Α ρε παππού

Έσκυψε με δυσκολία στη γη και έπιασε μια χούφτα χώμα. Έκλεισε τη γροθιά του και το έβλεπε έτσι όπως έτρεχε σιγά-σιγά. Ένας μικρός χωμάτινος καταρράκτης. Ο Νίκος κοίταξε το ρολόι του. «Έλα παππού, πάμε» του φώναξε. Μπήκαν στο βαν. Οδηγούσε με ανοιχτά παράθυρα. Δε μιλούσε καθόλου. Ούτε κι ο Νίκος είχε κάτι να πει. Πάτησε το play. Οι chilli peppers έσπασαν την ησυχία.

«Όχι πάλι αυτούς τους δαίμονες» διαμαρτυρήθηκε.

«Και τι θες να βάλουμε;» τον ρώτησε.

«Αυτό που ακούγαμε χτές Νίκο».

Εννοούσε τον Παπακωνσταντίνου ο παππούς. Όχι το Βασίλη, τον άλλο. Ήθελε να ξεσπάσει σε κλάματα. Τελικά χαμογέλασε. «Α ρε παππού» μονολόγησε. Μετά από κάμποσα βουνίσια χιλιόμετρα κατηφόρισαν. Μπήκαν στον παραλιακό δρόμο. Ο Νίκος αγαπά τους δρόμους δίπλα στη θάλασσα. Μπορεί να οδηγά για ώρες δίπλα στη θάλασσα. Ξανακοίταξε το ρολόι του. Ήταν ώρα για τα χάπια του παππού. Διέκρινε μια καντίνα στο βάθος, στην αντίθετη πλευρά στην άκρη του δρόμου. Θα σταματούσε εκεί, έτσι σκόπευε δηλαδή. Άρχισε να κόβει ταχύτητα και έδειχνε με το φλάς. Ήταν έτοιμος να διασταυρώσει το αντίθετο ρεύμα. Τον πρόλαβε. «Τι πας να κάνεις Νίκο;» Του εξήγησε πως χρειάζονταν μια στάση. «Όχι εδώ. Προχώρα» Ήταν έντονος. Με μια στραβοτιμονιά μπήκε ξανά στο δρόμο του. Άκουσε κορναρίσματα και εισέπραξε μούντζες. Καθόλου άδικα.

Ο παππούς τον καθοδηγούσε. «Στρίψε. Όχι απ’ αυτό, από το επόμενο κάνε αριστερά κι αμέσως δεξιά. Ξανά αριστερά. Μην τρέχεις Νίκο».

Ακολουθούσε τις οδηγίες του. Με επιφύλαξη, η αλήθεια. Μπήκαν σε ένα στενό χωματόδρομο κι ένα σκυλί τους πήρε ξοπίσω γαβγίζοντας. Οδηγούσε αργά  ανάμεσα σε συκιές, χαρουπιές και κάτι άλλα δέντρα που δεν αναγνώρισε. Δεν τα πάει καλά με τις ονομασίες των δέντρων. Ο χωματόδρομος είχε γίνει κάπως δύσβατος κι ο Νίκος άλλαζε από πρώτη σε δευτέρα, παρακαλώντας μη μαγκώσει το κιβώτιο ταχυτήτων. Το μοντέλο του ’86 το έχει αυτό το κουσούρι.

«Εδώ» τον πρόσταξε.

«Που εδώ ρε παππού;».

«Πάρκαρε εδώ Νίκο» επέμεινε.

Τράβηξε χειρόφρενο κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά. Κατέβηκαν και το μόνο που ευχόταν ήταν να μην πεταχτεί κανένα φίδι. Φοβάται τα φίδια. Κι ο παππούς το ίδιο.

«Πάμε» του είπε.

Χρόνια είχε να τον ακούσει με τόση αυτοπεποίθηση. Ήταν περίεργος, ωστόσο δεν έκανε ούτε μία ερώτηση. Ήξερε πως βρίσκονταν δίπλα στη θάλασσα. Δεν την έβλεπε μα τη μύριζε. Προχώρησαν μέσα από τις ψηλές καλαμιές και προσπέρασαν μερικές φυτείες με μπανάνες. Περπατούσαν μες το πουθενά. «Να δεις που θα είμαστε πρώτο θέμα στις ειδήσεις απόψε παππού» ψιθύρισε. Τον άκουσε. «Τι μουρμουράς Νίκο;».

Πέρασε κανένα δεκάλεπτο, ίσως και παραπάνω. Γύρισε και τον κοίταξε με ένα τεράστιο χαμόγελο. Σταμάτησαν. Πρέπει να ήταν η τελευταία φορά που είδε τον παππού να χαμογελά.

Τέντωσε το χέρι του δείχνοντας. «Αυτή η παράγκα είναι του φίλου μου του Αντρίκου».

Τα έχασε ο Νίκος. «Τι λες ρε παππού; ποιού Αντρίκου; πού βρήκες αυτό το μέρος»;

Στεκόταν σ’ ένα κρυμμένο μικρό κόλπο και αντίκριζε μια παράγκα δίπλα στο κύμα. Κι εκεί  τον οδήγησε ο παππούς, ο οποίος δεν μπορούσε να πάει απ’ την τουαλέτα στο σαλόνι χωρίς βοήθεια.

Η παράγκα δεν ήταν τίποτα σπουδαίο -τέσσερις ξύλινοι πάσσαλοι, καλάμια για οροφή και κάτι φθαρμένα καραβόπανα για περισσότερη σκιά.  Ήταν η καλύτερη παράγκα που είδε ποτέ. Σκούπισε  το μέτωπό του απ’ τον ιδρώτα. Ο ήλιος έκαιγε κι άκουγε τα τζιτζίκια. Νιώθει οικεία όταν ακούει τζιτζίκια. Έβγαλε τα παπούτσια και τύλιξε τα μπατζάκια του. Ο παππούς όχι. Περπάτησαν στην άμμο, μπήκαν στην παράγκα. Δεν υπήρχε ψυχή. Μόνο ένα ραδιοφωνάκι έπαιζε σιγανά. Τον έβαλε να καθίσει και ο Νίκος πλησίασε το μπαρ. Ξεπρόβαλε μια έφηβη. Φορούσε ένα φλοράλ φόρεμα. Ήταν ξυπόλητη και όμορφη, τους μίλησε τουρκικά. Δεν ξέρει τουρκικά.

«Ο Αντρίκκος που είναι;» πετάχτηκε ο παππούς.

Δε γνώριζε κανένα Αντρίκκο. Παράγγειλε μπίρα και γάλα με τριαντάφυλλο για τον παππού. Ο παππούς δεν έπινε ποτέ τιποτ’ άλλο εκτός από γάλα με τριαντάφυλλο.

Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε το κουτάκι με τα χάπια του. Τα ήπιε χωρίς να διαμαρτυρηθεί, πράμα που χαροποίησε τον Νίκο.

Πήρε το σημειωματάριό του, γύρισε σε σελίδα καθαρή κι έγραψε στην πρώτη γραμμή με κεφαλαία: Κατεχόμενα, Ιούνης  2014.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ