Τζακ ποτ

Τράβηξε την πόρτα του γραφείου με δύναμη. Κάλεσε το ασανσέρ.  Ο χρόνος κυλούσε, η ώρα του ραντεβού πλησίαζε. Ξαναπάτησε τέσσερις-πέντε φορές, σαν μανιακός, το κουμπί στο πάνελ. Κοίταξε το ρολόι του. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Σβέλτα πήγε προς τη σκάλα. Κατέβηκε τους τρεις ορόφους πηδώντας δυο-δυο τα σκαλιά. Μπήκε στο πάρκινγκ. Κοίταξε ξανά το ρολόι του. Περπατούσε και ευχόταν  να πετύχει τα φανάρια όλα πράσινα.  Έφτασε στο αυτοκίνητο. Θα προλάβαινε. Έχωσε το χέρι στη δεξιά του τσέπη. Μετά στη αριστερή. Τίποτα. Άνοιξε τη θήκη της τσάντας του. Ούτε. Είχε ξεχάσει τα κλειδιά  στο γραφείο. «Γαμώτο!» φώναξε στη μέση του πάρκινγκ και τροχάδην έκανε και πάλι τη διαδρομή αντίστροφα.

Βγήκε από την αίθουσα συνάντησης νωχελικά. Αποτυχία. Κοντοστάθηκε και βαριεστημένα έστριψε ένα τσιγάρο. Περπατούσε μέχρι τον χώρο στάθμευσης και έβριζε τη μέρα του. Όλα πήγαιναν ανάποδα απ’ το πρωί.  Έψαχνε να καταλογίσει ευθύνες. Ανέτρεξε στις προκαταλήψεις. «Αυτό με την μαύρη γάτα! Ναι. Αλλά όχι, η γάτα της γειτόνισσας είναι άσπρη. Η σκάλα. Πέρασα κάτω από τη σκάλα; Ναι, ναι, η κωλόσκαλα του μάστορα που έβαφε δίπλα μας».

Δεν είχε καταλήξει κάπου. Το τσιγάρο έκαιγε προς το τέλος και προγραμμάτιζε την επόμενη κίνησή του. Έπρεπε να επανορθώσει με τους πελάτες που μόλις είχε αφήσει απογοητευμένους. Και ενώ μέσα  στο κεφάλι του ήταν όλα ένα μπάχαλο, ένιωσε κάτι να πέφτει και να τον ακουμπάει στο στήθος. Ψιχάλα, σκέφτηκε. Επιτέλους βροχή. Σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό. Δεν υπήρχε ούτε ένα σύννεφο. Αστραπιαία γύρισε το κεφάλι του στο αριστερό του στήθος, εκεί που ένιωσε τη σταγόνα. «Σκατά» μονολόγησε. Σκατά στην κυριολεξία. Ένα πουλί του είχε αφήσει ένα μεγαλοπρεπές, υγρό παράσημο. Ήθελε να κλάψει.

Κάθισε στη θέση του οδηγού, έπιασε το τιμόνι και ήθελε να βαρέσει το κεφάλι του. Έπρεπε να διασχίσει την πόλη, να οδηγήσει μέχρι την άλλη άκρη, για να περάσει από το σπίτι να αλλάξει πουκάμισο και να επιστρέψει στο γραφείο. Έβαλε μπρος τον κινητήρα.

«Παρατείνεται η αγωνία, καθώς νέο τζακπότ προέκυψε μετά την κλήρωση της Κυριακής στο Τζόκερ. Την Πέμπτη, θα κληρώσει για 17 εκατομμύρια ευρώ...» έλεγε η εκφωνήτρια στο ραδιόφωνο. Χαμογέλασε.

Σχόλασε. Μπήκε στο αμάξι. Το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν σε ποιο πρακτορείο θα πήγαινε να παίξει το τζόκερ του. Το πρακτορείο της γειτονιάς του το απέκλεισε. Ο πράκτορας τον γνωρίζει. Δεκαεφτά εκατομμύρια είναι αυτά. Δεν πρέπει να μάθει κανείς τίποτα. Θα έβρισκε άλλο. Οδηγούσε χωρίς να βιάζεται και παρατηρούσε. Αναζητούσε το «κατάλληλο» πρακτορείο για να παίξει το δελτίο του. Παράλληλα το κινητό του χτυπούσε αδιάκοπα. Συνομιλούσε, κανόνιζε.

Δρόμο το δρόμο, τηλεφώνημα το τηλεφώνημα χωρίς να το αντιληφθεί, βρέθηκε σε μια βιομηχανική περιοχή. Πάνω που ετοιμαζόταν να κάνει επαναστροφή, να επιστρέψει σε γνώριμα λημέρια, το μάτι του έπιασε τη γνωστή-φανταχτερή ταμπέλα. ΟΠΑΠ. «Εδώ είμαστε».

Επέλεξε αριθμούς, πλήρωσε δυόμισι ευρώ. Δίπλωσε το κουπόνι του περιποιημένα και το φύλαξε στη τσάντα. Ξεκίνησε για το σπίτι διερωτώμενος πως στο διάολο τα κατάφερε και μπλέχτηκε σ’ αυτή τη βιομηχανική περιοχή. Δεν είχε ιδέα που βρισκόταν. Ο στόχος επετεύχθει όμως. Θα τους έπιανε τα εκατομμύρια.

Τα περισσότερα εργοστάσια είχαν κλείσει, στις μεγάλες αποθήκες κανείς. Έρημοι οι δρόμοι και ο φωτισμός ανύπαρκτος. Ήταν εξίμισι το απόγευμα μα είχε την εντύπωση πως ήταν δέκα το βράδυ. Οδηγούσε γρήγορα. Ήθελε να βγει από τη βιομηχανική περιοχή. Έπαιρνε μια αριστερή, ελαφριά στροφή, όταν ένα φορτηγό έβγαινε από ένα στενό χωρίς να τον δει. Του έκοψε τον δρόμο. Με αστραπιαία αντανακλαστικά, μια γερή στραβοτιμονιά και γκάζι, γλίτωσε. Ως εκ θαύματος.

Πάρκαρε στην άκρη του δρόμου αφυδατωμένος. Η καρδιά του χτυπούσε σαν καμπάνα. Οι παλμοί του μπήκαν στο κόκκινο και τα πόδια του, ούτε που τα ένιωθε. Έπιασε τα γόνατά του με τρεμάμενα χέρια. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει. Προσπάθησε να συνειδητοποιήσει το σκηνικό που προηγήθηκε. Ήπιε μια γουλιά νερό. Δεν το πίστευε. Θυμήθηκε το σημάδι από το πουλί. Άνοιξε τη τσάντα, πήρε το κουπόνι και το έσκισε. Μόλις είχε πιάσει τα εκατομμύρια του.


Σχετικα

Ο Κώστας και η Άντρεα είναι η μικρογραφία της κοινωνίας μέσα στην οποία όλοι θέλουμε να ζούμε

Πώς νιώσατε, αλήθεια, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρού Λουκά κύριοι;

«Με 55% αποχή, η Κύπρος μοιάζει με κιβωτό του Νώε που στέλνει στην Ευρώπη μόνο τα επίλεκτα είδη»

Πάμε πορεία, έχουμε δρόμο μπροστά μας

Ένα quiz για παρατηρητικούς λύτες από τον Δήμαρχο Πάφου

Οι ερωδιοί και οι πάπιες πετούν ανάμεσα στα πλαστικά στον Κούρη