Ο κήπος

Στεκόταν στον πάγκο της κουζίνας και έβγαζε χυμό από πορτοκάλια. Έπαιρνε ένα-ένα τα πορτοκάλια που είχε κόψει στη μέση πριν και τα έστυβε στον ηλεκτρικό αποχυμωτή. Η ημέρα ήταν ηλιόλουστη. Καλοκαιρινή. Άκουγε ραδιόφωνο από το διαδύκτιο. Ταυτόχρονα με την παραγωγή του χυμού, κοιτούσε από το μικρό παράθυρο της κουζίνας. Παρατηρούσε τη γειτονιά. Η θέση του πλεονεκτική. Τέταρτος όροφος. Το μάτι του έπιανε καθαρά σε ακτίνα κάμποσων μέτρων. Έπαιρνε με το ένα χέρι το μισό φρούτο και μετά από τρία-τέσσερα δευτερόλεπτα, άφηνε την στυμμένη πορτοκαλόκουπα στην άκρη. Χωρίς να βλέπει. Η όλη διαδικασία γινόταν μηχανικά. Μόνο άκουγε το ζουμί να τρέχει κι έβλεπε έξω από το παράθυρο. Χωρίς σκοπό.

Τα γατιά της γειτονιάς περιφέρονταν στα μουλωχτά. Παρατήρησε πόσο είχε παχύνει ο ένας κι ότι στην παρέα των αδέσποτων προστέθηκε και ένας μαύρος. Κατάμαυρος. Είδε τον χώρο των σκουπιδιών. Κάποιος αναίσθητος, πάλι, δεν έκλεισε την πόρτα του μεγάλου κάδου σκυβάλων.

Ένα λυκόσκυλο βγήκε περίπατο με το αφεντικό του. Το μάτι του έπιανε μέχρι το παλιό γήπεδο μπάσκετ. Παρά τις φθορές  και την άσχημη κατάστασή του, μια παρέα παιδιών το χαιρόταν. Είχε καιρό να δει παιδιά να παίζουν έξω.

Το βλέμμα του περιπλανιόταν νωχελικά σε όλο το «ωφέλιμο» πεδίο παρακολούθησης, την ίδια ώρα που το δοχείο του αποχυμωτή, γέμιζε βασανιστικά αργά. Ξαφνικά τα μάτια του εντόπισαν μία εικόνα με την οποία ο εγκέφαλος του  δέχτηκε ερέθισμα. Είδε την  κυρία του απέναντι σπιτιού, στον κήπο της. Πλούσιος κήπος. Χαμογέλασε. Παρόλο που η αυλή ήταν στην γειτονιά του, μερικά μέτρα απόσταση από την πολυκατοικία του, ποτέ προηγουμένως δεν είχε προσέξει αυτό τον όμορφο κήπο.

Η κυρία πότιζε. Και  το έκανε με ιδιαίτερη αγάπη. Με κινήσεις  προσεκτικές μα ανάλαφρες.

Το ποτιστήρι της κλασσικό, μεγάλο, μεταλλικό. Εστίασε καλύτερα. Είχε την εντύπωση πως μιλούσε με τα φυτά της. Άπλωνε ευγενικά το χέρι της και τα χάιδευε. Δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει τα μάτια του απ’ εκείνη την αυλή. Έστυβε πορτοκάλια μηχανικά και έβλεπε την γυναίκα να περιποιείται τον μαγικό της κήπο. Εκεί όπου χρειαζόταν, χρησιμοποιούσε το ψαλίδι της. Έκοβε. Και όπου έκοβε, μετά άγγιζε, λες και επούλωνε την πληγή. Έκοβε σα να θεράπευε. Μα πόσο χαζός είναι που δεν πρόσεξε ποτέ προηγουμένως αυτό τον κήπο. Χαζός επίσης ένιωσε, με την ανικανότητά του να ξεχωρίζει τα είδη των φυτών. Αναγνώρισε μόνο τα γεράνια. Το πρόσωπο της κυρίας δεν μπορούσε να το δει. Το κάλυπτε μυστήρια το ψάθινο καπέλο που φορούσε. Προσπάθησε να κάνει κι  άλλο ζουμ. Έκοβε βόλτες, κρυφά, στον κήπο της. Έκλεισε τα μάτια για να μυρίσει τα λουλούδια  κι όλα τα βότανά της. Ένα προς ένα.

Ξαφνικά, συνήλθε. Αστραπιαία. Από την παραμυθένια βόλτα του στον κήπο της γειτόνισσας, τον συνέφερε ο χυμός που έτρεχε από τον πάγκο της κουζίνας βρέχοντας τα γυμνά του πόδια. Το δοχείο του αποχυμωτή είχε γεμίσει πλήρως, ξεχείλισε και εκείνος συνέχιζε να στύβει. «Πάλι τα έκανα κώλος» μονολόγησε.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ