Το απόγευμα

Σουρούπωνε όταν σχόλασαν. Περπάτησαν παρέα μέχρι τον σταθμό του αστικού σιδηρόδρομου δίχως να ανταλλάξουν κουβέντα. Μπήκαν στο βαγόνι. Κουρασμένοι, αποσβολωμένοι, κρατούσαν από μια χειρολαβή οροφής. Ακουγόταν μόνο ο θόρυβος του συρμού.

Ο άντρας καθώς παρατηρούσε τους επιβάτες, πήρε την πρωτοβουλία. Γύρισε προς το μέρος της ανοίγοντας το στόμα του. «Στην επόμενη στάση, κατεβαίνουμε». Η γυναίκα χαμογέλασε. Ήταν η πρώτη φορά, από το πρωί, που είδε το πρόσωπό της να αλλάζει την κατσουφιασμένη φορεσιά του.

Η βαβούρα του κέντρου της πόλης, το κυκλοφοριακό χάος, οι πλανόδιοι, οι επιγραφές νέον, τον συνεπαίρνουν. Του αρέσει να χάνεται στα στενά της. Ξέρει πως τα αυθεντικά μέρη της μεγαλούπολης είναι κρυμμένα σ' αυτά τα σοκάκια. Θησαυροί σε ναυάγιο.

Περιπλανιέται στους δρόμους του κέντρου κι αισθάνεται σαν να εισέρχεται σε μια ειδική κάψουλα -επιστημονικής φαντασίας- που τον διακτινίζει σε άλλους κόσμους. Εκείνη τη μέρα, αποφάσισε να παρασύρει σ’ αυτούς τους κόσμους και τη συνάδελφό του, τη Μυρτώ, που καλά-καλά δεν γνώριζε.

Ανέβηκαν με τις κυλιόμενες σκάλες και κοντοστάθηκαν στην έξοδο. Ο Στάθης εισέπνευσε και με ένα νεύμα του κεφαλιού, έδειξε για την κατεύθυνση που θα ακολουθούσαν. Ξεκίνησαν να περπατούν.

Αγόρασαν κάστανα απ’ το δρόμο. Χαζολογούσαν στα βιβλιοπωλεία και έμπαιναν σε ξεχασμένα δισκάδικα. Κοίταζαν βιτρίνες. Η ειδική κάψουλα είχε αρχίσει τη δράση της. Λες και δεν έφυγαν πριν λίγη ώρα από τον χώρο εργασίας τους, λες και δεν ήταν ντυμένοι βάσει επαγγελματικού ενδυματολογικού κώδικα, λες και δεν άλλαξαν το δρομολόγιο και το πρόγραμμα τους έκτακτα. Στην ειδική κάψουλα, ρολόι και ατζέντα απενεργοποιούνται αυτόματα.

Έκαναν στάση σε ένα μπαχαράδικο. Απολάμβαναν την ευωδία. Παρατηρούσαν ένα προς ένα τα τσουβάλια. Βότανα, μπαχάρια, τσάγια από κάθε γωνιά του κόσμου.

Ψιχάλιζε όταν βγήκαν ξανά στον πεζόδρομο. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ξέσπασε μια φθινοπωρινή μπόρα.

Βρήκαν ιδανικό καταφύγιο στο κοντινό μπαρ. Της άνοιξε την πόρτα, τρύπωσαν μέσα. Μικρό και χαμηλοτάβανο. Με ζεστό φωτισμό. Η Μυρτώ αναγνώρισε το «wrong side of the road» που έπαιζαν τα μεγάφωνα. Παρήγγειλαν ουίσκι . Η βροχή δυνάμωνε, η μέρα έφευγε.

Στο κρυμμένο μπαρ δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες. Ο μπάρμαν, διακριτικός, τους εξυπηρετούσε σχεδόν αόρατος την ίδια ώρα που επέλεγε και τη μουσική.

Το αλκοόλ και η εξέλιξη του απογεύματος, δρούσε σαν βάλσαμο. Και για τους δυο. Η συζήτηση περί ανέμων και υδάτων, εξελίχθηκε σε ένα παιγνίδι ερωτήσεων-απαντήσεων προσωπικού επιπέδου. Εξερευνούσαν, κατά κάποιο τρόπο, ο ένας τον άλλο.

Ήρθαν πολύ κοντά οι δυο τους. Το ωραίο άρωμα της, έσμιγε με την κολόνια του. Την πρωτοβουλία, αυτή τη φορά, την πήρε η Μυρτώ. Αυθόρμητα και χωρίς προειδοποίηση άπλωσε το λεπτό της χέρι και άρπαξε τη γραβάτα του. Την κοίταξε με ύφος περιφρονητικό και του είπε, ευθέως, πως δεν του πήγαινε καθόλου. Με τα δάχτυλά της άρχισε να ξεδένει τον κόμπο της μεταξωτής γραβάτας. Την έλυσε και την άφησε στον πάγκο. Στη συνέχεια ξεκούμπωσε τα δύο πρώτα κουμπιά απ’ το πουκάμισό του. «Τώρα, καλύτερα» του είπε και ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι της.

Έπειτα, έβγαλε το σακάκι της και ξεκούμπωσε δυο κουμπιά απ’ το δικό της, λευκό πουκάμισο. Ο Στάθης προς στιγμή τα έχασε με την όλη διαδικασία. Δεν είχε προσέξει, ποτέ προηγουμένως, πόσο ωραίο στήθος είχε η Μυρτώ.

Από τη στοά όπου βρισκόταν το μπαρ-καταφύγιό τους, περνούσαν ζευγάρια, παρέες, άστεγοι, διαβάτες κάθε λογής. Η βροχή είχε κοπάσει αλλά δεν σταμάτησε. Αργά και σταθερά  ξέπλενε την πόλη. Η μουσική ακολουθούσε τους ίδιους ρυθμούς. Η συζήτησή τους επίσης. Στην άλλη άκρη της μπάρας προστέθηκε ακόμα ένας πελάτης.

Ο μπάρμαν  τους πλησίασε με άλλα δυο ποτήρια μισογεμάτα. «Αυτά, από το μαγαζί» τους είπε βραχνά. Τα σκαμπό σαν είχαν μαγνήτη.  Μαγνήτη είχαν και τα μάτια της Μυρτώς.  Δεν μπορούσε να τα αφήσει πλέον ούτε για μια στιγμή. Δεν τη διέκοψε απ’ τον ειρμό του λόγου της. Δεν  είπε τίποτα. Μόνο έσκυψε κι  ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Την φίλησε. Η Μυρτώ δεν αντιστάθηκε. Αντιθέτως, δόθηκε στο παθιασμένο φιλί. Οι γλώσσες τους είχαν μπλεχτεί σε τρελό χορό. Η γεύση, οι μυρωδιές, η γλυκοζάλη απ’ τα ουίσκι και τη λίμπιντο είχαν φτιάξει ένα κοκτέιλ παραλυτικό.

Ήθελε να την πάρει και να φύγουν. Οι όποιες αντιστάσεις είχαν εξουδετερωθεί εκατέρωθεν.

Πλήρωσε κι ευχαρίστησε τον μπάρμαν. Έπιασε την Μυρτώ απ’ το χέρι και χάθηκαν στα σοκάκια, χρησιμοποιώντας τα σακάκια τους σαν αυτοσχέδιες ομπρέλες. Βρήκαν ταξί και μπήκαν μέσα αμίλητοι. Η καρδιά τους πήγαινε να σπάσει. Είπε οδό και αριθμό στον οδηγό, έγειρε πίσω και κράτησε πιο σφιχτά το χέρι της. Δεν κοιτούσε ο ένας τον άλλο. Έβλεπαν έξω απ’ το παράθυρο. Την ακούμπησε στο πόδι. Η αφή του καλσόν τον συγκλόνιζε ανέκαθεν. Χάιδευε τρυφερά τη γάμπα της. Αφυδατώθηκε. Έβλεπε τις σταγόνες της βροχής να περνούν μπροστά από τις φωτεινές επιγραφές και τα λεωφορεία. Στο σάλιο του είχε τη γεύση της ανάμεικτη με ουίσκι.

Η Μυρτώ, είχε αφεθεί στο χάδι του. Ένιωθε το χέρι του αργά και διακριτικά να ανεβαίνει όλο και ψηλότερα. Έκλεισε τα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα. Το εσώρουχό της είχε υγρανθεί. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα άσμα απ’ τά παλιά. Λαϊκό. Του απομάκρυνε το χέρι ευγενικά. Κάθισε σεμνότερα.

Ο οδηγός σταμάτησε να σιγοτραγουδά και υπέδειξε στους επιβάτες του πως έφτασαν. Κατέβηκαν σβέλτα. Ανέβηκαν με το ασανσέρ στο διαμέρισμά του. Η Μυρτώ τον γράπωσε από το πρόσωπο. Τον φίλησε με μανία. Δεν έπαιρναν ανάσα. Ο Στάθης απότομα την κόλλησε στον τοίχο. Ενστικτωδώς, πασπατεύοντας, άναψε ένα φωτιστικό και η επιθυμία του ήταν να της σκίσει τα ρούχα. Ήταν περίεργος. Ήθελε να δει τι φορούσε κάτω από τη συντηρητική, κομψή φούστα της.

Δεν πρόλαβε να κάνει κίνηση. Η Μυρτώ δραπέτευσε απ’ τά χέρια του και γονάτισε χωρίς τις γόβες της. Του έλυσε τη ζώνη. Ξεκούμπωσε το καλοραμμένο του παντελόνι και έχωσε το χέρι της μέσα. Τον γευόταν απολαμβάνοντας το πιο κρυφό του σημείο, νιώθοντας τους παλμούς του και ακούγοντας τον να βαριανασαίνει από ηδονή.

Έκαναν έρωτα χωρίς αναστολές, χωρίς ταμπού και ενοχές, μέχρι που ξάπλωσαν εξουθενωμένοι. Εκείνο το απόγευμα δεν χωρούσε κανένα  «μη», καμία τροχοπέδη. Φρένα ψυχής και σώματος είχαν αφαιρεθεί από πολύ νωρίς.

Το ρόλοι έδειχνε ένα τέταρτο μετά τις δώδεκα όταν η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια και το κινητό της. Έδωσε στον εαυτό της μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθει και έψαξε για το στρίγκ της. Ο Στάθης κοιμόταν. Δεν τον ενόχλησε. Πολύ ήσυχα, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι. Ντύθηκε, φρεσκαρίστηκε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. Κατέβηκε στη λεωφόρο. Έψαχνε  ταξί και μια πολύ δυνατή, πειστική, δικαιολογία για να επιστρέψει στο σπίτι της.

 

Φωτογραφία: Μαρία Μαράκη


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ