Θα μπορούσατε απλώς να ρωτήσετε το άλογο αν θέλει να παίξει

Τείνω να συμφωνήσω με την άποψη (σε μορφή ερώτησης) που ακούστηκε πολλές φορές τις τελευταίες δύο μέρες.

«Ρώτησε κανένας το άλογο αν θέλει να γίνει ηθοποιός;». Μπορεί από μια πρώτη, επιδερμική ανάγνωση το ερώτημα αυτό να ακούγεται άτοπο έως και γελοίο, αν το καλοσκεφτείς όμως υπάρχει ένα point.

Γιατί μπορεί σήμερα να συζητάμε απλώς αν έπρεπε ή όχι το άλογο να εμφανιστεί για 10 λεπτά σε μια παράσταση του Castellucci, αν όμως οι ακτιβιστές δεν αντιδρούσαν και οι διοργανωτές δεν ακύρωναν τελικά τις παραστάσεις, ποιος ξέρει μέχρι πού θα φτάναμε…

Τα 10 λεπτά σκηνικής παρουσίας (ως κομπάρσος) θα γίνονταν 20, μετά θα έβαζαν τα άλογα να πουν και καμιά ατάκα, σιγά σιγά θα έπαιρναν και πρωταγωνιστικούς ρόλους και ποιος ξέρει πώς και σε ποιο βαθμό θα αλλοιωνόταν το εξαιρετικό εγχώριο πολιτιστικό προϊόν μας.

Σοβαρότης μηδέν.

Δεν στέκομαι στο αν ήταν ή όχι κακοποίηση, παρόλο που προσωπικά, στην προκειμένη, θεωρώ υπερβολικές τις εν λόγω αναφορές. Αυτό εξάλλου είναι δουλειά της αστυνομίας και θα το μάθουμε σύντομα. Απλώς κουφάθηκα ακούγοντας κατ’ επανάληψη να τίθεται η απορία κατά πόσο «ρώτησε κανένας το άλογο αν θέλει να γίνει ηθοποιός;».

Ο λαϊκισμός και οι στερούμενες σοβαρότητας δημόσιες δηλώσεις, μόνο κακό μπορούν να κάνουν στο γενικότερο φιλοζωικό (ή οποιοδήποτε άλλο) κίνημα. Γιατί, πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται για την ευημερία των ζώων και δουλεύουν στην ουσία του πράγματος.

Με αυτή τη-ρωτήσαμε-το-άλογο-αν-θέλει-να-γίνει-ηθοποιός-λογική, θα έπρεπε αντίστοιχα τα σκυλιά να υποβάλλουν σε IQ test τους περισσότερους από εμάς για να δουν αν είμαστε σε θέση ή όχι να τα υιοθετήσουμε. Ή μήπως όλοι όσοι έχουν κατοικίδια είναι ικανοί να το κάνουν;

Επίσης, εκτός από τις μπαρούφες που λέγονται, δεν νομίζετε πως και αυτός ο βολικός ακτιβισμός τον οποίο έχουν αναγάγει κάποιοι σε επιστήμη, αυτός που ακολουθείται από κάμερες και facebook live, που είναι εύκολο να διαδοθεί και να προβληθεί, ο ακτιβισμός του post ή ενός κακογραμμένου δελτίου τύπου, ο ακτιβισμός που έχει ημερομηνία λήξης μικρότερη και από φρέσκο γάλα, έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις;

Μιας και ο λόγος περί πολιτισμού, ένεκα της παράστασης του Castellucci, μιας και οι αναφορές στον Γκάντι και στη γνωστή φράση του για το επίπεδο του πολιτισμού ενός έθνους, μήπως να αναλογιστούμε όλοι ξανά το δικό μας μερίδιο ευθύνης σε πράγματα και καταστάσεις για τα οποία σκίζουμε τα ιμάτιά μας. Ή μήπως η δική μας στάση απέναντι σε (προβληματικές) καταστάσεις δεν είναι κι αυτή δείγμα (έλλειψης) πολιτισμού;

Το άλογο, όπως γράφτηκε και ειπώθηκε, ήταν στρεσαρισμένο πάνω στη σκηνή. Δεν ήμασταν εκεί για να μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε -και να ήμασταν όμως, και πάλι δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε, όπως επίσης δεν θα μπορούσαμε να το ρωτήσουμε αν θέλει να γίνει ηθοποιός, όπως επίσης δεν θα μπορούσαμε να το ρωτήσουμε αν αισθάνεται ότι κακοποιείται. Το γεγονός, όμως, να είχε όντως στρεσαριστεί γιατί κάποιοι φώναζαν και ωρύονταν πριν την έναρξη της παράστασης, όπως ενημερωθήκαμε από άτομα που ήταν εκεί, παίζει καθόλου ως ενδεχόμενο; Γιατί αν όντως το άλογο, ως ον, είναι τόσο ευαίσθητο και με τόσο ψηλό EQ, όπως διατείνονται κάποιοι -που λογικά έχουν το υπόβαθρο και τις γνώσεις- ή έστω όπως αντιλαμβανόμαστε από τα συμφραζόμενά τους, αυτοί πρώτοι δεν θα έπρεπε να το προστατεύσουν αντιδρώντας με διακριτικότητα, αυτοσυγκράτηση και σωφροσύνη;

Ψιλά γράμματα, θα μου πεις, και ούτε καν γραμμένα με βιολογικό αφρό ξυρίσματος.




Πιο κάτω αυτούσια η επιστολή του σκηνοθέτη, όπως δημοσιεύτηκε μετά τα όσα εκτιλύχθηκαν:

Αντίλογος της Λευκωσίας, 2 Οκτωβρίου 2019

Είμαστε αναγκασμένοι να παραιτηθούμε από την παράσταση, εξαιτίας μιας υπερβολικά έντονης και προκλητικής αντίδρασης ενός φιλοζωϊκού κινήματος, η οποία οδήγησε τις Αρχές στην εντολή ακυρώσεως των παραστάσεων.

Δεν σχολιάζουμε τις αποφάσεις των Αρχών, ωστόσο δεν μπορούμε να σιωπήσουμε απέναντι σε αυτό που πραγματικά βιώνουμε ως λογοκρισία της ανθρώπινης έκφρασης, με αποτέλεσμα να στερηθούν οι πολίτες της Λευκωσίας τη δυνατότητα να δουν την παράσταση.

Σε ένα κεντρικό σημείο της παράστασης, ένα άλογο εισέρχεται στη σκηνή, συνοδευόμενο από τον φροντιστή του. Στο καπούλι του αλόγου ένας συντελεστής της παράστασης γράφει τρεις λέξεις χρησιμοποιώντας ένα πινέλο και σαπουνάδα. Στη συνέχεια το άλογο εξέρχεται, με την ησυχία του, χωρίς κανέναν εξαναγκασμό ή οδηγία. Απλώς ακολουθεί τον φροντιστή του.

Κάποιοι φιλόζωοι διαμαρτυρήθηκαν χωρίς να έχουν δει την παράσταση και χωρίς να θέλουν να ακούσουν κανέναν αντίλογο ή επιχείρημα. Για αυτούς η παρουσία ενός αλόγου επί σκηνής αποτελεί a priori έγκλημα.

Εμείς, λοιπόν, που είμαστε φιλόζωοι, πιστεύουμε το αντίθετο: ότι είναι έγκλημα να απομακρύνονται τα ζώα από εμάς και να ασκείται εξουσία ώστε να μην τους επιτρέπεται η είσοδος.

Όταν πραγματευόμαστε τη σχέση ανθρώπων και ζώων, είναι άτοπο να μιλάμε για το «ζώο» αντί για «το συγκεκριμένο ζώο». Στην πραγματικότητα πρόκειται πάντα για μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ενός συγκεκριμένου ανθρώπου και ενός συγκεκριμένου ζώου, και αυτή είναι η σχέση που πρέπει να συζητηθεί.

Η γενίκευση της σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα σημαίνει επιβολή, και η υποτιθέμενη προστασία των κατώτερων όντων σημαίνει αυτομάτως ότι είμαστε ανώτερα όντα, που γνωρίζουν εκ των προτέρων τα πάντα. Η ιστορία μάς διδάσκει πού οδηγούν παρόμοιες γενικεύσεις. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει κανείς εάν ένα ζώο θέλει ή δεν θέλει να συμμετάσχει σε μια παράσταση;

Πώς είναι δυνατόν να είναι κανείς βέβαιος ότι εάν εμποδίσουμε ένα ζώο να εισέλθει στη σκηνή, σεβόμαστε τη θέλησή του ή απλά την ύπαρξή του; Μόνο το «όχι» σέβεται τα ζώα;

Μόνο το «όχι» είναι ικανό να ερμηνεύσει την πρέπουσα σχέση μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός ζώου;

Επομένως, η σχέση αυτή θα συντηρηθεί με ένα «όχι»; Πρέπει να ζούμε χωριστά με ένα «όχι» για διασφαλίσουμε ότι θα σεβόμαστε ο ένας τον άλλον;

Για ποια προστασία των ζώων μιλάμε, αν η κυρίαρχη λέξη είναι το «όχι»; Το ζώο «δεν» μπορεί να αποφασίσει γιατί «δεν» σκέφτεται; Επομένως, θα πρέπει ο άνθρωπος να αποφασίσει για το καλό του ζώου; Και κατά συνέπεια, εκείνος να αποφασίσει για το «όχι»;

Το «όχι» δεν είναι παρά μία ανθρώπινη λέξη, προφανώς. Είναι η λέξη που κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποίησαν για να πουν σε άλλους ανθρώπους: «Δεν είσαι άνθρωπος». Και τώρα, την ίδια λέξη, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για τα ζώα; Επομένως, το ζώο δεν πρέπει να έχει σχέσεις. Δεν πρέπει να αλλάζει περιβάλλον. Δεν πρέπει να προσκαλείται να εισέλθει στην πόλη ή σε ένα θέατρο. Πρέπει να παραμείνει ‒όπως λέγεται‒ στο περιβάλλον του, στον φυσικό του χώρο, έτσι ώστε να μην υποφέρει. Δεν πρέπει -όπως λέγεται‒ να το εκμεταλλευόμαστε για τη διασκέδασή μας.

Και αν ένα ζώο θελήσει να εισέλθει; Αν θελήσει να εισέλθει στην πόλη; Όχι αυτές δεν είναι παράλογες ερωτήσεις ή σοφιστείες, διότι μπορούμε πραγματικά να θέσουμε αυτή την ερώτηση σε οποιοδήποτε ζώο: «Θέλεις να μπεις; Σε προσκαλώ να μπεις. Είσαι προσκεκλημένος μου». Δεν είναι σωστό να απαντηθεί η ερώτηση πριν τεθεί σε οποιοδήποτε ζώο. Δεν είναι σωστό να απαντάμε εμείς στη θέση του. Εναπόκειται σε μας, αν θέλουμε να το φιλοξενήσουμε, να τού θέσουμε αυτή την ερώτηση, και η απάντησή του είναι πάντα αδιαμφισβήτητη.

Εάν προσκληθεί να εισέλθει σε ένα περιβάλλον όπου συχνάζουν οι άνθρωποι, εναπόκειται σε εκείνο να αποφασίσει. Χωρίς κόλπα, φάρμακα, ηρεμηστικά ή ειδική εκπαίδευση.

Στην απλότητα της κατάστασής του, ένα ζώο μπορεί να αποφασίσει. Αν θέλει να μπει, μπαίνει. Αν δεν θέλει να μπει, δεν το αναγκάζουμε. Όταν προσκαλούμε τα ζώα να εισέλθουν στη σκηνή, μπαίνουν και βγαίνουν. Δεν εκτελούν ασκήσεις για τις οποίες εκπαιδεύονται. Έρχονται στον τόπο όπου είμαστε κι εμείς, εκεί όπου κάποιες φορές βρισκόμαστε μεταξύ μας, προσκεκλημένα, έρχονται για να επισκεφθούν τη ζωή μας.

Οι συνθήκες της αστικής ζωής, υπό τις οποίες ζουν σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι στη Γη, έχει αποβάλει κάθε εγγύτητα προς τα ζώα, εκτός από εκείνα που επιτρέπονται, τα αποκαλούμενα «κατοικίδια». Όμως υπάρχει ανάγκη να εγκύψουμε στη ζωή τους, επειδή μοιραζόμαστε το κοινό πεπρωμένο των έμβιων όντων. Χρειαζόμαστε την εγγύτητά τους, επειδή αισθανόμαστε την ανάγκη να είμαστε καλύτεροι. Το θέατρο είναι ο τελευταίος ναός στον οποίον συνυπάρχουν οι άνθρωποι και τα ζώα.

Αντιλαμβανόμαστε την παράσταση στην οποία όλοι συμμετέχουν, ως μία μορφή ευθύνης και όχι ψυχαγωγίας.

Υπάρχει μία μορφή φιλοζωίας που διεκδικεί τη δυνατότητα πραγματικής συνύπαρξης με τους πλησίον μας, τα ζώα. Που διεκδικεί για αυτά μία κατάσταση ζωής από την οποία έχουν αποβληθεί. Δεν πρόκειται για επιστροφή στον ζωομορφισμό των αρχαίων ανατολικών θρησκειών, αλλά για την επανεκκίνηση μιας στάσης περισυλλογής απέναντι στα ζώα και στη μυστηριώδη παραμονή και επιβίωσή τους, εν πλήρη αγνοία της γεννήσεώς τους.

Γιατί να διαχωρίζονται τα ζώα από τους ανθρώπους; Ποιος μπορεί να βεβαιώσει ότι μπορούν να ζήσουν με τον πιο φυσικό τρόπο μόνο σε προστατευόμενες περιοχές, στα καταφύγια όπου συχνάζουν οι ευκατάστατοι;

Ποιος μπορεί να πει ότι δεν θα κατοικούν στις πόλεις όταν εμείς δεν θα είμαστε πια εκεί;

Ασκεί απαράδεκτη βία το χαλαρό χέρι που χαϊδεύει το κεφάλι ενός ζώου, εάν το ίδιο αυτό χέρι λαμβάνει κάθε απόφαση ζωής ή θανάτου για λογαριασμό του. Είναι πιο σεβαστικό το χέρι ενός ποιμένα που σπρώχνει το κοπάδι που τον τρέφει και με το οποίο ζουν μαζί όλο το χρόνο.

Μπορεί η πόλη να δεχθεί άλλα ζώα εκτός από τα κατοικίδια; Ναι, αλλά μόνο με σοβαρό τρόπο, δηλαδή στο αξιοπρεπές πλαίσιο ενός θεάτρου, του τελευταίου σύγχρονου ναού που αναβιώνει την τελετουργία της πραγματικής ζωής. Με αυτόν τον τρόπο διεκδικούμε τη φιλοζωία μας, με τη μέγιστη προσοχή και φροντίδα για την προσέλευση και την επίσκεψη των ζώων ανάμεσά μας, στο επίκεντρο του κοινού μας πεπρωμένου.

Τώρα, εδώ, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια καταναγκαστική αναίρεση της ελευθερίας έκφρασης. Αντιμετωπίζουμε την επιβολή μιας λογοκρισίας προερχόμενης από μία περιθωριακή φιλοζωία που ενισχύεται από την απήχηση των μέσων ενημέρωσης, στην οποία πρέπει να αντιταχθούμε αν δεν θέλουμε ο πολιτισμός να υποχωρεί απέναντι σε τέτοιες ακραίες, παράλογες και αδιάλλακτες συμπεριφορές.

Εμείς, από την πλευρά μας, απαντάμε με την άρνησή μας να αλλοιώσουμε την φύση της παράστασής μας και δεν δεχόμαστε να αφαιρεθεί η είσοδος της φοράδας Λάρινδας στη σκηνή.

Λυπούμαστε για τους Κύπριους φίλους μας, αλλά είναι καθήκον μας να υπερασπιστούμε την τέχνη και την ελευθερία όλων, συμπεριλαμβάνομένων και των ζώων, που θα ήθελαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, ωστόσο αποκλείονται.

Δεν εκφοβιζόμαστε από την αλαζονεία αυτών των αυτοαποκαλούμενων ακτιβιστών των δικαιωμάτων των ζώων, διότι υποστηρίζουμε μία πιο ριζοσπαστική φιλοζωία, την αληθινή φιλία με τα ζώα. Πίσω από κάθε μεγαλόστομη κορώνα, ελλοχεύει ο κίνδυνος της λογοκρισίας και του ανορθολογισμού. Είναι υποχρέωσή μας να το υπενθυμίσουμε με αυτήν μας την επιστολή, δεδομένου ότι το ψέμα που έχει εξαπλωθεί εις βάρος μας, μάς εμπόδισε επίσης να ανοίξουμε οποιονδήποτε διάλογο με τους πολίτες της Λευκωσίας.

Απέναντι σε όλα αυτά, τα ζώα σιωπούν.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ