Ο «κρυμμένος» πολιτισμός

«Γιάννη, τι κρατάς ως το πολυτιμότερο φυλακτό από τη ζωή στο χωριό;». «Ένα είναι η εικόνα με τα ανοικτά σπίτια, ανθρώπων που έφευγαν στα χωράφια κι εμείς, πιτσιρικάδες, να ανοίγουμε την πόρτα, να μπαίνουμε για να πιούμε νερό και να φεύγουμε -από οποιοδήποτε σπίτι. Το άλλο είναι η επαφή με τη φύση, αφού το DNA μας είναι φτιαγμένο από τα υλικά της.

Κάποιοι νιώθουν ντροπή να μιλούν με ‘λ’ και με ‘ν’. Ή να πάνε σε ένα πανηγύρι και να αρχίσουν να χορεύουν παραδοσιακά. Εγώ ήμουνα βοσκός, το συνεχίζω ακόμα και σήμερα και πραγματικά είναι από τα πράγματα που έχω να υπερηφανευτώ σχεδόν πιο πολύ απ’ όλα. Δεν μπορείς να αφήνεις το ‘πίσω’. Αυτό που σε γέννησε. Αλλιώς τι θα γεννήσεις εσύ; Θα γεννήσεις κάτι μετέωρο, αν κι εσύ είσαι μετέωρος.

Δεν μπορούμε να σκεπάζουμε τα ήθη και τα έθιμά μας. Είναι σαν μια πολυεθνική να ρίχνει μπετόν και κτίζει κατάστημα πάνω από τον τάφο του παππού και της γιαγιάς μας».

Αυτό είναι, χάσαμε το δρόμο μας. Ξεχάσαμε το «πίσω», τις ρίζες μας. Αυτό που μας γέννησε. Κι αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το διαπιστώσει παρακολουθώντας τις αντιδράσεις του κόσμου στο άκουσμα της είδησης για τα ευρήματα στον Τάφο της Αμφίπολης και δη στον εντοπισμό από τους αρχαιολόγους των «Καρυάτιδων». Δυο γλυπτά, που μέχρι πριν λίγες ώρες ήταν κρυμμένα κάτω από τόνους χώματος, για πολλούς αιώνες, καταφέρνουν να μας ταρακουνήσουν και κατ’ επέκταση να γεμίσουν με περηφάνια τους περισσότερους από εμάς, να μας κάνουν να συγκινηθούμε, να νοιώσουμε δέος, να ανατριχιάσουμε, να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε και από πού προερχόμαστε...

 



Αυτό είναι, έχουμε ανάγκη από πολιτισμό. Διψάμε από πολιτισμό και δεν το έχουμε καταλάβει. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν τολμούμε να το μολογήσουμε.

Τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοια συγκίνηση, δέος και ανατριχίλα μπορείς να νοιώσεις και σε άλλες περιπτώσεις. Το βίωσα πρόσφατα ακούγοντας τα «Μαλαματένια Λόγια» των Μάνου Ελευθερίου και Γιάννη Μαρκόπουλου, δια στόματος Γιάννη Χαρούλη. Για τους δύο δημιουργούς, δεν χρειάζεται να πω κάτι. Για τον Χαρούλη, πάλι, μιλάει ολόκληρη η Ελλάδα. Κυριολεκτικά σαρώνει ο Κρητικός ερμηνευτής-μουσικός-λαουτιέρης-συνθέτης. Ένας καλλιτέχνης που τιμάει τη χώρα του, τη γλώσσα του, τη μουσική παράδοση του τόπου του, την ιστορία και τον πολιτισμό, το ανθρώπινο είδος γενικότερα.

 



Και να φανταστείς, αυτός ο τύπος που κάνει sold out συναυλίες -τη μια πίσω από την άλλη-, αυτός για του οποίου το ταλέντο γράφουν όλοι διθυράμβους, αυτός ο καλλιτέχνης με τις τεράστιες δυνατότητες, όταν θελήσαμε πέρσι να τον φωτογραφήσουμε, παίζοντας μάλιστα στην έδρα του αφού μεταφέραμε το σκηνικό σε ένα γραφικό οργανοποιείο στην παλιά Λευκωσία, αυτό του οργανοποιού-μουσικού Ευξίφιου Σατσιά, δίνοντας του κιόλας να παίξει ένα λαούτο, δεν κοίταξε ούτε και μισή στιγμή στην κάμερα. Ένοιωθε άβολα με τη φάση. Σχεδόν ντρεπότανε. Ένας σεμνός και συνετός καλλιτέχνης που έχει αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στη μουσική, που τραγουδάει με τη ψυχή του, που φαίνεται να χαίρεται και να απολαμβάνει τα «δώρα» που του έχουν έρθει και που προσπαθεί, όπως ο ίδιος λέει, να ανταπεξέλθει στις όποιες δυσκολίες έτσι ώστε να τα χαρίσει κι αυτός με τη σειρά του κάπου, αφού προφανώς έχει συνειδητοποιήσει πολύ καλά πως «όλα είναι δανεικά και δεν μας ανήκει τίποτα».

Και για να επιστρέψω στις πανέμορφες από κάθε άποψη Καρυάτιδες, βλέποντας τις φωτογραφίες που κάνουν το γύρο του διαδικτύου, μπορεί ο καθένας να κατανοήσει αυτό ακριβώς που μου είχε πει ο Χαρούλης, ότι δηλαδή όλα είναι δανεικά. Δανεικά είναι κι αυτά τα σπουδαία ευρήματα, αυτά τα «αντάξια της επιφάνειας και της πολυπραγμοσύνης των προγόνων μας θαύματα» -όπως πολύ εύστοχα έγραψε κάποιος- τα οποία έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη.

Ο κόσμος τα ψάχνεις, έστω να τα δει, να πάρει τη «δόση» του. Μια δόση πολιτισμού. Και με αυτό τον τρόπο «να ταρακουνήσει αυτό που έχει παγιώσει μέσα του», έτσι για να κάνω χρήση μίας ακόμα ατάκας του Γιάννη από τη συνέντευξη που κάναμε πέρσι την άνοιξη για τη CITY.

 



Μαζί με τον Ευξίφιο Σατσιά στο οργανοποιείο του στην παλιά Λευκωσία (φωτογραφίες: Μιχάλης Κυπριανού)

 

Επί αρκετή ώρα μιλούσαμε για μουσική, για την επικοινωνία, για το μοίρασμα ανάμεσα στους ανθρώπους, για τους ίδιους τους ανθρώπους (που έχει συναναστραφεί), για τα όνειρα, για τη μαγεία του live, για τη ζωή στο χωριό, για τις αναφορές του, για τις ρίζες μας, για τη μεγάλη του αγάπη -το λαούτο...

«Έτσι όπως το έχω κάνει το καημένο, έχει παίξει από Pink Floyd μέχρι flamenco. Δεν πιστεύω ότι τα όργανα έχουν περιορισμούς. Φτάνει να τα σέβεσαι και να έχεις σε μια πλευρά του μυαλού σου ότι έγιναν δοχεία έτσι ώστε να βγουν μελωδίες. Ή μάλλον, αλήθειες του παρελθόντος και ιστορίες των προγόνων μας».

Ακόμα και όταν μιλά για απλά πράγματα, όπως για παράδειγμα το λαούτο, βρίσκει και πάλι τον τρόπο να επιστρέφει στο «πίσω», αυτό που τον γέννησε και αυτό που τον ορίζει. Χωρίς καμιά αμφιβολία, αυτός ο καλλιτέχνης πατά γερά στο παρελθόν, κρατιέται απ’ τις ρίζες του, ενώ πολύ συχνά και με διάφορους τρόπους, νοιώθει την ανάγκη να το μοιράζεται μαζί μας. Ο Γιάννης Χαρούλης, ίσως το πιο ηχηρό όνομα στην ελληνική δισκογραφία σήμερα, μας υπενθυμίζει τι εστί πολιτισμός. Και ότι ο πολιτισμός δεν είναι κατ’ ανάγκη πάντοτε «κρυμμένος».

 



* Ο Γιάννης Χαρούλης τραγουδάει στο Σκαλί Αγλαντζιάς στις 20 Σεπτεμβρίου.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ