Μίλα μου
«Όποιος δραστηριοποιείται στον χώρο του πολιτισμού οφείλει να αφουγκράζεται όσα συμβαίνουν γύρω του»
Η επιμελήτρια εκθέσεων, Ευαγόρια Δαπόλα, μιλά για το πρότζεκτ που φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο, με τον οποίο βλέπουμε την πόλη.
Από τα χρόνια των σπουδών της στις Καλές Τέχνες και στην Επιμέλεια Εκθέσεων έως τη συνεργασία της με σημαντικά ιδρύματα σε Κύπρο και εξωτερικό, η Ευαγόρια Δαπόλα προσεγγίζει την επιμέλεια ως μια ανοιχτή διαδικασία σύνδεσης ιδεών, ανθρώπων και αφηγήσεων. Μέλος μιας νέας γενιάς Κυπρίων επιμελητών, επαναπροσδιορίζει τον πολιτιστικό διάλογο, διερευνώντας πώς η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο παραγωγής και διάχυσης γνώσης. Με αφορμή την έκθεση «Bill Viola. Unspoken» και τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται γύρω από τη βιντεοτέχνη στην Κύπρο, μιλά για τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκηνή, τις προοπτικές της και τον ρόλο της επιμέλειας σήμερα.
Ανήκετε σε μια πιο φρέσκια γενιά Κυπρίων επιμελητών. Πώς βιώνετε σήμερα την εξέλιξη της σύγχρονης καλλιτεχνικής σκηνής στην Κύπρο;
Η κυπριακή πολιτιστική, και ιδιαίτερα η εικαστική σκηνή, διανύει μια φάση ωρίμανσης που συνοδεύεται από επαναπροσδιορισμό του τι σημαίνει να παράγεις πολιτισμό σε ένα περιβάλλον έντονης ιστορικής και γεωπολιτικής πολυπλοκότητας. Μια νεότερη γενιά καλλιτεχνών και επιμελητών απορρίπτει τη λογική της περιφέρειας και προσεγγίζει το τοπικό ως πεδίο θεωρητικής και αισθητικής δυναμικής. Παρά τις ελλείψεις σε υποδομές, αναδύονται νέοι τρόποι δημιουργίας, με έμφαση στην επινοητικότητα, την αυτοοργάνωση και μια πιο ελεύθερη, μη δεσμευμένη καλλιτεχνική έκφραση.
Ποια θεωρείτε ότι είναι η σημαντικότερη συμβολή της νέας γενιάς καλλιτεχνών και επιμελητών στον πολιτιστικό διάλογο της χώρας;
Η πιο ουσιαστική συμβολή εντοπίζεται στη διεύρυνση του τι θεωρείται αντικείμενο πολιτισμικού διαλόγου, στην ενίσχυση para-institutional μορφών αυτοοργάνωσης και στην επέκταση των αφηγήσεων. Η νέα γενιά φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα όπως το σώμα, η μνήμη, η γλώσσα, η ψηφιακή ταυτότητα, η queer εμπειρία και η αποικιακή ιστορία, όχι ως απλή θεματική ανανέωση αλλά ως αλλαγή παραδείγματος. Παράλληλα, αναδεικνύεται η κοινοτική διάσταση της τέχνης, όπου η δημιουργία συνδέεται με σχέσεις και συλλογικές εμπειρίες. Πρόκειται για μια γενιά που, επιστρέφοντας από το εξωτερικό εν μέσω κρίσης, αναγκάστηκε να αυτοοργανωθεί και να δημιουργήσει νέα μοντέλα. Σήμερα, η παρουσία Κυπρίων καλλιτεχνών σε διεθνείς πλατφόρμες αυξάνεται, καθώς το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον σε φωνές όπως η κυπριακή.
Η έκθεση Bill Viola. Unspoken φέρνει το κυπριακό κοινό σε επαφή με έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της video art. Ποια θεωρείτε ότι είναι τα στοιχεία του έργου του που παραμένουν επίκαιρα σήμερα;
Ο Viola εργάζεται με τα θεμελιώδη, τη γέννηση, τον θάνατο, τη μεταμόρφωση, το νερό ως μέσο μετάβασης και αυτό καθιστά το έργο του αχρονολόγητο με την καλή έννοια: δεν «γερνά» επειδή δεν αποτυπώνει ένα χρονολογικό παρόν, αλλά αγγίζει αυτό που ο Bachelard θα αποκαλούσε «βαθύ χρόνο». Σε μια εποχή υπερπαραγωγής εικόνας και ακαριαίας κατανάλωσης, τα έργα του ζητούν κάτι που έχει καταστεί σχεδόν ανατρεπτικό: την παρουσία. Να αφεθείς να παρατηρήσεις μια αργή κίνηση, να υποδεχτείς τον χρόνο ως υλικό. Αυτό είναι βαθύτατα επίκαιρο. Ίσως πιο επίκαιρο τώρα από ποτέ.
Πώς μπορεί το κυπριακό κοινό να συνδεθεί με την έκθεση Unspoken και ποια πιστεύετε ότι είναι τα στοιχεία που θα το αγγίξουν περισσότερο;
Το κυπριακό κοινό κουβαλά μια εγγενή σχέση με τη σιωπή: με αυτό που δεν ειπώθηκε, που δεν αναγνωρίστηκε, που παραμένει ανοιχτή πληγή. Ο τίτλος «Unspoken» μου φαίνεται ότι ηχεί ιδιαίτερα εδώ. Τα έργα του Viola ασχολούνται με τη διαδικασία της επεξεργασίας, το πένθος, τη μετάβαση, την απώλεια, την ανανέωση, και αυτές είναι εμπειρίες με τις οποίες ο Κύπριος θεατής έχει βαθιά, πολύ προσωπική σχέση, συλλογικά και ατομικά. Δεν χρειάζεται η τέχνη να είναι ρητά πολιτική για να είναι πολιτική. Η σιωπή, το σώμα, το ανείπωτο, αυτά είναι οι πιο πολιτικές γλώσσες.
Σε μια εποχή υπερκορεσμού από οθόνες και εικόνες, τι σημαίνει σήμερα να ζητάς από έναν θεατή να σταματήσει και να αφιερώσει χρόνο σε ένα έργο video art;
Είναι σχεδόν πράξη αντίστασης. Η προσοχή έχει γίνει ο πιο σπάνιος πόρος και η πιο αμφισβητούμενη πολιτική κατηγορία. Να ζητήσεις από κάποιον να σταματήσει μπροστά σε ένα έργο που αρνείται την ταχύτητα, που έχει τον δικό του ρυθμό, τον δικό του χρόνο, είναι σαν να τον καλείς σε μια άλλη σχέση με την ύπαρξη. Για μένα, η θέαση και η ακρόαση είναι μια ολόσωμη, διαισθητική πρακτική εναρμόνισης με σημάδια ζωής που είναι σχεσιακά, αόριστα και αδύνατα να συλλάβει το σύγχρονο βλέμμα στη βιασύνη του. Αυτό δεν είναι απλώς αισθητική εμπειρία, είναι ανθρωπολογική αναγκαιότητα.
Υπάρχει σήμερα κοινό και πρόσφορο έδαφος στην Κύπρο για video art;
Αναμφίβολα υπάρχει χώρος για video art στην Κύπρο· δεν πρόκειται, άλλωστε, για κάτι καινούργιο, καθώς καλλιτέχνες δημιουργούν έργα με βίντεο από τις απαρχές του μέσου. Ωστόσο, η ευκαιρία για το κοινό να έρθει σε επαφή με μια τόσο μεγάλης κλίμακας έκθεση ενός σημαντικού Αμερικανού καλλιτέχνη, σε ένα εξαιρετικό αρχιτεκτονικό περιβάλλον και με ελεύθερη πρόσβαση, είναι ιδιαίτερα σημαντική, συμβάλλοντας στη δημιουργία νέου κοινού και αντιλήψεων γύρω από τη σύγχρονη τέχνη. Στην Κύπρο υπάρχουν καλλιτέχνες που δουλεύουν με ήχο, βίντεο και ψηφιακά μέσα, χωρίς ακόμη την ορατότητα που τους αξίζει. Η βασική πρόκληση παραμένει η έλλειψη υποδομών – κατάλληλοι χώροι, εξοπλισμός και χρηματοδότηση. Ωστόσο, η δημιουργική δυναμική είναι ισχυρή και η δουλειά μου στοχεύει και στη δημιουργία συνθηκών ορατότητας, δείχνοντας ότι αυτή η τέχνη είναι άμεση και κατανοητή για το κοινό.
Πόσο σημαντικό είναι σήμερα, ιδιαίτερα στην Κύπρο, το να δημιουργούνται γέφυρες ανάμεσα στη διεθνή καλλιτεχνική σκηνή και την τοπική δημιουργία;
Είναι αδήριτη ανάγκη, όμως πάντα με την προϋπόθεση ότι αυτές οι γέφυρες δεν λειτουργούν μόνο προς μία κατεύθυνση. Ο κίνδυνος είναι να μεταφέρουμε το «διεθνές» και να το θέσουμε ως πρότυπο, αντί να αναδείξουμε ότι και το τοπικό έχει κάτι να πει προς τα έξω. Η Κύπρος δεν είναι απλώς λήπτης πολιτισμού, είναι ένας τόπος σπουδαίας παραγωγής. Αυτό χρειάζεται να γίνει ορατό τόσο στα ίδια τα κυπριακά κοινά όσο και στη διεθνή σκηνή. Όσο παλεύουμε για τη διεθνή ορατότητα, πρέπει να θυμόμαστε πως μια σκηνή όπως η κυπριακή, μέσα από τη γεωπολιτική της θέση, τη θεσμική και πολιτική κατάσταση, τη συλλογικότητα και τη μοναδική της ταυτότητα, αποδεικνύει πως «η περιφέρεια» έχει να πει πράγματα που ίσως είναι πιο ενδιαφέροντα από όσα λέει «το κέντρο».
Πώς διαμορφώθηκε η δική σας σχέση με την επιμέλεια εκθέσεων και ποια είναι τα βασικά ερωτήματα που σας απασχολούν σήμερα ως επιμελήτρια;
Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στις Καλές Τέχνες στην Αγγλία ήρθα σε επαφή με την επιμέλεια και κατάλαβα αμέσως πόσο με συναρπάζει το να φέρνω μαζί ετερογενή στοιχεία και να προσπαθώ να δημιουργήσω μια αφήγηση. Έτσι συνέχισα με σπουδές στην επιμέλεια και δούλεψα σε σημαντικά ιδρύματα και μουσεία τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο. Η σχέση με την επιμέλεια είναι μια σχέση που βρίσκεται συνεχώς σε διαπραγμάτευση, σαν ένα ρίζωμα που κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς κεντρικό άξονα, χωρίς αρχή και τέλος, ανοιχτό σε συνδέσεις από παντού. Τα ερωτήματα που με απασχολούν σήμερα αφορούν κυρίως τον τρόπο που η γνώση παράγεται και κυκλοφορεί εκτός των κυρίαρχων μοντέλων: πώς μπορεί μια έκθεση να γίνει τόπος συνάντησης διαφορετικών πρακτικών, ένας χώρος κράτησης ιδεών που βρίσκονται ακόμη σε επεξεργασία.
Συχνά μιλάμε για το πώς οι καλλιτέχνες επηρεάζονται από όσα συμβαίνουν γύρω τους. Ένας επιμελητής επηρεάζεται εξίσου; Με ποιον τρόπο οι κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές εξελίξεις διαμορφώνουν τις επιλογές σας και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε το στήσιμο και την αφήγηση μιας έκθεσης;
Φυσικά. Όλη η καλή τέχνη βρίσκεται στο σημείο όπου συναντιούνται το προσωπικό και το πολιτικό, άρα όποιος δραστηριοποιείται στον χώρο του πολιτισμού οφείλει να αφουγκράζεται τόσο όσα συμβαίνουν γύρω του όσο και τον τρόπο με τον οποίο αυτά διαμορφώνουν τη δική του σκέψη. Οι δικές μου εκθέσεις προκύπτουν μέσα από προσωπική επιμελητική και ακαδημαϊκή έρευνα, η οποία επηρεάζεται διαρκώς από τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, τη φιλοσοφία και την ιστορία που βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία διαμόρφωσης. Μέσα από μια σχεδόν αλχημική διαδικασία, οι θεματικές των εκθέσεων χτίζονται σταδιακά, υφαίνοντας διαφορετικές καλλιτεχνικές πρακτικές, εμπειρίες και αφηγήσεις σε ένα ενιαίο σύνολο.
Πολλοί πιστεύουν ότι ο επιμελητής απλώς επιλέγει τα έργα και αποφασίζει πού θα κρεμαστούν ή πού θα τοποθετηθούν. Τι είναι αυτό που δεν βλέπει το κοινό και θα το εξέπληττε για τη δουλειά σας;
Δεν υπάρχει ακόμη σαφής αντίληψη για το εύρος της δουλειάς ενός επιμελητή, αν και αυτό αλλάζει όσο το κοινό έρχεται περισσότερο σε επαφή με τις εκθέσεις και τις διαδικασίες πίσω από αυτές. Ο επιμελητής είναι συνήθως παρών σε όλα τα στάδια μιας έκθεσης: από τη γέννηση της ιδέας και την έρευνα μέχρι την επιλογή των καλλιτεχνών, την ανάπτυξη της αφήγησης και τον τρόπο με τον οποίο το έργο επικοινωνείται στο κοινό. Προσωπικά, με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η ιδέα μιας έκθεσης παρά η αισθητική της. Δεν επιλέγω έργα ως μεμονωμένα αντικείμενα που τοποθετούνται δίπλα-δίπλα, αλλά καλλιτέχνες των οποίων η συνολική πρακτική συνομιλεί οργανικά με το κεντρικό ερώτημα της έκθεσης. Στις ατομικές εκθέσεις, ο ρόλος μου είναι ακόμη πιο στενά συνδεδεμένος με τον καλλιτέχνη: βρίσκομαι δίπλα του σε όλη τη διαδικασία, προσπαθώντας μαζί του να δημιουργήσουμε μια αφήγηση και μια εμπειρία που θα επιτρέψει στο κοινό να προσεγγίσει ουσιαστικά το έργο του.
BILL VIOLA: UNSPOKEN
- Χώρος: PSI Foundation, Old Carob Warehouse, Λεμεσός
- Διάρκεια: 24 Απριλίου – 1 Αυγούστου 2026
- Είσοδος: Η είσοδος είναι δωρεάν, απαιτείται κράτηση. Επίσης, προσφέρονται και ξεναγήσεις εντός του χώρου της έκθεσης, σε αγγλικά και ελληνικά.