Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας μπορεί να γίνει ευκολότερη όταν δίνουμε μεγαλύτερη προσοχή στους ήχους της και λιγότερη στην αποστήθιση λέξεων και γραμματικών κανόνων, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι που παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευχέρεια στην εκμάθηση ξένων γλωσσών επεξεργάζονται τους άγνωστους ήχους της ομιλίας με διαφορετικό τρόπο, γεγονός που τους επιτρέπει να αποκτούν ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σωστή προφορά.
Συνήθως, όταν κάποιος μαθαίνει μια νέα γλώσσα, επιχειρεί να αναγνωρίσει τους ήχους της με βάση εκείνους της μητρικής του. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαφορές στην προφορά και τα φωνητικά χαρακτηριστικά των δύο γλωσσών, τόσο δυσκολότερη μπορεί να αποδειχθεί η διαδικασία.
Ωστόσο, οι άνθρωποι με αυξημένη ακουστική ακρίβεια φαίνεται ότι μπορούν να ξεπεράσουν ευκολότερα αυτό το εμπόδιο.
Τι έδειξε η μελέτη για τις ξένες γλώσσες και τον εγκέφαλο
Ερευνητές του University College London (UCL) και του Πανεπιστημίου Τοχόκου στην Ιαπωνία εξέτασαν 67 Ιάπωνες που μάθαιναν αγγλικά, αξιολογώντας την ικανότητά τους να εντοπίζουν μικρές διαφοροποιήσεις στο ύψος, τη διάρκεια και τον τόνο ήχων που δεν αποτελούσαν ομιλία.
Παράλληλα, χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία, κατέγραψαν την εγκεφαλική τους δραστηριότητα κατά την αναγνώριση αγγλικών φωνηέντων που δεν υπάρχουν στην ιαπωνική γλώσσα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι διέθεταν μεγαλύτερη ακουστική ακρίβεια μάθαιναν ταχύτερα τη σωστή προφορά, βασιζόμενοι λιγότερο στις εγκεφαλικές περιοχές που συνδέονται με την επεξεργασία της μητρικής γλώσσας.
Αντίθετα, όσοι παρουσίαζαν χαμηλότερη ακουστική ακρίβεια χρησιμοποιούσαν περισσότερο τα ήδη γνωστά πρότυπα προφοράς, δυσκολευόμενοι να διακρίνουν τους νέους ήχους.