Της φωτιάς τραγούδια

Άνοιξε τα μάτια του ανήσυχος. Σηκώθηκε σαν ελατήριο και προχώρησε παραπατώντας στην κουζίνα. Πάτησε μηχανικά το κουμπί της καφετιέρας και πήγε στο μπάνιο. Εκτονώνοντας τη φυσική ανάγκη που κάνει ο άνδρας όρθιος, στο μυαλό του τριγυρνούσε το όνειρο που έβλεπε πριν ξυπνήσει  απότομα. Μονολόγισε κάτι ακαταλαβίστικο, τράβηξε το καζανάκι και περπάτησε προς την καφετιέρα. Έβαλε καφέ στην αγαπημένη του κούπα, ήπιε μια γουλιά και  πάτησε το play στο στερεοφωνικό. Παρόλο που δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς μουσική, cd από το στερεοφωνικό του δεν θυμόταν από πότε είχε να ακούσει. Οι πρώτες μελωδίες έδιωξαν την ησυχία. Με δόση καφεΐνης στο αίμα αυτή τη φορά, μονολόγισε κάτι με περισσότερη ευφράδεια: «Α ρε Βιτάλη, θεά...».

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ανάμεσα σε χιλιάδες γραμματοσειρές, ψηφία και σύμβολα, μικρά και μεγάλα, μπορούσε να ξεχωρίσει τα γράμματά της.

Πήρε στα χέρια την πλαστική θήκη που ήταν επιμελώς αφημένη πάνω στο μεγάλο ηχείο και έριξε μια ματιά στο αυτοσχέδιο εξώφυλλο. «Της φωτιάς τραγούδια» έγραφε με μαύρο μαρκαδόρο. Κεφαλαία.  Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ανάμεσα σε χιλιάδες γραμματοσειρές, ψηφία και σύμβολα, μικρά και μεγάλα, μπορούσε να ξεχωρίσει τα γράμματά της. Αναστέναξε και ήπιε ακόμα μια γουλιά.  Ήθελε να συγκροτήσει τις σκέψεις του. Και πάλι. Είχε πονοκέφαλο, και πάλι. Προσπάθησε να θυμηθεί.

Με μια αναλαμπή, σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτρικό ρεύμα, χτύπησε με το χέρι του το μέτωπό του. Γοργά, με περιέργεια και επιφυλακτικά, έριξε μια ματιά στο υπνοδωμάτιο του σαν να ήταν κλέφτης. Μια γυναίκα ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα και κοιμόταν βαθιά. Ομολογουμένως, έδειχνε κομψή και θηλυκότατη. Φορούσε ωραίο εσώρουχο και η πλάτη της δήλωνε πως το κορίτσι γυμναζόταν. Σιγά μην τον ένοιαζε. «Γίναμε κώλος ακόμα ένα βράδυ», σκέφτηκε. Έκλεισε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τη πόρτα. Το τελευταίο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν συντροφιά.

Κοίταξε το ρολόι του. Έδειχνε δέκα και τέταρτο. ‘Έπιασε ξανά την πλαστική θήκη του μικρού δίσκου. «Της φωτιάς τραγούδια» ψιθύρισε μελαγχολικά και διαβάζοντας τον τίτλο, βυθίστηκε. Χάθηκε. Κάθε ένα γράμμα και μια δική της λεπτομέρεια, μία της κίνηση, το σώμα της γυμνό, αγαπημένες της λέξεις, το χαμόγελό της, διάφορες συνήθειες της. Εναλλάσσονταν μες το κεφάλι του όλες οι φάσεις, ραγδαία και ανακατεμένα. Συγκεντρώθηκε σε ένα προς ένα τα γράμματα. Εστίαζε στο ξεραμένο, ανεξίτηλο, μαύρο μελάνι που αποτυπώθηκε στο λευκό χαρτόνι πολύ καιρό πριν κι απολάμβανε, βασανιστικά, το νοσταλγικό ταξίδι. Οι εικόνες, οι στιγμές, περνούσαν από μπροστά του σαν σινεμασκόπ. Στο σίγμα της «φωτιάς»,  μπροστά του πρόβαλε η εικόνα εκείνης της  μέρας που αράξανε για πικνίκ δίπλα στο ποτάμι. Πρώτες μέρες της άνοιξης. Τριγύρω ερημιά. Και κρασί λευκό φρουτώδες, παγωμένο όπως της άρεσε. Χωρίς πολλά-πολλά, άπλωσαν ένα πανί  ταλαιπωρημένο που είχαν πάντα στο αμάξι και κάθισαν. Άνοιξε το μπουκάλι και την σέρβιρε. Εκείνη είχε πάρει κάτι μικρά σαντουιτσάκια  με σαλάμι και μουστάρδα.

Ο σκύλος που γάβγισε τον ταρακούνησε. Τον έβγαλε απ’ το σύντομο μα έντονο ταξίδι στο παρελθόν. Ήταν φορτισμένος για ακόμα ένα πρωινό, μα εκείνο το πρωινό ήταν αλλιώτικα. Δεν ήταν βουρκωμένος. Ήταν λουσμένος στο κλάμα. Αλήθεια πόσο καιρό είχε να κλάψει; Προχώρησε προς την βιβλιοθήκη κι άνοιξε το τελευταίο συρτάρι. Παραμέρισε το διαβατήριό του, κάτι αγγλικές λίρες και έπιασε το παλιό  πιστόλι.

Βγήκε στο μπαλκόνι με το σλιπ και το μακό μπλουζάκι που φορούσε, τίναξε τον βασιλικό στη γλάστρα και έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο. Από τα ηχεία ακούγονταν στίχοι του Γκανά σε μουσική  Καλαντζόπουλου. Μια αγουροξυπνημένη γυναικεία φωνή ακούστηκε στον μέσα χώρο «Καλημέρα. Μοσχοβολά καφές».

Δεν πήρε απάντηση. Άκουσε μόνο τον πυροβολισμό.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ