Όταν ο Μακάριος εκτοπίστηκε ως τρομοκράτης στις Σεϋχέλλες

Το μεσημέρι της Παρασκευής 9 Μαρτίου 1956, πολύς κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπής Κύπρου και του καθεδρικού ναού του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ επρόκειτο να ταξιδεύσει εκείνη τη μέρα στην Αθήνα, για διαβουλεύσεις με την Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που είχε εξασφαλίσει στις πρόσφατες εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου τη λαϊκή επιδοκιμασία και ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Λίγες ημέρες πριν, στις 29 Φεβρουαρίου, οι συνομιλίες του Μακαρίου με τον κυβερνήτη, στρατάρχη Τζον Χάρντινγκ, είχαν καταλήξει σε αδιέξοδο.

Η παρουσία στο τελευταίο στάδιο των συνομιλιών του υπουργού Αποικιών Aλαν Λένοξ Μπόιντ, όχι μόνο δεν βοήθησε, αλλά έδωσε θεαματικές διαστάσεις στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων.

makarios1501317800.2e16d0ba.fill-565x380-c100.jpg

Την ίδια ημέρα (29 Φεβρουαρίου) είχε ανακοινωθεί η θανατική καταδίκη δύο άλλων νεαρών Κυπρίων αγωνιστών, του Ανδρέα Ζάκου και του Χαρίλαου Μιχαήλ.

Στις 2 το μεσημέρι της 9ης Μαρτίου, το αυτοκίνητο του Αρχιεπισκόπου, με οδηγό τον αδελφό του, Γιακουμή, έφτασε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.

Εκεί, ένας Βρετανός αξιωματικός οδήγησε τον Μακάριο σε ένα άδειο αεροπλάνο της ΡΑΦ, τύπου Χέιστιγκς, περικυκλωμένο από ένοπλους στρατιώτες.

Αφού επιβιβάστηκαν, του διάβασε το διάταγμα απελάσεως, υπογεγραμμένο από τον Χάρντινγκ στις 7 Μαρτίου 1956, με το οποίο διατασσόταν να εγκαταλείψει την αποικία.

Στο διάστημα που παρέμειναν μόνοι τους στο αεροπλάνο, ο Άγγλος αξιωματικός εκμυστηρεύθηκε στον Μακάριο ότι είχε υπηρετήσει κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα, την οποία αγαπούσε και όπου είχε αρκετούς φίλους.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ