Τόσο δύσκολο ήταν να γράψετε για «το τέλος των ψευδαισθήσεων»;

Χωρίς εισαγωγή.

Σε περιπτώσεις όπως αυτή, άλλωστε, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

Τίποτα. Απλώς μπήκαμε εμείς στον κόπο να λύσουμε το Μέρος Γ' του γραπτού των Παγκύπριων Εξετάσεων στο μάθημα των Νέων Ελληνικών. Αυτό.

Κάποιος να μας βαθμολογήσει; Και θα προτιμούσαμε, αν γίνεται, να αιτιολογήσει κιόλας τον βαθμό. Έτσι για το γαμώτο...

 


 

 

 

1. Κρύψε να περάσουμε

Γράφει ο Μιχάλης Μιχαηλίδης

Δευτέρα 18 Μαΐου, του έτους 2015.

Το ρολόι δείχνει 23.45.

Μόλις έχω μαζέψει τα πράγματα από το τραπέζι της βεράντας, έβαλα ότι ήτανε να βάλω στα σκουπίδια (και κάποια στην ανακύκλωση), άδειασα τασάκια, έκανα ένα γρήγορο σκούπισμα κάτω από τις καρέκλες (έτσι για τα προσχήματα) και ένα ακόμα πιο γρήγορο πέρασμα από τον νεροχύτη (που ήταν τίγκα στα ποτήρια), βεβαιώθηκα ότι τα μωρά κοιμούνται και είναι σκεπασμένα και κάθισα στον καναπέ, βρίζοντας που γεμίσαμε κουνούπια από τον Μάιο.

Το ρολόι δείχνει 23.58.

Μέχρι πριν από λίγη ώρα καθόμασταν στο τραπέζι της βεράντας με τρεις φίλους, είχαμε καθαρίσει ένα ταψί με οφτόν κλέφτικο, μαζί με τα παρελκόμενά του (καππάρι, γιαούρτι, πατάτες, ψωμί, σαλάτα), ενώ οι τρεις από τους τέσσερις κατεβάσαμε και ένα μπουκάλι τσίπουρο, απ’ το μεγάλο, του λίτρου.

Το ρολόι δείχνει 00.06.

Με καλή παρέα, ωραίο φαγητό και κάμποσο ποτό στο τραπέζι, από κάποια φάση και μετά είσαι άρχοντας. Δεν χρωστάς σε καμιά τράπεζα, δεν πληρώνεις το ψηλότερο επιτόκιο στην Ευρώπη, ούτε την πιο ακριβή βενζίνη, δεν αποφασίζει για σένα κανένας διεφθαρμένος πολιτικός, στα κόμματα δεν υπάρχει διαπλοκή, το ποδόσφαιρο είναι πεντακάθαρο, στην ηγεσία της εκκλησίας βρίσκονται οι αξιότεροι των αξιοτέρων, το εκπαιδευτικό σύστημα βγάζει ξεφτέρια, οι θεσμοί δουλεύουν ρολόι, η οικονομία ανθεί, η κοινωνία ακμάζει, ο πολιτισμός ξεχειλίζει και όσοι έχουν το θράσος να γράφουν σε φυλλάδες την άποψή τους ή να τοποθετούνται δημόσια πάνω σε κάποιο φλέγων θέμα, είναι τρελοί ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, γραφικοί.

Με καλή παρέα, ωραίο φαγητό και κάμποσο ποτό στο τραπέζι, από κάποια φάση και μετά είσαι σίγουρος πως για όλα τα κακά που μας βρήκαν φταίει η καταναλωτική μας μανία, φταίνε οι ξένοι που μας κλέβουν τις δουλειές και γενικότερα… μας κλέβουν, φταίνε οι Τρόικες, οι Γερμανοί, οι Εγγλέζοι, οι Βάσεις που μας ψεκάζουν, οι Ρώσοι που δεν μας δίνουν λεφτά, οι Αμερικάνοι, η CIA που μας κατασκοπεύει με τζιπ, η Γκεστάπο που δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται, τα εβραϊκά λόμπι, οι Ροκφέλερ, οι σατανιστές Rolling Stones, εγώ που δεν ψωνίζω από τον μπακάλη της γειτονιάς αλλά από τα λίντλ, εσύ που δεν ακούς Λουδοβίκο των Ανωγείων αλλά Stavento, η ξαδέρφη σου που τολμά να τρώει ακόμα δημητριακά με γλουτένη και γαλακτοκομικά με λακτόζη, φταίει ο συνάδερφος που δεν υπέγραψε το ψήφισμα για τη διάσωση του μυρμηγκιού formicidae, φταίει η μάνα που δεν δίνει μητρικό γάλα στο παιδί, οι κυπριακές τηλεοπτικές σειρές που δεν φτάνουν το επίπεδο του Criminal Minds, το καζαντί από τα δεσμά του οποίου δεν καταφέραμε ποτέ να ξεφύγουμε για να εξευρωπαϊστούμε, αλλά και ο παττιχάρης που πουλά φθηνότερα από την υπεραγορά και άρα χαλά το παζάρι.

Το ρολόι δείχνει 00.51.

Μέσα σε αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο, που είναι κινούμενο και κλυδωνιζόμενο, η πατρίδα μας παραμένει πάντα μια ιδιαιτερότητα [και η παρτίδα με τα ναρκωτικά με τα οποία προμηθεύτηκαν κάποιοι, στανταράκι ληγμένη].

Έζησε πολλά αυτή την περίοδο, λίγα όμως φαίνεται να διδάχτηκε [και δεν μιλώ για τον φιλόλογο που επινόησε το θέμα του γραπτού, αν και κάλλιστα θα μπορούσα να αναφέρομαι σ’ αυτόν].

Τα τελευταία χρόνια, βιώνει, ωστόσο, μια ιστορική στιγμή της: το τέλος των ψευδαισθήσεων [αυτό ακριβώς που θα βιώνω κι εγώ αύριο το πρωί που θα είμαι νηφάλιος, χωρίς καλή παρέα, ωραίο φαγητό και κάμποσο ποτό στο τραπέζι].

Εύχομαι μόνο, αύριο που θα το διαβάζω ξανά νηφάλιος, χωρίς μισό μπουκάλι τσίπουρο στις φλέβες μου, να είναι δημοσιεύσιμο και να μπορώ ρε παιδί μου να το βάλω σε κάποια εφημερίδα [αν όχι, κρύψε να περάσουμε].

 

 

2. «Να μου φέρετε μια σακούλα για τα αποφάγια; Για το σκυλάκι…»

Γράφει η Ιωάννα Χριστοδούλου

Στις μέρες μας το παγκόσμιο πλαίσιο είναι κινούμενο και παραπαίει. Κλυδωνίζεται ρε παιδί μου, πως το λένε. Απ’ την παγκόσμια οικονομία που καταρρέει, στην συνεργασία Kanye West - Paul McCartney, όλα γύρω μας φαίνεται να μοιάζουν με μία αισθητηριακή αντίληψη που δεν υπάρχει. Επιπλέον, ζούμε σε μια χώρα που «παραμένει πάντα μια ιδιαιτερότητα» μες σε όλο αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο που κλυδωνίζεται. Μια χώρα με ειδικές ανάγκες. Μία χώρα που ζούσε για καιρό με ψευδαισθήσεις. Μία χώρα που δεν ξέρουμε τι πίνει και δεν μας δίνει.

Η χώρα Κύπρος, η πατρίδα μας, δεν ήταν η μόνη «που βίωνε για τόσα χρόνια» ψευδαισθήσεις. Κι εκεί που νομίζεις πως δουλειά της πατρίδας είναι να υποστηρίζει και να προφυλάγει τους υπηκόους της, ρουφήξαμε εν τέλει όλοι απ’ αυτό το κατιτί που πίνει και δεν μας δίνει.

Ψευδαισθήσεις λοιπόν. Ψευδαισθήσεις πως ρίχνοντας το ευρωπουλάκι σου στο παγκάρι, εξαγοράζεις την εύνοια κάποιου θεού. Πώς ότι δηλώσεις είσαι: Αξιοπρεπής; Μορφωμένος; Τίμιος; Τι θες; Πώς όλοι οι πολιτικοί είναι «καλά πλάσματα» και δουλεύουν για πάρτι μας. Πώς οι τράπεζες είναι αξιόπιστα ιδρύματα, πάνω στα οποία μπορείς να βασιστείς. Πώς άμα γραπώσεις θέση στο δημόσιο την έκανες. Πώς άμα έχεις ακριβό αυτοκίνητο κάνεις καλύτερο σεξ. Πώς άμα έχεις αλλοδαπή, aka «κοπέλα», να σου μεγαλώνει τα παιδιά σου, αυτά είναι ευτυχισμένα. Πώς άμα έχεις συγγενείς/φίλους/γνωστούς σε κάποια θέση-κλειδί αυτό είναι αρκετό για να ανελιχθείς ή απλά να κάνεις την δουλειά σου.

Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι εννοούν αυτοί που μιλάνε για «το τέλος των ψευδαισθήσεων». Μήπως εννοούν το πάρτι που τελείωσε; Είστε σίγουροι, κύριοι, πώς το πάρτι τελείωσε; Για ποιους; Γι’ αυτούς που ακόμα και σήμερα ζητάνε τα ρέστα και μία σακούλα για να πάρουν στο σπίτι τ’ αποφάγια που ξέμειναν, για το… σκυλάκι; Το πάρτι τελείωσε, οι ψευδαισθήσεις τελείωσαν, για ποιους ακριβώς; Τον κόσμο που χρεώθηκε για ένα σπίτι των 90 τετραγωνικών και ξεχρέωνε δάνεια και φόρους στην ώρα του; Τον κόσμο που δεν ξεγέλασε κανένα και δούλευε οκτάωρο και πίστευε/προσπαθούσε για ένα καλύτερο αύριο;

Όχι, κύριοι, το τέλος των ψευδαισθήσεων δεν έχει έρθει ακόμη. Το ξεσκέπασμα των ψευδαισθήσεων ίσως ναι, αλλά την κηδεία μην βιαστείτε να την οργανώσετε. Έχουμε δρόμο ακόμα.

Παραφράζοντας τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον οποίο δεν διδαχτήκαμε στο λύκειο, παραθέτουμε: «Στην Κύπρο δεν έγινε Γαλλική Επανάσταση». Πράγματι, στην Κύπρο δεν έχει υπάρξει εποχή που ο λαός να έχει επιβάλει, έστω και στοιχειωδώς, τα δικαιώματά του. Και η ευθύνη, εκφράζεται με την ανευθυνότητα της παροιμιώδους φράσης: «Εγώ θα διορθώσω το ρωμέικο;». -Ναι, κύριε, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο, στο χώρο και στον τομέα όπου βρίσκεσαι».

Οι ψευδαισθήσεις θα τελειώσουν όταν εμείς κηρύξουμε την λήξη τους. Όχι όταν μας την επιβάλλουν.

Αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό.

Χωρίς να κλυδωνιζόμαστε.

 

 

3. Όλα τριγύρω αλλάζουνε και οι ψευδαισθήσεις μένουν

Γράφει η Πέγκυ Σπινέλη

Κυρία Καθηγήτρια/Αρχισυντάκτρια, είμαι σίγουρη πως «έμεινα» γιατί μου πήρε τρεις μέρες να απαντήσω στη μαλακία με την οποία αποφασίσατε να καθορίσετε το μέλλον μου. Στην πραγματικότητα χάρη μου κάνατε. Είχα την αίσθηση πως θα περνούσα στο Πανεπιστήμιο με τις συγκεκριμένες εξετάσεις, αλλά όπως φαίνεται για να υπερασπιστείτε την ορθότητα της υπόθεσής σας, θέλετε να μετατρέψετε αυτή μου την επιθυμία σε ψευδαίσθηση. Ας είναι.

Το πρώτο κομμάτι φαντάζομαι είναι τελεσίδικο και δεν χρίζει καμίας απολύτως συζήτησης. Το αποφασίσατε μόνοι σας πως η Κύπρος είναι μια ιδιαιτερότητα κλυδωνιζόμενη, πως πέρασε πολλά αλλά δεν διδάχθηκε τίποτα και βιώνει το τέλος των ψευδαισθήσεων. Θυμάμαι πως οι γενικότητες και οι παπαρολογία είναι βασικός πυλώνας αυτού του μαθήματος, αλλά δεν θέλουμε όλοι μας να γίνουμε πολιτικοί. Παρόλα αυτά θα ασχοληθώ με το θέμα αφού ο αρχισυντάκτης περιμένει το κείμενό μου με τόση αγωνία. Διαφωνώ και θα επιχειρηματολογήσω.

Η Κύπρος έμαθε. Έμαθε πως σε αυτή η χώρα τίποτα απολύτως δεν αλλάζει. Καμία κρίση, καμιά διαφθορά, καμιά καταγγελία, δεν πρόκειται να κάνει του έχοντας εξουσία να τη χάσουν και τους έχοντας δίκαιο να δικαιωθούν. Οπότε και ως εκ τούτου, αγαπημένη μου Καθηγήτρια/Αρχισυντάκτρια, η Κύπρος διδάχθηκε πως ο επιμένων νικά. Πώς ότι έχτισε με τόσο κόπο όλα αυτά τα χρόνια, δεν πρόκειται να αλλάξει για ένα κούρεμα, μια έκρηξη ή μια οφθαλμοφανέστατη λαμογιά. Σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, οι αλλαγές γίνονται πολύ αργά -βασανιστικά- και μόνο όταν είναι συμφέρουσες για τα μεγάλα συμφέροντα. Έχουμε νοοτροπία, κουλτούρα και άποψη που δεν πρόκειται να αλλάξουμε για να γίνουμε... πιο καλοί ή πιο πολιτισμένοι. Σιριουσλι, γιατί θα έπρεπε εξάλλου; Οι πολιτικοί καταγγέλονται αλλά είναι ακόμη εκεί, οι δημόσιοι αξιωματούχοι ξεφτιλίζονται αλλά ακόμη είναι εκεί, ο Πρόεδρος είναι ακόμη εκεί αλλά αλλού ξημερωμένος. Οι άνεργοι είναι πολλοί αλλά οι αγγελίες για δουλειές αυξάνονται, η ανέχεια μεγάλη αλλά ο Πρωταράς και φέτος είναι fully booked για το τριήμερο.

Αυτό λοιπόν που μας διδάσκει αυτή η επιμονή στην τελειότητα είναι πως όταν κάτι λειτουργεί δεν το αλλάζεις, το τελειοποιείς. Για αυτό και οι πολιτικοί με περισσότεροι αναισχυντία, αδιαφορία και σταρχιδιατισμό συνεχίζουν να κάνουν ότι έκαναν και πριν, απερίφραστα και χωρίς καμία ντροπή. Παλαιότερα θα προσπαθούσαν να κρυφτούν. Πλέον ούτε για αυτό υπάρχει λόγος. Άρα μάθαμε. 

Όσο για το τέλος των ψευδαισθήσεων, ακόμη υπάρχουν ψευδαισθήσεις και καλά κρατούν. Η ψευδαίσθηση πως υπάρχει κάτι καλύτερο και το αξίζουμε υπάρχει. Αν όχι εδώ, τότε κάπου, αλλά και ακόμη και εκεί δεν είναι ψευδαίσθηση πως μπορούμε να το κατακτήσουμε.

Υ.Γ. Παραδέχομαι πως τα conspiracy theories και το House of Cards με έχουν επηρεάσει αλλά προτιμώ αυτή την πολιτική από τα πουλάκια του Αβέρωφ στο twitter, αντιλαμβάνεσαι.

Υ.Γ. By the way το παγκόσμιο, κινούμενο και κλυδωνιζόμενο πλαίσιο χέστηκε για την ιδιαιτερότητα της Κύπρου. Δεν είναι ο ομφαλός της Γης. Ακόμη μια παρατήρηση που επιβεβαιώνει πως το τέλος των ψευδαισθήσεων ακόμη δεν έχει επέλθει, τουλάχιστον εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει αλλαγή… στη νοοτροπία αυτών που υποτίθεται πως την καθορίζουν.

Υ.Γ. Τα φιλιά μου και καλά να περάσετε στο Bliss.

 

 

4. Παγκύπριες: Το τέλος των ψευδαισθήσεων

Γράφει ο Λόρδος Είρων / sotiranews.com

«Ο μεγαλύτερος εχθρός της γνώσης δεν είναι η άγνοια, είναι η ψευδαίσθηση της γνώσης». Τάδε έφη Stephen Hawking.

Για την ιστορία, 8.614 τελειόφοιτοι μαθητές σήμερα, στις 8 η ώρα βίωσαν την πρώτη ψυχρολουσία τους, στην σκληρή πραγματικότητα που ονομάζεται «κυπριακή κοινωνία». Ένιωσαν τους κόπους τους να χαραμίζονται, αντικρύζοντας ένα θέμα που ζητούσε λίγο-πολύ την κριτική τους σκέψη. Την ποια;

Είναι ομολογουμένως αποδεκτό και αναμφισβήτητο ότι τα σχολεία μας, δημόσια ή ιδιωτικά, ΔΕΝ προσφέρουν την απαραίτητη, την επαρκή, την ποιοτική ή-όπως-άλλως-θέλετε-αποκαλέστε-την γνώση στους Κύπριους μαθητές μας. Μερικά 45λεπτα μαθήματα την εβδομάδα που δεν είναι ικανά να καλύψουν ούτε τη βασική ύλη, μαθητές φιλομαθείς και μη, καθηγητές-μαθουσάλες, σκονισμένοι και αποκαμωμένοι από το βάρος της αρχαΐζουσας γραμματείας, ενθυμούμενοι την αίγλη της δικής τους εποχής με τις δασείες και τις βέργες, αντιστρατεύονται μια γενιά «ατίθαση» και «αναρχική», τη γενιά του σνάπτσατ και του χάσταγκ. Όλα αυτά ανασυνθέτουν το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα. Και ως άλλος σωτήρας, ωσάν απομηχανής θεός εμφανίζεται εν είδει λυτρωτή ο Υπουργός Παιδείας, που με αφράτες υποσχέσεις, δεσμεύεται την αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος και την υλοποίηση αυτών των καταραμένων μεταρρυθμίσεων που εδώ και 40 χρόνια μπαινοβγαίνουν στα προεκλογικά συρτάρια της εκάστοτε κυβέρνησης. Οι συνδικαλιστές φωνάζουν, απεργούν, ο υπουργός καλεί για συζήτηση και οι μαθητές τρέφουν ψευδαισθήσεις.

Σήμερα, που λέτε, 8.614 μαθητές πήραν τη γεύση της αποκαλούμενης μεταρρυθμίσεως. Μεταρρυθμίστηκε πλήρως το γραπτό των Παγκυπρίων Εξετάσεων! Μεταρρύθμιση δε θέλατε; Δεν πίστευα για τη δυσκολία του γραπτού, μέχρι που ιδίοις όμμασι διαπίστωσα πως το θέμα της έκθεσης θα δυσκόλευε ακόμα και ένα ενήλικα, πόσω μάλλον ένας τελειόφοιτο μαθητή που καλείται να καθορίσει το μέλλον του μέσα σε τρεις ώρες. Ένα τελειόφοιτο μαθητή που για 12 ολόκληρα χρόνια -3χιλιάδες κάτι ώρες από τη ζωή του- πηγαινοέρχεται στο σχολείο με μια βαλίτσα γεμάτη όνειρα και αναμνήσεις, με ένα θρανίο φορτωμένο με μαθητικούς έρωτες και ανούσια κιτρινισμένα βιβλία, με ένα μυαλό γεμάτο απορίες και μια καρδιά γεμάτη αισθήματα, με μια εφηβική ηλικία γεμάτη αντίδραση και «κανόνες», ένα τελειόφοιτο μαθητή που για ένα χρόνο βλέπει τον ιδρώτα του να στάζει σταγόνα-σταγόνα πάνω από φυσικο-μαθηματικο-ελληνικο-βιολογικο-χημείες, ένα μαθητή που παίρνει βιταμίνες και μένει ξάγρυπνος για να αποστηθίσει το τελευταίο κεφάλαιο, για ένα παιδί που θέλει να μάθει γιαπωνέζικα, να κάνει ζωγραφιές, να αγοράσει ένα Daniel Wellington με την προϋπόθεση να πάρει καλούς βαθμούς στις παγκύπριες, ένα παιδί που του φτιάχνουν άλλοι ένα κόσμο στον οποίο υποχρεώνεται να επιβιώσει.

Δεν είμαι έφηβος, ήμουν 13 χρόνια πριν, όμως βλέπω στα μάτια αυτά την αγωνία και τη σαστιμάρα, το άγχος και την ελπίδα για την επιτυχία. Βλέπω στα μάτια αυτά να ζωγραφίζεται ένας κόσμος διαφορετικός από αυτόν που ζουν, ένας κόσμος με χρώμα, έρωτες και δωρεάν WiFi! Κι όμως μια μέρα, τα όνειρα αυτών των παιδιών γίνονται θρύψαλλα σε ένα σύστημα που τους φτιάξαμε και τους παραδώσαμε, σε ένα κόσμο που τον κατακρεουργήσαμε, σε μία χώρα που μερικοί 60ρηδες πολιτικοί, τραπεζίτες, χρηματιστές και ντιβέλοπερς ισοπέδωσαν. Σε μια χώρα των αξιογράφων, της καλοπέρασης, των απλήρωτων δανείων, των οκέλλων, των Cayenne, του Μαρί, της εισβολής, των μπούκκικων, των πραξικοπημάτων, της τρόικας, του βομβαρδισμένου προεδρικού, των φανατισμένων κερκίδων, των χρεοκοπημένων τραπεζών, των χούλιγκαν, της ευμάρειας, της πισίνας, του λαϊφστάιλ, της ματαιοδοξίας, της μίζας, του μαύρου χρήματος, του λαδωμένου πολιτικού, της γεμάτης καφετέριας, της τριτοκοσμικής μας παιδείας.

Σε αυτή τη χώρα φέραμε αυτά τα παιδιά. Δεν τα ρωτήσαμε, αλλά μια μέρα τους ζητήσαμε να κάνουν μια αυτοκριτική. Τη δική μας αυτοκριτική που ποτέ δεν τολμήσαμε να κάνουμε. Τους ζητήσαμε να απολογηθούν για όσα εμείς πράξαμε. Τους ζητήσαμε να πουν συγγνώμη για τις ψευδαισθήσεις που ζούσε τόσα χρόνια η πατρίδα μας. Και με την απαίτηση αυτή να είναι η μόνη τους ευκαιρία που θα καθορίσει το μέλλον τους. Γιατί; Επειδή έτσι μάθαμε. Να πληρώνουν τα λάθη μας πάντα οι νεότεροι!

Είναι τραγικά ειρωνικό, όμως μερικά από αυτά τα παιδιά μέσα από τα πολλά που έμαθαν για τη σημερινή εξέταση ήταν και ένα χαριτωμένα αισιόδοξο απόφθεγμα, το οποίο αποστήθισαν για να το χρησιμοποιήσουν σε κάποια ενδεχόμενη σημερινή έκθεση: «Τον κόσμο αυτό δεν τον κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, τον δανειστήκαμε από τα παιδιά μας». Τώρα, κείτεται τσαλακωμένο στον κάλαθο μαζί με τις ελπίδες, τις προδοσίες και τις προσδοκίες τους.

Επιμύθιο περιττεύει!


Σχετικα

10 Μύθοι για τον Κυπριακό Στρατό που Περνάνε από Γενιά σε Γενιά

Ιστορίες από τα Χρυσά Χρόνια των Κυπριακών Αερογραμμών

Η ζωή ενός Κύπριου ταξιτζή

Κάναμε 11 «αδιάκριτες» ερωτήσεις σε έναν Κύπριο ιατροδικαστή

Ποιο είναι το πιο άκυρο μέρος που έχεις (απο)κοιμηθεί;

7 πράγματα που συμβαίνουν στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο