Βάλε αλάτι

Η κόρη μου είναι στα έξι κι όπως όλα τα παιδιά στα έξι, έχει απορίες.

Απορίες τις οποίες εκστομίζει με κάθε αυθορμητισμό, ανά πάσα στιγμή, όποτε της κατέβει. Κι η δουλειά η δική μου είναι να σκαρφιστώ στο λεπτό, τον πιο απλό, παρόλα αυτά περιγραφικό, πολλές φορές ανώδυνο τρόπο, να τις απαντήσω.

Σε ερωτήσεις του τύπου «Γιατί βγαίνει το φεγγάρι κάθε βράδυ;», τρέχω στη Wikipedia, και την ώρα που διαβάζω τα διάφορα, φτιάχνω ιστορία πως το φεγγάρι είναι κορίτσι, τη λένε Σελήνη και κάνει παρέα με κάτι παιδιά που τα λένε Δορυφόρους. Η μικρή είναι καλυμμένη με την απάντηση και κάθεται στο παράθυρο και φτιάχνει με τη σειρά της δικές της ιστορίες και τις διηγείται στις κούκλες της.

Απ’ την άλλη, η απάντηση στην ερώτηση «Γιατί πρέπει να φάω λουβιά;», δεν είναι τόσο διασκεδαστική, οπότε καταλήγουμε να τσακωνόμαστε μισή ώρα, κι αυτό γιατί δεν την ικανοποιεί το στόρι με την υγιεινή μεσογειακή διατροφή.

Σε ερωτήσεις, βεβαία, του τύπου, «Γιατί πρέπει να λέω ‘ευχαριστώ’ αν δεν μ’ άρεσε το δώρο που μου έφεραν;», το πράμα δυσκολεύει ακόμα περισσότερο, γιατί κάτσε τώρα να εξηγήσεις σ’ ένα εξάχρονο τα πολιτικά ορθά της ζωής.

Την περασμένη βδομάδα η μικρή έφτιαχνε ένα παζλ που ‘χε απάνω το χάρτη της περιοχής μας. Διάβαζε συλλαβιστά τις χώρες και ένωνε τα χρωματιστά κομματάκια. Τα κίτρινα έφτιαχναν την «Του-ρκί-α» και τα ροζ την «Κύ-προ». «Α! εδώ μένουμε εμείς!», ανακοινώνει χαρούμενη, «Ναι, εδώ μένουμε», απαντάω. «Μα αυτά είναι μόνο τρία κομματάκια απ’ το όλο αυτό το παζλ. Γιατί η Τουρκία έχει τόσα πολλά;». Αρχίζω το μπλα μπλα εγώ να εξηγήσω γιατί κάποιες χώρες είναι μεγαλύτερες από άλλες και με διακόπτει. «Πώς γίνεται να έχουν τόσα πολλά κομματάκια απ’ το παζλ αυτοί και θέλουν τα δικά μας;», ρωτάει και είμαι έτοιμη να πάω πάσο.

Τις τελευταίες δυο βδομάδες μαθαίνουν τα διάφορα στο σχολείο και το παιδί κατεβαίνει μες το άγχος στο σπίτι γιατί φοβάται μην έρθουν οι Τούρκοι και μας το πάρουν. Μια μέρα μου είχε ανακοινώσει μάλιστα πως σκαρφίστηκε στρατηγικό σχέδιο, να πετάξουμε πάνω απ’ την Κύπρο με αεροπλάνο και να ρίξουμε από ψηλά ένα τεράστιο δίχτυ στον Βορρά, να πάρουμε την μισή Κύπρο πίσω.

Για το παζλ δεν είχα κάποια απάντηση να της δώσω, με τόσο άγχος που κουβαλάει, το τελευταίο πράμα που θα μπορούσα να κάνω ήταν να ωραιοποιήσω και κάνω τη γεωστρατηγική πολιτική της ανατολικής μεσογείου να μοιάζει με παραμύθι.

Για το αεροπλάνο και το δίχτυ, ως πρόταση λύσης του κυπριακού, της έδωσα συγχαρητήρια και της πρότεινα να κάτσουμε να γράψουμε μαζί επιστολή στον πρόεδρο, να το προτείνουμε. Εκεί ήρθε και κόλλησε η ερώτηση «Που μένει ο πρόεδρος;», κι η απάντηση ήταν να την φορτώσω στο αυτοκίνητο και να την πάρω βόλτα ως το προεδρικό, για να ακολουθήσει η επόμενη ερώτηση «Ο πρόεδρος κάνει ό,τι θέλει;». Κάπου εκεί κόλλησα, η μάνα-παντογνώστης.

Κι έτσι άρχισε ο «νέος κύκλος συνομιλιών» που, δεν ξέρω πως, κατέληξε στην «Πολίτικη Κουζίνα» του Μπουλμέτη  και στο πως ότι και να κάνουμε στη ζωή, οφείλουμε να προσθέτουμε λίγο… αλάτι. Πως αυτά που σκεφτόμαστε, αυτά που κάνουμε, αυτά που ονειρευόμαστε θέλουν αλάτι.

Πώς η ζωή δεν είναι υπέροχη, ούτε έρχεται με εγγυήσεις, κι είναι στο χέρι της κι αυτής και του προέδρου και εσένα και εμένα, να βάζουμε το αλάτι μας σε ό,τι έρθει.

Ο διαχωρισμός της φαντασίας απ’ την πραγματικότητα, για ένα εξάχρονο, κρέμεται από μια λεπτή κλωστή.

Δεν με ρώτησε αν εννοούσα το αλάτι της κουζίνας. Ήταν κομπλέ με την απάντηση.

Επιστρέψαμε στο σπίτι για να ξαναδώ την «Πολίτικη Κουζίνα» έντεκα χρόνια μετά, εκείνη για πρώτη.

Δεν παρακολούθησα καθόλου Ειδήσεις εκείνη τη μέρα. Φαντάστηκα πως ό,τι και να ‘χε στην επικαιρότητα, θα ήταν ανάλατο σε αντίθεση με τις ερωτήσεις ενός παιδιού που πιστεύει πως την ώρα που κοιμάται, ζωντανεύουν τα αρκουδάκια στο δωμάτιο και κάνουν πάρτι.

Φώτο: Απ’ το σενάριο της ταινίας «Πολίτικη Κουζίνα».


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ