Και αυτός το βιολί του [Urban Faces]

«Περνούσε κι ένας μάστορας, που ‘μαθε στην Κρεμόνα,

να φτιάχνει βιόλες και βιολιά, που να κρατάνε χρόνια.

Είδε την τρίχα της ουράς, άσπρη και μεταξένια,

την πήρε κι έφτιαξε μ’ αυτή, δοξάρια ένα κι ένα».

Ο στίχος αυτός του Θανάση Παπκωνσταντίνου, σε συνδυασμό και με τη μουσική του και με όχημα την εξαιρετική φωνή του Γιάννη Χαρούλη, αποτελούν το τραγούδι «Η ουρά του αλόγου» το οποίο υπάρχει στο δίσκο «Μαγγανείες». Με το τραγούδι αυτό, λοιπόν, κόλλησα τον τελευταίο καιρό. Μια πανέμορφη ιστορία του παραμυθά Θανάση, με μια ταξιδιάρικη μελωδία και με μια ερμηνεία που σε διαπερνά θες δεν θες. Άσε που ήταν και η αφορμή για να μάθω ότι τα καλύτερα βιολιά στον κόσμο φτιάχνονται στην ιταλική Κρεμόνα, μια πόλη με μακραίωνη ιστορία στην κατασκευή βιολιών και δοξαριών.

Στη «σχολή της Κρεμόνας» ανήκει και ένας απίστευτα ταλαντούχος Κύπριος κατασκευαστής βιολιών, ο Μιχάλης Παντελίδης, ο οποίος είχε την τύχη να σπουδάσει στη μοναδική κρατική σχολή* στο είδος της ανά το παγκόσμιο, αλλά και να κάνει την πρακτική του σε αυτή την πόλη με την απίστευτη ενέργεια, εκεί όπου έζησαν και δημιούργησαν οι σπουδαίοι Stradivari, Amati, και Guarneri, των οποίων τα βιολιά σήμερα θεωρούνται ανεκτίμητης αξίας και στοιχίζουν μερικά εκατομμύρια ευρώ!

«Συνολικά, έμεινα στην Κρεμόνα 7 χρόνια. Κατά την πρώτη 5ετία έκανα δύο πτυχία για την κατασκευή βιολιών, άλλα δύο χρόνια τα «ξόδεψα» για την κατασκευή δοξαριών, ενώ παράλληλα δούλευα για να αποκτήσω εμπειρία».

 



 

250 ώρες για ένα βιολί

«Για να φτιάξεις ένα βιολί ξεκινάς πρώτα από την επιλογή του μοντέλου, βασιζόμενος κυρίως στα ιστορικά όργανα Stradivari, Amati, Guarneri. Αφού επιλέξεις το μοντέλο που θέλεις, βρίσκεις κάποιες φωτογραφίες, βγάζεις το δικό σου μοντέλο σε πλαστικό ή αλουμίνιο, μετά προχωράς στο καλούπι και ξεκινάς με την επιλογή του ξύλου που είναι και το πιο σημαντικό στην όλη διαδικασία η οποία σου παίρνει γύρω στις 250 ώρες.

Ξεκινάς να σκαλίζεις κομμάτι-κομμάτι μέχρι να βγάλεις το βιολί… από ένα κομμάτι ξύλο. Στο τέλος έρχεται η επιλογή του βερνικιού που και εδώ βασιζόμαστε σε συνταγές της εποχής του Stradivari, ενώ υπάρχουν μάλιστα και αρκετές θεωρίες και μυστικά. Αφού επιλέξεις και το βερνίκι βάσει διαφόρων παραμέτρων όπως οι καιρικές συνθήκες στην εκάστοτε χώρα που θα χρησιμοποιηθεί το βιολί ή ο ήχος που θέλεις να βγάλεις, προχωράς στο τελικό set up, μαζί με τον μουσικό που θα πάρει το βιολί».

Το τελικό αποτέλεσμα του ήχου έχει να κάνει με πολλά πράγματα. Από το τι θέλει ο μουσικός, τις ανάγκες του, από το που θα παίζει, από την επιλογή των ξύλων, του βερνικιού, τη διάθεση του κατασκευαστή…

 



«Θεωρώ πως είναι απαραίτητο να έχει κάποιος μουσικές γνώσεις στη δουλειά μας, αν και ορισμένοι δεν θεωρούν πως αυτό είναι και τόσο απαραίτητο. Πρώτο, για να έχεις και εσύ κρίση του αποτελέσματος αναφορικά με τον ήχο και δεύτερο και πιο σημαντικό, για να μπορείς να ‘μιλάς’ την ίδια γλώσσα μαζί με τον μουσικό, να τον καταλάβεις, να ξέρεις τις ανάγκες του…».

Αυτό που αρέσει σε όσους παραγγέλνουν ένα όργανο είναι να βλέπουν τη διαδικασία της κατασκευής. Με αυτό τον τρόπο νοιώθουν ότι είναι μέρος της διαδικασίας παρασκευής του οργάνου.

Η τιμή και η αξία

«Στο εργαστήρι μου έχω όργανα από 500 ευρώ, για μαθητές, ακόμα και φθηνότερα, τα οποία φέρνω από εξωτερικό και χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία, ενώ για τα καινούργια, δικά μου όργανα, οι τιμές είναι γύρω στις 10 χιλιάδες ευρώ».

Κι αν σας φαίνονται ακριβά, μάθετε ότι τα βιολιά δημιουργών όπως για παράδειγμα οι Ιταλοί Stradivari, Amati και Guarneri, κοστολογούνται σήμερα για μερικά εκατομμύρια ευρώ -ενίοτε δεκάδες εκατομμύρια. «Τα περισσότερα από αυτά βρίσκονται σε μουσεία, κάποια τα έχουν τράπεζες και ιδρύματα που τα δίνουν σε καλούς μουσικούς για διαφημιστικούς σκοπούς, ενώ πιο λίγα βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές ευκατάστατων συλλεκτών» με ενημερώνει ο Μιχάλης.

Οι λόγοι που αρκετός κόσμος επενδύει σε καλά βιολιά ποικίλουν. Κάποιοι το βλέπουν καθαρά ως επένδυση, αντί δηλαδή να τα βάλουν στην τράπεζα τα «βάζουν» σε ένα βιολί που ποτέ δεν χάνει την αξία του, οι μουσικοί γνωρίζουν σίγουρα πως το αποτέλεσμα με ένα καλό, αμιγώς χειροποίητο βιολί και δη της Κρεμόνας θα είναι σαφώς καλύτερο, άλλοι με τη σκέψη-αίσθηση και μόνο ότι κρατούν ένα βιολί περασμένων αιώνων, αυτόματα νοιώθουν δέος και αυτό τους βοηθά να αποδίδουν καλύτερα, ενώ είναι και οι συλλέκτες που έχουν τα λεφτά και το κάνουν για τους δικούς τους λόγους.

«Επιπλέον, αυτό που αρέσει σε όσους παραγγέλνουν ένα όργανο είναι να βλέπουν τη διαδικασία της κατασκευής. Ανά πάσα στιγμή έρχονται στο εργαστήρι για να δουν σε ποιο στάδιο βρίσκεται και πως προχωρά. Με αυτό τον τρόπο νοιώθουν ότι είναι μέρος της διαδικασίας παρασκευής του οργάνου.


Όργανά μου έτυχε να πουλήσω και στο εξωτερικό, ακόμα και στην Κρεμόνα. Ήταν αρκετά παράξενο το γεγονός ότι, σε μια πόλη στην οποία υπάρχουν 150 εργαστήρια, με επαγγελματίες με παράδοση, επέλεξαν δικό μου βιολί.




Δυο σημαντικά βιολιά

«Ανάμεσα στα πιο σημαντικά βιολιά που έφτιαξα μέχρι στιγμής θεωρώ πως είναι δύο. Ένα που έστειλα σε διαγωνισμό στην Κρεμόνα και το οποίο πέρασε στα 100 φιναλίστ όργανα, οπότε ήταν και στην έκθεση του διαγωνισμού, όπως επίσης και το βιολί που έφτιαξα για ένα φίλο μου που παίζαμε μαζί βιολί όταν ήμασταν πιο νεαροί, τον Παύλο Μιχαηλίδη, ο οποίος είναι αρκετά ψαγμένος ηχητικά. Μάλιστα, με το όργανο αυτό, ο Παύλος παίζει και στον καινούργιο δίσκο του Αλκίνοου Ιωαννίδη που θα κυκλοφορήσει σύντομα».

«Το βιολί στην Κύπρο καλύπτει όλα τα στρώματα της κοινωνίας του νησιού. Το έχουμε σαν παραδοσιακό όργανο, οπότε μπορείς να το βρεις ακόμα και στα πανηγύρια των χωριών, το έχουμε όμως και ως κλασσικό όργανο, το βλέπουμε σε jazz συναυλίες, ακόμα και σε ροκ σχήματα».

Πάντως, παραδέχεται ότι τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε ένα αρκετά μεγάλο κενό στον τομέα κατασκευή-επιδιόρθωση βιολιών στην Κύπρο. «Ακόμα και το πιο μικρό πρόβλημα, που μπορώ να τους λύσω σε 5 λεπτά, για ένα μουσικό θα μπορούσε να είναι αρκετά μεγάλο, τόσο που να μην κοιμάται τα βράδια. Οπότε, συχνά έχω παρέα στο εργαστήρι, με φίλους που με επισκέπτονται για διάφορα θέματα που προκύπτουν. Παρόλα αυτά, απολαμβάνω πολύ και τη μοναχικότητα του επαγγέλματός μου».


Από το βιολί φτάνεις στη μουσική και από εκεί στον χορό. Μου έτυχε να χορέψω ταγκό με τη μουσική ενός βιολιού μου.


Ο Μιχάλης Παντελίδης μας μίλησε επίσης για τη σχέση του με την παραδοσιακή κυπριακή μουσική, μας απάντησε κατά πόσο θεωρεί ότι έχουμε κλασσική μουσική παιδεία στο νησί, αλλά και για τη μουσική που ακούει εν ώρα εργασίας. Μας είπε όμως και για την άλλη μεγάλη του αγάπη, το ταγκό, και για τη σχέση που έχει ο χορός με την τέχνη του. «Το ταγκό προέκυψε σαν χόμπι και στην πορεία το εξελίξαμε τόσο που πλέον το διδάσκουμε κιόλας στη σχολή χορού Σιακαλή -μαζί με τη γυναίκα μου που είναι και η παρτενέρ μου. Είναι κι αυτός ένας άλλος τρόπος να απολαμβάνεις και να ζεις τη δημιουργία σου με ένα διαφορετικό τρόπο. Από το βιολί φτάνεις στη μουσική και από εκεί στον χορό. Μου έτυχε να χορέψω ταγκό με μουσική ενός βιολιού μου».

 



 

Και αν μετά απ’ όλα αυτά αναρωτιέσαι πως προέκυψε η αγάπη του Μιχάλη για το βιολί, μάθε πως η ιστορία του ξεκίνησε όπως ακριβώς και οι ιστορίες του 95% των μουσικών. «Όταν ήμουν μικρός μου χάρισαν ένα βιολί, ξεκίνησα να κάνω κάποια μαθήματα και έτσι ξεκίνησε η αγάπη μου για το όργανο». Έλα όμως που εδώ υπάρχει μια ανατροπή, αυτή που στην πορεία τον οδήγησε σε άλλα μονοπάτια, αυτά της κατασκευής. «Στην πορεία δεν διάβαζα τόσο για να γίνω μουσικός, να γίνω βιολιστής, και αυτό ‘βοήθησε’ να ασχοληθώ με την κατασκευή των βιολιών και των δοξαριών».



Μιχάλης Παντελίδης

Κατσώνη 16Γ, Λευκωσία. Πληρ. 22518586, 99352605.

michalis@mpviolins.com

www.mpviolins.com

 

* Σπούδασε κατασκευή βιολιών στο «Istituto Professionale Internazionale per l'Artigianato Liutario e del Legno Antonio Stradivari» στην Κρεμόνα της Ιταλίας με καθηγητή το Maestro V. Bissolotti. Το 2003 πήρε το «Diploma di Tecnico di Liuteria». Το έτος 2003-2004 έκανε την πρακτική του εξάσκηση κοντά στον Maestro T.Matsushita. Το 2004 ειδικεύθηκε στην κατασκευή βιολιών αποκτώντας το πτυχίο της «Qualifica Regionale di Liutaio». Το 2005 πήρε το δίπλωμα του κατασκευαστή δοξαριών, αφού παρακολούθησε σχετικά μαθήματα με το Maestro G.Lucchi. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του τιμήθηκε με αρκετά βραβεία, συμπεριλαμβανομένων των «Premio grandi-Taglietti» (2001), «XII Premio Maestro Piero Ferraroni» (2003) και «Duilio Negroni» (2004).

 


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ