την κόρη την καλή μου» τζαι εφύρτηκε. Έπεσες τζαι εσού χαμέ τζαι χτυπιέσουν μες το χώμα χωρίς να ξέρεις καλά καλά τι είπαν. Εμαλλιοτραφκέσουν τζαι εστηθοδέρνεσουν. Αλλά είσιες το προαίσθηση. Τα λαμπρά μέσα σου... Εσυνάχτηκεν η γειτονιά.

Μετά επήεν ο τατάς μου, ο αδελφός του, να τον έβρει. Δεν επρόλαβε. Επιάσαν τους οι πραξικοπηματίες τζαι εθάψαν τους. Δεν τον ήβρεν. Η ανηψιά του η νοσοκόμα, είπεν σου πιο μετά ότι εζήτησεν να τον πλύνει και να τον σαβανώσει με τα καθαρά τα σεντόνια που είσιεν μαζί της. «Αλόπως θέλεις να σε θάψουμε τζαι εσένα μαζί του!».

Εδοκίμασεν να τους κολατζιέψει. «Μα τούτον εσκοτώσαν τον οι Τούρτζοι, ενεν του πραξικοπήματος...». Που να συνεννοηθείς με τα χτηνά. Εθάψαν τον. Με τα ρούχα, τα παπούτσια, το ρολόι, έτσι όπως τον ήβραν μετά. Τζαι πέντε σφαιρίδια στην περιοχή της καρκιάς.

Εβαφτίσετε το μωρό άρον άρον, τζαι 14 Αυγούστου εφύετε που του Μόρφου. Έρκονταν οι Τούρτζοι. «Εφκαλα το όνομα του τζυρού του. Να μείνει».

Ευρύχου, μετά Λεμεσός, κάθε μέρα διαδρομή Κάψαλος- Ερυθρός Σταυρός τζαι πίσω. Έξι μήνες μετά εκατάφερες τζαι ήρτες επιτέλους εις την Χώραν. Ερώτησες ποτζεί, ερώτησες ποδά, είπαν σου μάλλον κοιμητήριο Κωνσταντίνου και Ελένης. Επήες ήβρες τον Παπάτσεστο. Είπε σου περίπου. Αθθυμάτουν. Είπεν σου τζαι ιστορίες πολλές. Εμαύρισεν τζαι άλλον την κατάμαυρη καρκιάν σου. Επήες μόνη σου τζαι έβαλες ένα σταυρό κάπου. Τζαι ένα καντήλι. Να πηαίνεις να το ανάφκεις. «Ενόμισα τζείνην τη στιγμή ότι έππεσεν ο ουρανός πάνω μου...»

Το 2001 «ήβραν τους». Με τα ρούχα και τα παπούτσια. Τζαι μια μεγάλη πέτρα που πάνω τους. Και πέντε σφαιρίδια δίπλα που τα οστά.

Κάθε χρόνο η ίδια ιστορία. Οι ίδιες λεπτομέρειες. Εκολλήσαν μες το νου σου. Λαλείς τα, λαλείς τα τζαι λυτρωμόν εν έσιη. Και πάντα κλαίεις. Και κλαίεις. Και κλαίεις.

Και κλαίμε.

Αιωνία του η μνήμη... Να είσαι καλά Μάνα να μας λαλείς την ιστορία σου. Χρόνια πολλά ακόμα. Γιατί ακόμα λίον εννα μας φκάλουν τζαι πελλούς...

(Η ιστορία της Μάνας μου, οι ιστορίες χιλιάδων μανάδων, συγγενών και φίλων. Ελάχιστος φόρος τιμής για τους «ήρωες που προχωρούν στα σκοτεινά». 20 Ιουλίου 1974. 20 Ιουλίου.)


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ