ΜΙΛΑ ΜΟΥ

ΓΡAΦΕΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚAΤΣΙΗΣ

«Περίπου 20% των παιδιών αντιμετωπίζει κάποιο αναγνωστικό πρόβλημα»

16.10.2017

Ο Dr Γιώργος Γεωργίου, είναι ο Κύπριος επιστήμονας που κατάφερε μέσω ενός εκπαιδευτικού προγράμματος να βρει λύση στα προβλήματα αναγνωστικότητας που αντιμετωπίζουν τα παιδιά.        

Ξεκίνησε ως δάσκαλος στην Κύπρο, όπου και εργάστηκε για δύο χρόνια, ενώ στην πορεία έφυγε στον Καναδά για το μεταπτυχιακό του, στο Πανεπιστήμιο της Alberta (2002-2008). Μετά το πέρας των μεταπτυχιακών σπουδών του, ο Dr Γεωργίου παρέμεινε στον Καναδά, όπου ζει και εργάζεται μόνιμα, πλέον, στο Πανεπιστήμιο της Alberta ως καθηγητής στο Τμήμα της Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. Το 2015, μάλιστα, βραβεύτηκε για την έρευνά του από τον Αμερικανικό Οργανισμό Ψυχολογίας με το βραβείο του καλύτερου νεαρού επιστήμονα στον τομέα του. 

Για τον Γιώργο και τη δραστηριότητά του, μάθαμε πρόσφατα όταν διαβάσαμε σε καναδέζικη ιστοσελίδα ιατρικού ενδιαφέροντος, για τα πολύ επιτυχημένα αποτελέσματα του εκπαιδευτικού προγράμματος που εφάρμοσε σε παιδιά δημοτικού με προβλήματα ανάγνωσης. Το πρόγραμμα, το οποίο διήρκησε 2 χρόνια, περιελάμβανε 290 παιδιά από 11 δημοτικά σχολεία του Edmonton, που παρουσίαζαν  αναγνωστικά προβλήματα. Μετά το τέλος του προγράμματος από τα 290 παιδιά που συμμετείχαν, μόνο τα 7 εξακολουθούσαν να εμφανίζουν προβλήματα στην ανάγνωση. Η ομάδα του κ. Γεωργίου, αποτελείτο από τους Dr Rauno Parrila του Macquarie University, Dr. Robert Savage του University College of London) και 30 ειδικά εκπαιδευμένους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αλμπέρτα, το οποίο χρηματοδότησε και το εν λόγω πρόγραμμα.

Περίπου 20% των παιδιών αντιμετωπίζει κάποιο αναγνωστικό πρόβλημα στην αρχή της πρώτης τάξης. 

Τι ακριβώς είναι τα αναγνωστικά προβλήματα;  
Υπάρχουν δυο ειδών αναγνωστικά προβλήματα. Το πρώτο αναφέρεται στις δυσκολίες που έχει ένα παιδί στην αποκωδικοποίηση λέξεων -που είναι και το βασικό πρόβλημα σε παιδιά με δυσλεξία- και το δεύτερο αναφέρεται σε παιδιά με συγκεκριμένη δυσκολία στην κατανόηση κειμένου (specific reading comprehension deficit), που σημαίνει ότι ενώ διαβάζουν σωστά τις λέξεις σ’ ένα κείμενο, δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του κειμένου και επομένως αποτυγχάνουν στο να απαντήσουν σωστά στις ερωτήσεις κατανόησης. Η πρώτη μορφή αναγνωστικών προβλημάτων, επηρεάζει περίπου το 5-10% του πληθυσμού, ενώ η δεύτερη το 3-5% του πληθυσμού. Ασφαλώς, υπάρχουν παιδιά που παρουσιάζουν δυσκολίες και στις δυο περιοχές.
 

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε εκτενώς με αυτό το ζήτημα;
Τα τελευταία 10 χρόνια, ασχολούμαι συστηματικά με την έρευνα στον τομέα της ανάγνωσης, συμπεριλαμβανομένων και τον παραγόντων που επηρεάζουν την ανάγνωση στα ελληνικά. Τα πρώτα χρόνια ασχολήθηκα περισσότερο με τους παράγοντες (γνωστικούς και περιβαλλοντικούς) που επηρεάζουν την ανάγνωση, τα τελευταία 3 χρόνια εντούτοις, δουλεύω πιο συστηματικά στην πρόβλεψη και θεραπεία τον αναγνωστικών προβλημάτων χρησιμοποιώντας διάφορα παρεμβατικά εργαλεία και εξετάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποδίδουν καλύτερα αποτελέσματα.

Σημάδια υπάρχουν και πριν το νηπιαγωγείο, τα οποία οι γονείς πρέπει να προσέξουν.

Σε ποια ηλικία γίνεται διακριτό το πρόβλημα; Υπάρχουν συγκεκριμένα σημάδια;
Μπορούμε να κάνουμε ακριβή διάγνωση, αν δηλαδή κάποιο παιδί πρόκειται να αναπτύξει αναγνωστικά προβλήματα, από το νηπιαγωγείο ακόμα, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως αυτά της αναγνώρισης γραμμάτων, της φωνητικής ενημερότητας και της ταυτόχρονης κατονομασίας ερεθισμάτων (rapid automatized naming). Σημάδια ωστόσο, υπάρχουν και πριν το νηπιαγωγείο τα οποία οι γονείς πρέπει να προσέξουν, όπως η καθυστέρηση στην ομιλία (speech delay) ή η αντιστροφή συλλαβών και το περιορισμένο λεξιλόγιο. 
 

Τι ποσοστό παιδιών αντιμετωπίζει τέτοιου είδους δυσκολίες; 
Περίπου 20% των παιδιών αντιμετωπίζει κάποιο αναγνωστικό πρόβλημα στην αρχή της πρώτης τάξης. Με την έγκαιρη παρέμβαση και θεωρώντας ότι οι δάσκαλοι ξέρουν πως να διδάξουν ανάγνωση στα παιδιά, περίπου το 15% αυτών των παιδιών  ξεπερνά το πρόβλημα που αρχικά είχε. Το υπόλοιπο 5% που θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει προβλήματα στην ανάγνωση, είναι αυτά τα παιδιά που εντάσσονται στο φάσμα της δυσλεξίας.
 


 

Οι δυσκολίες αυτές πού οφείλονται; 
Από διάφορες έρευνες στη βιβλιογραφία, φαίνεται ότι τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες ευθύνονται για τα προβλήματα στην ανάγνωση. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι παιδιά των οποίων οι γονείς αντιμετωπίζουν αναγνωστικά προβλήματα, διατρέχουν τέσσερις φορές μεγαλύτερο ρίσκο να αναπτύξουν κι αυτά αναγνωστικό πρόβλημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αν οι γονείς δεν αντιμετωπίζουν αναγνωστικά προβλήματα, τότε το παιδί τους αποκλείεται να αναπτύξει αναγνωστικά προβλήματα.
 

Πόσο καιρό δουλεύατε πάνω στο συγκεκριμένο project πριν το εφαρμόσετε;
Τρέξαμε διάφορα πιλοτικά προγράμματα προτού δοκιμάσουμε το συγκεκριμένο, παρατηρώντας σημαντικά αποτελέσματα. Εδώ, οφείλω να αναφέρω ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι αποτέλεσμα ερευνών που έχουν γίνει τα τελευταία 20 χρόνια και όχι, κάτι, που ανακαλύψαμε εμείς. Το πρόβλημα εστιάζεται στο γεγονός ότι οι δάσκαλοι, πολλές φορές, δεν γνωρίζουν ποια προγράμματα έχουν δοκιμαστεί και είναι αποτελεσματικά και ποια προγράμματα απλά υπάρχουν, χωρίς κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει την επιτυχία τους.

Στόχος μας είναι μετά και από αυτή την παρέμβαση, να μην υπάρχει ούτε και ένα παιδί που θα αντιμετωπίζει αναγνωστικά προβλήματα. 

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα που εφαρμόσατε είχε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό επιτυχίας. Ποια μέθοδος ακολουθήθηκε;
Η έρευνά μας βασίζεται στο μοντέλο «Response το Intervention» και διαθέτει τρία επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο (tier 1), αφορά στη διδασκαλία όλων των παιδιών από τους δασκάλους τους, χρησιμοποιώντας τις καλύτερες δυνατές μεθόδους. Το δεύτερο επίπεδο (tier 2), αφορά παιδιά τα οποία παρόλες τις προσπάθειες των δασκάλων τους εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα και λαμβάνουν παρεμβατικό πρόγραμμα σε μικρές ομάδες. Το τρίτο επίπεδο (tier 3), αφορά τα παιδιά που προέρχονται από το προηγούμενο επίπεδο και εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα. Έτσι, εντάσσονται σ’ ένα πιο συστηματικό και εντατικό παρεμβατικό πρόγραμμα, συνήθως ένας προς έναν, με ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό.

Στη δική μας έρευνα, αρχικά, συμπεριλάβαμε 290 παιδιά πρώτης τάξης δημοτικού. Τον Οκτώβριο τα εξετάσαμε σε διάφορες δοκιμασίες και εκπαιδεύσαμε τους δασκάλους τους πως να διδάξουν ανάγνωση χρησιμοποιώντας αποτελεσματικές μεθόδους. Τον Γενάρη, επανεξετάσαμε όλα τα παιδιά και αυτά που η επίδοση τους ήταν χαμηλή (κάτω από το 20ο τεταρτημόριο) συμμετείχαν σε μικρές ομάδες των 3-4 παιδιών, σε παρεμβατικό πρόγραμμα 10 βδομάδων, 3 φορές την βδομάδα για 30 λεπτά κάθε φορά. Το πρόγραμμα περιείχε ασκήσεις φωνικής ενημερότητας, ασκήσεις αντιστοιχίας γράμματος-ήχου και ανάγνωση από βιβλία που είχαν αρκετές λέξεις με το διδασκόμενο γράμμα-ήχο. Στο τέλος του θεραπευτικού προγράμματος επανεξετάσαμε όλα τα παιδιά στην ανάγνωση. Η ίδια σειρά ακολουθήθηκε όταν τα παιδιά πήγαν στην 2α τάξη. Έπειτα από δύο χρόνια παρέμβασης και ενημέρωσης των δασκάλων, μόνο 7 παιδιά από το αρχικό δείγμα (2,4%), εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν προβλήματα στην ανάγνωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το πρόγραμμά μας, δεν αποκλείσαμε οποιαδήποτε κατηγορία παιδιών, όπως για παράδειγμα παιδιά που μάθαιναν πρώτη φορά αγγλικά ή παιδιά με συμπεριφορικά προβλήματα, άρα αυτό καθιστά την επιτυχία της θεραπευτικής παρέμβασης ακόμη μεγαλύτερη.
 

Παράλληλα με τα παιδιά, πρέπει να εκπαιδευτούν δάσκαλοι και γονείς. Τι ακριβώς πρέπει να γνωρίζουν;
Οι δάσκαλοι των παιδιών οφείλουν να γνωρίζουν τις κατάλληλες πρακτικές και την εφαρμογή τους, ούτως ώστε να μπορούν να βοηθήσουν αποτελεσματικά τα παιδιά με τέτοιου είδους προβλήματα. Από την άλλη, οι γονείς πρέπει να μάθουν να διαβάζουν τα σημάδια, καθώς επίσης να γνωρίζουν ποια προγράμματα προσφέρονται δωρεάν και το οποία μπορούν να βοηθήσουν στην ενδυνάμωση των διαφόρων γνωστικών δεξιοτήτων που υποστηρίζουν την ανάγνωση.
 

Τα σχολεία στο εξωτερικό, είναι θετικά στο να υιοθετήσουν αυτό το πρόγραμμα;
Να σας πω ότι αρχικά στο πρόγραμμα συμμετείχαν 11 σχολεία, ενώ αυτή τη στιγμή επιπλέον 24 σχολεία έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για να εκπαιδεύουν τους δάσκαλούς τους, βάσει του συγκεκριμένου προγράμματος.
 

Ποιες είναι οι επόμενες σας σκέψεις; Θα εξελίξετε το υφιστάμενο πρόγραμμα ή θα καταπιαστείτε με κάτι διαφορετικό;
Λόγω της τεράστιας ανταπόκρισης που είχαμε για το συγκεκριμένο πρόγραμμα, για την επόμενη χρόνια, τουλάχιστον, θα συνεχίσουμε δουλεύοντας με εκείνα τα παιδιά που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα. Στόχος μας είναι μετά και από αυτή την παρέμβαση, να μην υπάρχει ούτε και ένα παιδί που θα αντιμετωπίζει αναγνωστικά προβλήματα. Στη συνέχεια, σκεφτόμαστε να δουλέψουμε με παιδιά που αντιμετωπίζουν πρόβλημα σε σχολεία που διδάσκουν τη γαλλική, ως πρώτη γλώσσα (French immersion schools), αφού ένας σημαντικός αριθμός παιδιών στο Edmonton παρακολουθεί French immersion schools, ένεκα του ότι ο Καναδάς έχει δυο επίσημες γλώσσες.  

Σχολιαστε