Είναι ήσυχα στον παράδεισο;

Εφτά και είκοσι το πρωί τον ταρακούνησε ο ήχος από το ξυπνητήρι. Πάλεψε μέχρι να το αρπάξει και να το κάνει να σιγήσει. Σηκώθηκε αμέσως σαν ελατήριο. Σαν σκουριασμένο ελατήριο. Ήπιε μονορούφι ένα λίτρο νερό. Άνοιξε το κρύο της βρύσης και το άφησε να τρέχει. Έγινε παγωμένο. Πλύθηκε και βούρτσισε τα δόντια του με μανία. Ένιωθε σαν καζάνι το κεφάλι του κι ήταν σίγουρος, πως η ανάσα του βρομούσε οινόπνευμα. Βούρτσισε δεύτερη φορά τα δόντια του. Επιθυμούσε επειγόντως καφέ. Άνοιξε το ψυγείο. Έπιασε το μπουκάλι με το γάλα παρότι το φραπέ του το πίνει σκέτο. Το στύλωσε. Ήπιε κάμποσο γάλα δίχως να πάρει ανάσα. Ήθελε να βάλει μια τάξη στο στομάχι του. Έφτιαξε και τον καφέ που λαχταρούσε. Ντύθηκε, έφυγε. Πήγε στη δουλειά με τα πόδια.

Έβαλε το κλειδί στην πόρτα του καταστήματος κι ήταν έτοιμος να το γυρίσει δυο φορές όταν πέρασε από δίπλα του η κυρία που βλέπει κάθε πρωί. Η αδύνατη ηλικιωμένη κυρία με το ξεθωριασμένο μαλλί, την καμπούρα και τον αργόσυρτο βηματισμό, είναι από τους πρώτους ανθρώπους που συναντά κάθε μέρα. Παρόλο που την βλέπει καθημερινά, δεν μίλησαν ποτέ. Δεν αντάλλαξαν καλημέρα ούτε μία φορά. Η ηλικιωμένη κυρία χρησιμοποιεί πάντα το απέναντι  πεζοδρόμιο.  Περπατά και στο λαιμό της έχει τυλιγμένο ένα χοντρό, καρό, κασκόλ. Πάει μέχρι το τέρμα του δρόμου, στο περίπτερο, και στην επιστροφή κρατά υπό μάλης την εφημερίδα που αγοράζει.

Μέσα στην αϋπνία και τη ζάλη που τον ταλάνιζαν, δεν έδωσε σημασία στην αλλαγή. Η ηλικιωμένη κυρία, άλλαξε πεζοδρόμιο. Περπατούσε στο «δικό του» πεζοδρόμιο. Έσπρωχνε την πόρτα του καταστήματος  όταν η κυρία, έκανε στάση μπροστά στην  είσοδο. Γύρισε προς το μέρος του. Ίσιωσε λίγο τον κορμό του σώματός της και μετακίνησε κάπως το κασκόλ από το στόμα της.

«Καλημέρα» είπε χαμηλόφωνα.

«Καλή σας μέρα» της απάντησε.

«Μήπως βρισκόμαστε στον παράδεισο κύριε;».

Γούρλωσε τα μάτια. Κούνησε δεξιά-αριστερά, σαν σέηκερ, το κεφάλι του. Σιγουρεύτηκε πως ήταν ξύπνιος. Ή κάποιος του έκανε πλάκα ή η κυρία ήξερε τα πάντα για το προηγούμενο βράδυ. «Ένιωσε τις ουσίες μέσα στον εγκέφαλό του. Χόρευαν βαλς. Τα μηνίγγια του έβραζαν και βούιζαν. Ρούφηξε μια γουλιά απ’ το φραπέ του. Ύστερα της χαμογέλασε.

«Συγγνώμη;» διερωτήθηκε διστακτικά.

«Σας ρώτησα αν είμαστε στον παράδεισο. Ξέρετε, κύριε; Κάπως έτσι θα είναι και στον παράδεισο. Ησυχία. Δεν θα υπάρχει κανείς».

Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσει τον διάλογό τους. Έριξε μια ματιά στη γειτονιά. Ερημιά. Η κυρία συνέχιζε με αργά, μικρά βήματα την πορεία της προς το περίπτερο. Μπήκε στο κατάστημά του, άνοιξε τα φώτα και το ραδιόφωνο. Ξεκινούσε το δελτίο των οκτώ.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ