Δυο χωριά της Πάφου που έγιναν είδωλα της reggae

Όταν πριν 3 χρόνια άκουσα το όνομα τους μου έκανε εντύπωση που ένα ξένο συγκρότημα reggae αποφάσισε να έρθει στην Κύπρο για εμφανίσεις. Στην πορεία ανακάλυψα πως οι Magounda – Kinousa, όχι μόνο είναι ντόπια παραγωγή… αλλά είναι και η πρώτη καθαρόαιμη reggae band, η οποία κατάφερε μέσα σε τέσσερα χρόνια να ποτίσει το νησί με ήχους μιας μουσικής που φάνταζε πολύ μακριά από την ιδιοσυγκρασία του Κύπριου….

 

Γράφει ο Ανδρέας Κάτσιης

 

Τέσσερα χρόνια πριν, έξι παιδιά μουσικοί , ο Γιώργος Νικολάου (φωνή), ο Πέτρος Μιχαήλ (μπάσο), ο Στέφανος Ιασωνίδης (ηλ. κιθάρα), ο Τάσος Θεοφιλίδης (ηλ. κιθάρα), ο Δημήτρης Ζαχαρίου (keyboards) και ο Ανδρέας Στεφάνου (drums & percussion) αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια μπάντα. Έτσι στα τυφλά, δεν ήξεραν καν τι είδος μουσικής θα έπαιζαν. Πρόσφατα στην μπάντα προστέθηκε και μια τρομπέτα, αυτή του Ηλία Ιωάννου.

«Reggae ακούγαμε όλοι, αγαπούσαμε αυτό το είδος, αλλά ο καθένας στο σπίτι του. Την ιδέα την έδωσε ο πρώην keybordistas που είχαμε. Δοκιμάσαμε, γουστάραμε και είδαμε ότι μπορούμε να το κάνουμε» σημειώνει ο front man της μπάντας Γιώργος Νικολάου.

Αυτό που είναι διάχυτο στην ατμόσφαιρα όταν είσαι μαζί τους είναι η θετική ενέργεια. Μια αύρα ξεχωριστή, ιδιαίτερη.  Μιλάνε για τη μουσική τους και τα μάτια τους αποκτούν μια περίεργη λάμψη.

«Το παν είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις, να το κάνεις με τη ψυχή σου. Να βγαίνει από μέσα σου. Διαφορετικά ο κόσμος θα σε απορρίψει, αν δεν απορρίψεις εσύ ο ίδιος πρώτος τον εαυτό σου» προσθέτει ο μπασίστας Πέτρος Μιχαήλ, ο οποίος αναφέρεται συχνά στη δύναμη της ψυχής και της θετικότητας. «Είναι μότο ζωής, το φυλακτό μας, το γούρι που μας προστατεύει από τους αρνητισμούς και τις μιζέριες».

 

Πιστεύατε πώς οι MagoundaKinousa θα καθιερώνονταν τόσο γρήγορα;

Γ.Ν: «Όπως σου είπα, όλα έγιναν τυχαία.Τίποτα στο ξεκίνημα δεν προμήνυε τη μετέπειτα πορεία της μπάντας. Η πρώτη μας εμφάνιση έγινε στην παραλία Lady’s Mile της Λεμεσού, σε ένα Jam Session. Στα επόμενα 2-3 live πήραμε το μήνυμα. Η αύρα του κόσμου, η ενέργεια και η συμμετοχή  σε κάθε εμφάνιση ήταν η πιο τρανή απόδειξη πως κάτι κάναμε καλά».

 

Όταν στη συνέχεια αναφέρομαι στην ονομασία της μπάντας, όλοι κρυφογελάνε και δίνουν τον λόγο στον Πέτρο που είναι ο νονός.

«Ένα μήνα πριν τη δημιουργία της μπάντας πηγαίναμε στο καθιερωμένο Jazz Fest  στον Πωμό και περνώντας από την Πόλη Χρυσοχούς είδα δυο πινακίδες δίπλα - δίπλα, με τις ονομασίες δύο χωριών, της Μακούντας και της Κινούσας. Κάπως έτσι προέκυψε και το όνομα. Καμία σχέση με εξωτικά νησιά και παραλίες».

Παρότι ο κόσμος, σας αποδέχτηκε σχετικά νωρίς, με τα μαγαζιά και τους επιχειρηματίες τι γινόταν; Κλείνατε εύκολα δουλειές;

Γ.Ν: «Στην Κύπρο έχουμε γενικά ένα θέμα με το καινούργιο και το άγνωστο. Δεν το αποδεχόμαστε, το φοβόμαστε. Ακόμα και το κοινό τον πρώτο καιρό μας αντιμετώπιζε διστακτικά. Παρόλα αυτά, επειδή όλοι δουλεύαμε ως μουσικοί από πριν και είχαμε γνωριμίες δεν δυσκολευτήκαμε ιδιαίτερα να κλείσουμε τις πρώτες μας εμφανίσεις. Στην πορεία και όσο το συγκρότημα ανέβαινε, σταματήσαμε να τους ψάχνουμε, μας έψαχναν. Σε αυτό φανήκαμε αρκετά τυχεροί. Σκέψου πόσο δημιουργικό χρόνο θα μας αποσπούσε το να μιλάμε συνεχώς με μαγαζιά, να διαφωνούμε και να βιώνουμε όλη αυτή την άχαρη αλλά αναγκαία διαδικασία».

 

Το είδος της μουσικής που εκπροσωπείτε, στο κυπριακό κοινό τουλάχιστον, ήταν σχετικά άγνωστο. Πού οφείλεται η δική σας επιτυχία;

Π.Μ:  «Όπως ανέφερε πριν ο Γιώργος, το καινούργιο και το άγνωστο φοβίζει. Πιστεύω όμως πως οι άνθρωποι μεταξύ μας έχουμε κάποια ραντάρ. Μια ανεξήγητη σύνδεση που μας βοηθά να αντιλαμβανόμαστε κάτι που έχει ρυθμό, ενέργεια και δύναμη. Όταν λοιπόν σε κατακλύζουν τέτοια συναισθήματα, δεν μπορείς παρά να αφεθείς και να ανταποκριθείς αναλόγως, να γουστάρεις και ακολούθως να το μεταδώσεις, να το επικοινωνήσεις…

Κάπως έτσι πάει και με τη δική μας περίπτωση. Το μεγαλύτερο μέρος ανθρώπων μου μας ακολουθούν δεν άκουγε reggae προηγουμένως. Ένοιωσαν όμως την ενέργεια μας, την ένταση και το vibe που βγάζουμε πάνω στη σκηνή και έτσι αγάπησαν και την reggae».

 

Η ενέργεια τους είναι ο μαγνήτης τους, το δόλωμα τους. Σε συνδυασμό με τα θετικά συναισθήματα της μουσικής reggae δεν μπορεί παρά να σου προσφέρει ευφορία αναγκάζοντας σε να προσηλωθείς.

Στην κουβέντα μπαίνει εκείνη την ώρα και ο Ηλίας Ιωάννου (τρομπέτα), ο οποίος όπως λένε οι παλαιότεροι, τραβάει όλα τα βλέμματα με τον ήχο του και τους τρώει τη δόξα.  

«Είναι κάτι τόσο απλό, μα παράλληλα τόσο πολύπλοκο να το εξηγήσεις με λόγια, μόνο όταν το ζήσεις μπορείς να αντιληφθείς».

Συζητάμε για τη μουσική τους, για τις ταμπέλες και τις κατηγορίες που βάζουμε εμείς οι άνθρωποι σε όλα, για να νοιώσουμε πιο ασφαλείς.

Π.Μ: «Το πρόβλημα μας, είναι ότι συνηθίσαμε να τα βάζουμε όλα σε κουτιά. Διαχωρίζουμε το κάθε είδος, το κάθε πράγμα, την κάθε κατάσταση. Τους βάζουμε μια καρτελίτσα, τα τοποθετούμε σε ράφια  και προχωράμε γρήγορα στο επόμενο. Σταματήσαμε να ψάχνουμε, να ερευνούμε. Παραμένουμε στη στείρα επιφάνεια και δεν μας ενδιαφέρει τι κρύβεται λίγα εκατοστά πιο κάτω. Αν αναζητούσαμε λίγο την ουσία, ίσως και να είχαμε καλύτερη ζωή, καλύτερους πολιτικούς, καλύτερη κοινωνία».

 

Εκπροσωπείτε ένα είδος μουσικής που έχει ταυτιστεί, ίσως λόγω των στίχων, με περίεργες καταστάσεις όπως παράνομες ουσίες. Εσείς, αντιμετωπίσατε ρατσισμό, βιώσατε αλλόκοτες συμπεριφορές;

Γ.Ν: «Η αλήθεια είναι πώς όχι ιδιαίτερα. Καταλαβαίνω τι θες να πεις και υπήρξαν φορές που άτομα μεγαλύτερης ηλικίας κυρίως, μας κοιτούσαν στραβά, με αποστροφή. Δεν ασχοληθήκαμε ποτέ. Σε τέτοιες περιπτώσεις απλά αδιαφορείς, γιατί και να προσπαθήσεις να πείσεις πως δεν είσαι ελέφαντας δεν θα τα καταφέρεις. Σε μια κοινωνία τόσο μικρή όπως η Κύπρος, ακόμα και το μακρύ μαλλί του Πέτρου είναι ντροπή και δείγμα αλητείας. Άρα είναι καλό να πορεύεσαι με αυτούς που σε γουστάρουν γιατί είσαι αυθεντικός και δεν τους κοροϊδεύεις με δηθενιές και ψεύτικα χαμόγελα».

Αν τους δεις πάνω στη σκηνή, την ώρα που παίζουν μουσική, μεταμορφώνονται. Δεν ξέρω πως αλλά καταφέρνουν την ίδια στιγμή που λειτουργούν σαν ενιαία μπάντα να σου δίνουν και 6 διαφορετικά performances, 6 solo ερμηνείες.

 

Τι γίνεται τελικά μαζί σας, όταν βγαίνετε πάνω στη σκηνή;

Γ.Ν  «Mε το που βγαίνουμε πάνω στη σκηνή και νομίζω πώς αυτό ισχύει για όλους μας, κλείνουμε τα  παράθυρα. Μας απορροφά τόσο πολύ η μουσική εκείνη την ώρα, που δεν υπάρχει τίποτα άλλο δίπλα μας ή μπροστά μας».

 

Με τον κόσμο όμως τι γίνεται, δεν είναι αναγκαία η επαφή; Ειδικά μαζί σου που κατά κάποιο τρόπο εκπροσωπείς το συγκρότημα;

Γ.Ν «Είναι γεγονός πώς η επαφή με το κοινό είναι αναγκαία. Έχω θέμα με αυτό και προσπαθώ να το δουλέψω. Ένας καλλιτέχνης οφείλει να έχει interact με τον κόσμο, να τον νοιώθει, να αφουγκράζεται τον παλμό του. Αυτοί είναι που στο τέλος της ημέρας, θα σε αναγνωρίσουν και θα σου δώσουν ώθηση να συνεχίσεις. Επειδή όμως η μουσική δεν είναι επάγγελμα για μας αλλά έρωτας και διαφυγή, εδώ το πράγμα κολλάει. Όταν είμαι στη σκηνή, δεν μπορώ να σκεφτώ στυγνά και να πω, τώρα πρέπει να παίξω με τον κόσμο…

Ακόμα και η μουσική δυστυχώς είναι ένα καταναλωτικό προϊόν. Έχει μεγάλη σημασία το πώς θα το πουλήσεις, η εικόνα που θα μεταδώσεις στο κόσμο».

Ο λόγος που είσαι ξυπόλυτος στη σκηνή; 

Γ.Ν «Αυτός είναι ο τρόπος μου να εξοικειώνομαι με τον χώρο, να νοιώθω άνετα. Μόλις βγάλω τα παπούτσια μου και πιάσω το μικρόφωνο, αμέσως αισθάνομαι σαν το σπίτι μου. Νοιώθω ασφαλής».

Κάπου εκεί μας διακόπτει μια κυρία, η οποία ζητάει λίγα ψιλά για να πάρει κάτι να φάει. Βγάζουν όλοι και της δίνουν από κάτι, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς το γνωστό δισταγμό που έχουμε οι περισσότεροι μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις.

 

Οι μουσικοί βγάζουν λεφτά στην Κύπρο, μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς;

Η.Ι: «Εγώ επέστρεψα από τις σπουδές μου στην Ολλανδία σχετικά πρόσφατα. Εκεί ένας μουσικός, όχι απλά ζει αξιοπρεπώς αλλά εκτιμάται και αναλόγως. Εδώ είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις μόνο από αυτό, εκτός και αν τραγουδάς σε κάποιο λαϊκό μαγαζί. Διαφορετικά δεν σε παίρνουν στα σοβαρά, γενικά δεν θεωρούν τους μουσικούς ως σοβαρό επάγγελμα στην Κύπρο, παρά ως χόμπι. Αυτός πιστεύω είναι και ο λόγος που οι αμοιβές, όταν υπάρχουν, είναι πολύ χαμηλές».

Πολλές φορές, μου εξηγούν, έπαιξαν κάπου χωρίς να πληρωθούν ή να ζητήσουν πολύ λίγα απλά για να καλύψουν τα δικά τους έξοδα.

Π.Μ: «Είναι δύσκολο να αναδειχθείς στην Κύπρο. Ακόμη και στο ψηλότερο σημείο να φτάσεις, εξακολουθεί να είναι αρκετά χαμηλό. Δεν υπάρχει εξέλιξη και πρόοδος αν δεν βγεις εξωτερικό. Για αυτό και τα οικονομικά standards είναι εκεί που είναι». 

 

Μίλησες για εξωτερικό. Σχετικά πρόσφατα κάνατε μια πετυχημένη περιοδεία στην Αγγλία. Δεν σκέφτεστε να δοκιμάσετε και κάπου αλλού την τύχη σας ως μπάντα;

Η.Ι: « Δεν είναι ότι δεν το σκεφτόμαστε. Απλά ο καθένας από εμάς έχει την προσωπική του ζωή και τις υποχρεώσεις του. Δεν είναι εύκολο να ξεκινήσεις στα τυφλά και να αρχίσεις να χτυπάς πόρτες σε μια άγνωστη αγορά».

Γ.Ν: «Υπάρχει και ανέκαθεν υπήρχε αυτή η προοπτική. Όπως είπε και ο Ηλίας, όμως, υπάρχει το εμπόδιο των προσωπικών μας υποχρεώσεων. Σημαντικός λόγος, βέβαια, είναι και ο οικονομικός. Όσο καλός και να είσαι, σε μια αγορά, όπως η Ευρώπη ή η Αμερική, ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Πρέπει να τρέξεις πολύ για να σου δώσουν σημασία, κάπως όμως πρέπει και να ζεις, να καλύπτεις τις ανάγκες σου. Είναι μεγάλο ρίσκο για να το πάρεις, αν υπήρχε όμως μια σοβαρή πρόταση από κάποια εταιρεία ή κάποιο μάνατζερ, σαφώς και τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά».

Π.Μ: «Παρόλαυτα δεν εφησυχαζόμαστε. Ψάχνουμε συνεχώς ευκαιρίες να προβάλουμε τη δουλειά μας, είτε με συναυλίες, με συνεργασίες, μέσω του διαδικτύου»

 

Κάπως έτσι προέκυψε και η επερχόμενη συνεργασία με τους Locomondo στη συναυλία τους στη Λάρνακα;

Γ.Ν: «Οι Locomondo είναι μια μπάντα που γουστάρουμε. Κάνει αυτό που κάνει καλά και το μεταδίδει στο κόσμο -  για αυτό έχει, αυτή την αναγνώριση και την αποδοχή. Όταν έγινε η πρόταση, δεν μπορούσαμε να πούμε όχι. Είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για μας, σε διάφορα επίπεδα».

 

Μέσα σε όλη αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια πώς αντιλαμβάνεστε τα πράγματα. Πώς τα αξιολογείτε;  

Π.Μ: «Ο κόσμος ψάχνει διεξόδους, εγώ αυτό νοιώθω. Έχουν κουραστεί, όλοι έχουμε κουραστεί, από την καθημερινότητα. Από τους πολιτικούς, την τηλεόραση, το σύστημα. Υπάρχει τόση ένταση και δυστυχία γύρω μας, που σου κόβει το οξυγόνο. Η μουσική είναι μια όαση σε όλο αυτό και είναι εύκολο να το αντιληφθείς απλά και μόνο παρατηρώντας το πώς ο κόσμος, πλέον γεμίζει τις πλατείες, τις μουσικές σκηνές, τις συναυλίες, τα θέατρα. Δεν αντέχουν πια στο σπίτι…».

Η reggae είναι επανάσταση, είναι αντίδραση;

Γ.Ν: «Η reggae δημιουργήθηκε από μια φυλή, η οποία βίωσε χρόνια σκλαβιάς και καταπίεσης. Η θετικότητα που βγάζει η μουσική και ο στίχος της, είναι αδύνατον να μην σε αφυπνίσουν. Αυτός ήταν και είναι ο στόχος της. Ήθελε να μεταδώσει, αισιοδοξία,  δύναμη και ελπίδα, πώς το αύριο δεν είναι τόσο μαύρο. Αυτό το νοιώθει ο κόσμος, για αυτό αγκαλιάζει τόσο εύκολα τη reggae, χωρίς απαραίτητα να την ξέρει».

 

Τα επόμενα σχέδια των MagoundaKinousa;

Η.Ι: « Εκτός από την συναυλία με τους Locomondo στην παραλία Μακενζι της Λάρνακας στις 29/8, εμφανιζόμαστε και κάθε δεύτερη Τετάρτη, στο Kingston rock bar στη Λεμεσό. Μουσικά είμαστε σε δημιουργική φάση, αφού σύντομα θα κλειστούμε σε ένα studio για να ηχογραφήσουμε το πρώτο μας album σε στίχους Γιώργου Νικολάου».

Ένα album  που αναβλήθηκε πολλές φορές, αφού συνεχώς προέκυπταν νέες ιδέες, νέοι στίχοι. Μέσα θα υπάρχει και ένα κομμάτι σχετικά με τους 13 του Μαρί και όπως λένε τα παιδιά, είναι ένα πολύ ιδιαίτερο κομμάτι.

Δεν κάνουν μακροχρόνια σχέδια, παρόλο που συνεχώς κυνηγούν το επόμενο επίπεδο, που θα το πάει παραπέρα. Χαμογελούν και αφήνουν την μουσική να μιλάει για αυτούς. Δημιουργούν και ονειρεύονται, έχοντας συνεχώς στο πίσω μέρος του μυαλού τους κάτι που έλεγε ο Bob Marley «You can just live in that negative way, make way for the positive day»

 

Είναι ωραίοι τύποι τελικά οι Magounda – Kinousa…


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ