Μπαρ 1

Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα στο μπαρ. Δεν μπορούσα να πάω κάπου αλλού εκείνη τη νύχτα. Όχι πως άλλες νύχτες πήγαινα κάπου αλλού δηλαδή. Κάθισα στη γωνιά μου. Εκεί που κάθομαι πάντα. Ο δικός μου, με το που με είδε, άρχισε να αραδιάζει ένα κατεβατό ερωτήσεις που σ’ εκείνη τη φάση έμοιαζαν με σουβλιές στον εγκέφαλό μου. «Γιώργο μου; είχα την έννοια σου ρε. Που χάθηκες; Πάνε μέρες να περάσεις. Και τα παιδιά με ρωτούσαν που είσαι, αν φάνηκες, αν έχω νέα σου. Τους είπα πως δεν έχω ιδέα. Υποψιάστηκαν πως ίσως να τράβηξες μέχρι το Λατσί, με τα μωρά, για καμιά θάλασσα. Σίγα να μην πήγε και στη Σιγκαπούρη τους απάντησα. Απ’ τη γειτονιά να φύγει ο Γιώργος, πρέπει να εκδώσει βίζα. Ρε μήπως πήγες Λατσί στα σοβαρά, λεγε ρε;» και πρίν ολοκληρώσει ξέσπασε σε χάχανα. Με εκείνο το απαίσιο γέλιο του, την ίδια ώρα που έχυνε το ουίσκι μου στο ποτήρι. Ο δικός μου ξέρει, τι και πως το πίνω και με σερβίρει δίχως να του παραγγείλω. Με έμαθε καλά.

Ο κωλόγερος δεν έκανε κάτι αλλιώτικο. Συμπεριφέρθηκε όπως κάθε φορά. Αλλά εκείνη τη νύχτα, εγώ, δεν είχα καμία διάθεση για κουβέντες και γέλια. Ούτε καλησπέρα δε γούσταρα να μου πει. Μα συνέχισε να λέει τα δικά του κι εγώ με μια μούρη μέχρι το πάτωμα, άυπνος και μες τα νεύρα, έβριζα τον εαυτό μου αθόρυβα. Δεν του έδινα καμία σημασία. Έπρεπε να βρω την άκρη. Σπίτι δεν είχα πάει ακόμα κι εκείνος μου ξεφούρνιζε για το Λατσί και τη Σιγκαπούρη. Και για τα μωρά. Λες και έχω επαφή με τα μωρά ή θα τα άφηνε ποτέ η σκρόφα η μάνα τους να ρθουν μαζί μου.

Ούτε που ασχολήθηκα με τη μουσική που έπαιζε εκείνη τη νύχτα. Αυτό νομίζω πως έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση στο δικό μου. Μεγαλύτερη κι απ’ το γεγονός πως μου μιλούσε και δεν του απαντούσα.

Συνήθως με το που περάσω την πόρτα του, πριν καθίσω στη γωνιά μου, αρχίζω σχόλια και εξυπνάδες για το τραγούδι που παίζει εκείνη τη στιγμή. Παίζει να πούμε, το «five to one»; Ξεκινώ: The doors 1968, δίσκος «waiting for the sun» δεύτερη πλευρά, το κομμάτι 11. Ή πιάνει το αυτί μου το «man in the long black coat?», Μπομπ Ντύλαν, 1989 Linn records, στο studio master και διάφορα τέτοια. Και ο δικός μου, με την χαρακτηριστική του φωνή με εξυμνεί λες και έκανα κάτι σπουδαίο.

«Ρε Γιώργο μου, είσαι ένας δαίμονας ρε».

Λες και όσοι δεν μπήκαμε στα πανεπιστήμια, δεν έχουμε πτυχία και δοκτωράτα, δεν γουστάρουμε να μελετάμε για το κέφι μας, να πούμε.

Ε, λοιπόν εκείνη τη νύχτα δεν θυμάμαι τι έπαιζαν τα μεγάφωνά του.



«Ρε Γιώργο, τι τρέχει;» με ρώτησε όταν τελικά κατάλαβε πως κάτι συνέβαινε στα αλήθεια. Νομίζω δεν τον ξαναείδα ποτέ τόσο σοβαρό.

«Δικέ μου, μη με πρήζεις. Θα σου τα πω όλα» του απάντησα και ταυτόχρονα σήκωνα ελαφρώς, με νόημα, το ποτήρι μου. Ήθελα ακόμα ένα ουίσκι.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ