«Η κυπριακή κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτές τις (άλλες) γυναίκες»

«Αυτές οι 'άλλες γυναίκες' είναι οι γυναίκες που φροντίζουν τα παιδιά μας, τα σπίτια μας και τους ηλικιωμένους γονείς μας για να μπορούμε να εργαστούμε (άντρες και γυναίκες), να κάνουμε καριέρα και να κερδίσουμε βραβεία καινοτομίας και αριστείας».

Της Μιράντας Χρίστου*

Δεν έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να κατανοήσουμε πως οι («ξένες») γυναίκες που εξαφανίζονται είναι θέμα που μας αφορά προσωπικά.

Η Κυπριακή κοινωνία έχει εδώ και χρόνια μια φορτισμένη σχέση με την έννοια του αγνοούμενου. Από τη μια, το τραύμα των οικογενειών του ’74 που αναζητούν ακόμη εναγωνίως μια απάντηση, μια κατάληξη, ένα λείψανο, και από την άλλη, η εξοργιστική κωλυσιεργία ενός κράτους που κρατούσε στη λίστα των ονομάτων αυτούς που έθαψε για να μπορέσει να ανεμίζει το χαρτί των 1,619 στα διεθνή σώματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενάντια στην Τουρκία (Sant Cassia, 2005). Φυσικά, αυτή η λίστα δεν περιλάμβανε τους Τουρκοκύπριους αγνοούμενους γιατί στην εθνική μας φαντασίωση δεν θεωρούσαμε ότι ανήκουν στην Κυπριακή κοινωνία ή στα πραγματικά θύματα της ιστορίας.

Τις τελευταίες βδομάδες τα αγνοούμενα άτομα (missing persons) απόκτησαν μια έμφυλη διάσταση αν και αρνούμαστε ακόμη να προσδώσουμε το κατάλληλο κοινωνικό και πολιτικό μέγεθος στην εξαφάνιση και στο θάνατο γυναικών στα χέρια ενός άντρα.

Αδυνατούμε να ονομάσουμε τη βία κατά των γυναικών ως ένα φαινόμενο μιας πατριαρχικής κοινωνίας.

IMG_4117.jpg

Συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με τις θεατρικές λεπτομέρειες και τις ψυχολογικές ερμηνείες ενός εγκλήματος που αντιμετωπίζεται ως μια τυχαία και ατυχέστατη παρέκκλιση, η οποία με κανένα τρόπο δεν αντιπροσωπεύει όλους εμάς τους καλούς και συνετούς πολίτες. Και ενώ μέσα από ένα εκπαιδευτικό σύστημα μεταφοράς του τραύματος του ’74 (Ρουτομέτοφ και Χρίστου, 2012) ο πόνος των οικογενειών αγνοουμένων είναι μέρος της συλλογικής μας συνείδησης, δεν έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να κατανοήσουμε πως οι («ξένες») γυναίκες που εξαφανίζονται είναι θέμα που μας αφορά προσωπικά.

Πρώτο, δεν αναγνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο έμφυλης βίας που περιλαμβάνει τη σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση γυναικών στα χέρια των συντρόφων τους. Αν και τα τελευταία χρόνια έχουμε διεκπεραιώσει πολυάριθμες έρευνες και εκπαιδευτικές καμπάνιες για το φαινόμενο αυτό (δες Μεσογειακό Κέντρο Μελετών Κοινωνικού Φύλου) αδυνατούμε να ονομάσουμε τη βία κατά των γυναικών ως ένα φαινόμενο μιας πατριαρχικής κοινωνίας.

Σύμφωνα με την Sylvia Walby (1990), πατριαρχία είναι ένα σύστημα κοινωνικών δομών και πρακτικών όπου οι άντρες κυριαρχούν, καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τις γυναίκες. Η πατριαρχία είναι σύστημα, όχι τα ατομικά χαρακτηριστικά του άντρα δολοφόνου.

Είναι το σύστημα που επιτρέπει να μην καταγράφονται οι εξαφανίσεις γυναικών ως ξεχωριστό φαινόμενο και να ερμηνεύονται απλά ως σπασμωδικές αντιδράσεις του παράλογου θηλυκού («έφυεν στα κατεχόμενα»). Είναι το σύστημα που δεν αναγνωρίζει ότι η βία ερωτικού συντρόφου (Intimate Partner Violence) επηρεάζει γυναίκες σε όλες τις χώρες ανεξαρτήτως μόρφωσης, θρησκείας ή κοινωνικής τάξης. Και έτσι το πατριαρχικό σύστημα αφήνει να πιστεύουμε ότι αυτά συμβαίνουν μόνο στις «άλλες γυναίκες» οι οποίες θα έπρεπε, κατά τα άλλα, να προσέχουν καλύτερα τον εαυτό τους.

Οι αγνοούμενες γυναίκες της Κύπρου είναι το σύμπτωμα μιας ρατσιστικής και σεξιστικής κοινωνίας όπου οι θεσμοί παραμένουν αδιάλλακτοι γιατί πιστεύουμε ότι η μεγαλύτερη αδιαλλαξία είναι Τουρκικής φύσεως


Δεύτερο, δεν αναγνωρίζουμε τις οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της παρουσίας αυτών των «άλλων γυναικών» στην Κυπριακή κοινωνία. Για χρόνια περηφανευόμαστε για το «Κυπριακό θαύμα» της οικονομικής μας ανάρρωσης μετά το ’74 (Christodoulou, 1992, Trimikliniotis, Ioakimoglou and Pantelides, 2012) και αποδίδουμε την επιτυχία μας στο εργατικό μας ήθος και απαράμιλλο εθνικό σθένος.

Δεν αναγνωρίζουμε ότι απλώς βρεθήκαμε στη θέση του να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τα οφέλη μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας κατά την οποία η εργασία έγχρωμων χεριών αξίζει λιγότερο από την εργασία λευκών χεριών. Έχουμε ξεχάσει φυσικά ότι κάποτε είμασταν εμείς οι έγχρωμοι ή οι «άλλοι» στις χώρες στις οποίες μεταναστεύαμε. Κυρίως όμως, αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε το οικονομικό «θαύμα» μέσα από τη φεμινιστική θεώρηση της φροντίδας (Tronto, 1993/2011). Σύμφωνα με την Tronto, η φροντίδα έχει πολιτικό χαρακτήρα εφόσον εμπλέκεται σε σχέσεις επιβίωσης και οικονομίας. Η φροντίδα είναι ένα είδος αγαθού το οποίο εμπορευματοποιήθηκε σε ένα σύστημα παγκοσμιοποιημένης οικονομικής εκμετάλλευσης. Οι γυναίκες από τις Φιλιππίνες, τη Σρι Λάνκα, το Νεπάλ αλλά και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία συμμετέχουν σε αυτό το σύστημα ανταλλαγής όπου η φροντίδα των («ξένων») γυναικών είναι το πιο φθηνό αγαθό. Αυτές οι «άλλες γυναίκες» είναι οι γυναίκες που φροντίζουν τα παιδιά μας, τα σπίτια μας και τους ηλικιωμένους γονείς μας για να μπορούμε να εργαστούμε (άντρες και γυναίκες), να κάνουμε καριέρα, να κερδίσουμε βραβεία καινοτομίας και αριστείας.

Η κυπριακή κοινωνία και οικονομία δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς αυτές τις (άλλες) γυναίκες που έχουν γίνει κυριολεκτικά αόρατες με την εξαφάνισή τους. Ο Marcelo Suárez-Orozco (2001) ονόμασε αυτό το φαινόμενο ως το μετα-βιομηχανικό παράδοξο: ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια καπιταλιστική κοινωνία βασίζεται στην ύπαρξη φτηνών εργατικών χεριών και οι μετανάστες/τριες παραμένουν χρήσιμοι/ες αλλά όχι επιθυμητοί/ές.


IMG_4119.jpg


Τρίτο και πιο σημαντικό, αδυνατούμε να καταλογίσουμε το θάνατο των αγνοούμενων γυναικών στη θεσμική βία που εξασκήθηκε από ένα αστυνομικό σώμα και ένα σύστημα δικαιοσύνης τα οποία αδυνατούν να λογοδοτήσουν για το ότι η Κύπρος είναι κέντρο διακίνησης και εμπορίας γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση και μια χώρα στην οποία η εργασιακή εκμετάλλευση μεταναστών αποτελεί τη νόρμα και όχι την εξαίρεση.

Οι αγνοούμενες γυναίκες δεν αγνοήθηκαν από τις φίλες τους, τις συμπατριώτισσες τους ή ακόμη και τις Κύπριες που τις γνώριζαν. Αγνοήθηκαν από συγκεκριμένα γραφεία και σταθμούς τα οποία επέτρεψαν έμμεσα στον εγκληματία να συνεχίζει να δολοφονεί γυναίκες. Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι η Κύπρος είναι το μόνο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για εγκλήματα σχετικά με εμπορία γυναικών (trafficking) στην υπόθεση Rantsev v. Cyprus and Russia (2010) με τη συγκεκριμένη κατηγορία του ότι η αστυνομία και το κράτος απέτυχαν να εφαρμόσουν τις κατάλληλες διαδικασίες για διευκρίνιση των συνθηκών κάτω από τις οποίες η Oxana Rantseva βρέθηκε νεκρή λίγες μέρες μετά την άφιξη της στην Κύπρο το 2001. Σφραγίσαμε τη θεσμική μας αδιαφορία στο έγκλημα αυτό όταν το 2017 το δικαστήριο μας αθώωσε και τους τελευταίους αστυνομικούς που είχαν κατηγορηθεί στην υπόθεση αυτή.

Δεν αναγνωρίζουμε ότι αυτό είναι ένα φαινόμενο έμφυλης βίας που περιλαμβάνει τη σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση γυναικών στα χέρια των συντρόφων τους.

Οι αγνοούμενες γυναίκες της Κύπρου είναι το σύμπτωμα μιας ρατσιστικής και σεξιστικής κοινωνίας όπου οι θεσμοί παραμένουν αδιάλλακτοι γιατί πιστεύουμε ότι η μεγαλύτερη αδιαλλαξία είναι Τουρκικής φύσεως. Η κατοχή, οι αγνοούμενοι και ο πόνος του ’74 είναι το άλλοθι στην κοινωνική σαθρότητα. Γίναμε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλάξαμε νόμους στο χαρτί και συνεχίζουμε να έχουμε πολιτικές ηγεσίες που μας λένε να περιμένουμε γιατί προτεραιότητα δεν είναι η πάταξη της διαφθοράς και η κοινωνική ανισότητα—είναι η μπότα του κατακτητή. Η αστυνομία μας έφταιξε κυριολεκτικά την εξαφάνιση των γυναικών στον Τούρκο κατακτητή.

Στην «Αγωγή του Καταπιεζόμενου» (Pedagogy of the Oppressed) ο Paulo Freire (1970/1977) λέει ότι και ο καταπιεστής αλλά και ο καταπιεζόμενος έχουν υποστεί απανθρώπιση (dehumanization). Μάλιστα, ο καταπιεζόμενος, στην προσπάθεια του να επιβιώσει, μπορεί να μιμηθεί τον καταπιεστή του, να γίνει πιο τυραννικός και από το αφεντικό του. Για τον Freire, η ευθύνη της παιδείας είναι να φέρει στην επιφάνεια αυτό το παράδοξο και να μας εξανθρωπίσει, αρχίζοντας πάντα από την ονομασία και αναγνώριση της πραγματικότητας. Αν δεν αντιληφθούμε τις τεράστιες θεσμικές και κοινωνικές διαστάσεις των αγνοούμενων γυναικών τότε η απαίτησή μας για δικαίωση «των αγνοουμένων μας» θα παραμένει μια πολιτική υποκρισία.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο paideia-news.com

44066339.jpg


*Η Μιράντα Χρίστου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ