Η Σοφία μάς ταξιδεύει στα κυπριακά καλοκαίρια των '80s

Η μίνι σειρά «Once Upon a Summer» ξεκίνησε από τις αφηγήσεις του πατέρα της για τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στη Σκαρίνου και μεταμορφώθηκε σε μικρά κλιπ γεμάτα περιπέτειες, παιδική περιέργεια και εκείνη την ανεμελιά που σήμερα είναι ξεχασμένη.

Article featured image
Article featured image

Εκεί που χάζευα στο Instagram, το μάτι μου σταμάτησε σε ένα βίντεο με εικόνες από την Κύπρο μιας άλλης δεκαετίας. Το βίντεο απεικόνιζε δύο μικρά αγόρια να παρακολουθούν, κρυμμένα πίσω από τον σταυρό ενός τάφου, μια περίεργη ανθρώπινη κινητικότητα σε ένα νεκροταφείο. Όταν άρχισα να ψάχνω από πού προέρχεται η συγκεκριμένη σκηνή, ανακάλυψα πως δεν επρόκειτο απλώς για μια αναπαράσταση, αλλά για ένα κλιπ από μια μίνι σειρά εμπνευσμένη από πραγματικές ιστορίες, οι οποίες μέσα από τη μυθοπλασία αποκτούν ζωή. Πρόκειται για τη μίνι σειρά «Once Upon a Summer» της σκηνοθέτιδας Σοφίας Μαυρομιχάλη.

Το «Once Upon a Summer» ξεκίνησε από τις αφηγήσεις του πατέρα της για τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων στη Σκαρίνου και μεταμορφώθηκε σε μικρά κλιπ γεμάτα περιπέτειες, παιδική περιέργεια και εκείνη την ανεμελιά που σήμερα είναι ξεχασμένη ή ακόμη, κάπου καταχωνιασμένη ανάμεσα στις οθόνες των κινητών. Η Σοφία, που το 2024 τιμήθηκε από τα Βραβεία ΘΟΚ ως «Νέος Δημιουργός της Χρονιάς», μας ταξιδεύει πίσω σε ένα καλοκαίρι που μπορεί να μην έζησε η ίδια, αλλά μέσα από αφηγήσεις κατάφερε να το φανταστεί και να στήσει μια κινηματογραφική ιδέα, πίσω από την οποία κρύβεται πολλή δουλειά και μια μεγάλη ομάδα συνεργατών.



Το μεγάλο στοίχημα τώρα, όπως μας λέει, είναι αυτό το καλοκαίρι να βρει τον δρόμο του προς την οθόνη, αλλά και να ταξιδέψει πέρα από τα σύνορα της Κύπρου. Η Σοφία μιλά στη CITY για τα καλοκαίρια και την ιδέα πίσω από το «Once Upon a Summer», καθώς και για τη χαμένη αθωότητα και παιδικότητα της δικής μας εποχής.

ADB32BB6-0427-4D71-A015-3FD9C8BE342F.jpeg
Η Σοφία Μαυρομιχάλη.



Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το “Once
Upon a Summer”;

Η ιδέα γεννήθηκε από μια ανάγκη να δημιουργήσω έναν κόσμο για τον οποίο άκουγα μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών μου. Δεν θα κρύψω πως έχω μια τάση να νοσταλγώ εποχές τις οποίες δεν έχω βιώσει, αλλά που, με έναν περίεργο τρόπο, είναι σαν να τις έχω ζήσει μέσα από τις τόσο ζωντανές εικόνες που έχω στο μυαλό μου.

Επίσης, δεν θα κρύψω πως θα ήθελα, με κάποιον μαγικό τρόπο, να μπορούσα να γνωρίσω τον μικρό Μιχαλάκη, τον πατέρα μου, και τη μικρή Βαρβάρα, τη μητέρα μου. Στη συγκεκριμένη προσπάθεια αποφάσισα να εστιάσω στον έναν από τους δύο, παρόλο που έχω αρκετό υλικό για να γράψω και για τους δύο.

Ο πατέρας μου πάντα μού περιέγραφε με ιδιαίτερη χαρά τα καλοκαίρια που περνούσε στη Σκαρίνου με τον ξάδερφό του, τον Λάκη. Το πώς είχαν μετατρέψει το νεκροταφείο του χωριού σε φρούριό τους, το πώς έφτιαξαν το δικό τους δεντρόσπιτο, τις ζαβολιές τους, τις περιπέτειές τους και, πάνω απ’ όλα, την ξεγνοιασιά τους.

Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να βιώσω κι εγώ αυτήν την ξεγνοιασιά. Και τότε αποφάσισα να δημιουργήσω ξανά αυτήν τη συνθήκη μέσα από μια κινηματογραφική σειρά. Η νοσταλγία είναι, για μένα, ένα από τα πιο όμορφα συναισθήματα και ήθελα πολύ να τη μοιραστώ με ανθρώπους του τόπου μας.

Η σειρά βασίζεται επίσης σε ένα σενάριο που είχε γράψει ο πατέρας μου και αφορά τους ενήλικες της οικογένειας. Εμένα, όμως, με γοήτευσε η ιδέα να δούμε αυτόν τον κόσμο μέσα από την οπτική των παιδιών. Να φιλτράρονται όλα μέσα από το πρίσμα της αθωότητας, της περιέργειας και της παιδικής φαντασίας. Για αρχή κατάφερα να μεταφέρω όλο αυτό στον σύζυγό μου, ο οποίος το αγκάλιασε με τον ίδιο ενθουσιασμό και αποφάσισε να με βοηθήσει να το μεταφέρουμε στο χαρτί. Κάπως έτσι γεννήθηκε το Once Upon a Summer.

IMG_0053.jpeg



Πέρα όμως από τις προσωπικές αναφορές, υπήρχε μέσα μας και μια βαθύτερη ανάγκη: να αναδείξουμε όχι μόνο το νησί μας, αλλά και κάποια από τα όμορφα στοιχεία μιας άλλης εποχής. Να δημιουργήσουμε κάτι που θα ενώσει ανθρώπους γύρω από κοινές αναμνήσεις και, γιατί όχι, να μπορέσει να ταξιδέψει και στο εξωτερικό.

Θέλουμε να δείξουμε τις ομορφιές της Κύπρου, τους ανθρώπους της, την κουλτούρα μας, αλλά και τον θεσμό της κυπριακής οικογένειας κάτι για το οποίο προσωπικά νιώθω αφάνταστα τυχερή.

Ο πατέρας μου πάντα μού περιέγραφε με ιδιαίτερη χαρά τα καλοκαίρια που περνούσε στη Σκαρίνου με τον ξάδερφό του, τον Λάκη. Το πώς είχαν μετατρέψει το νεκροταφείο του χωριού σε φρούριό τους, το πώς έφτιαξαν το δικό τους δεντρόσπιτο, τις ζαβολιές τους, τις περιπέτειές τους και, πάνω απ’ όλα, την ξεγνοιασιά τους. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να βιώσω κι εγώ αυτήν την ξεγνοιασιά. Και τότε αποφάσισα να δημιουργήσω ξανά αυτήν τη συνθήκη μέσα από μια κινηματογραφική σειρά.



Πώς ήταν η δημιουργική διαδικασία;

Καταρχάς, να πω πως ήταν μία από τις πιο ευχάριστες δημιουργικές διαδικασίες που έχω ζήσει. Μετά τη συγγραφή του πρώτου επεισοδίου, η πρώτη μας επαφή έγινε με διάφορους γνωστούς και πολύ αγαπημένους ηθοποιούς και ανθρώπους που θα βρίσκονταν πίσω από τις κάμερες.

Μία από τις πιο διασκεδαστικές διαδικασίες ήταν οι ακροάσεις για την επιλογή των παιδιών. Είναι πραγματικά απίστευτο να βλέπεις πόσο δυνατό ένστικτο και πόση αλήθεια κουβαλούν αυτά τα μικρά ανθρωπάκια.

Πριν καταλήξουμε στην εικόνα που θέλαμε να δημιουργήσουμε, κάναμε μεγάλη έρευνα γύρω από το πώς έμοιαζαν πραγματικά τα ’80s στην Κύπρο. Νομίζω πως υπάρχει μια μικρή ψευδαίσθηση γύρω από την αισθητική και τη μόδα της εποχής. Η σειρά διαδραματίζεται το 1984 και στην Κύπρο τότε υπήρχαν ακόμη πολύ έντονες επιρροές από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές του ’80. Δεν ήταν ακόμη παντού οι βάτες και όλη αυτή η πιο «φανταζί» αισθητική που έχουμε συνδέσει σήμερα με τα ’80s.



Κάτι που αγαπώ ιδιαίτερα είναι ότι όλα τα ρούχα που χρησιμοποιήθηκαν στο trailer είναι αυθεντικά κομμάτια της εποχής. Τα περισσότερα τα παραγγείλαμε από το εξωτερικό, ενώ κάποια τα ανακαλύψαμε σε βεστιάρια και παλιά καταστήματα εδώ στην Κύπρο.

Αφού ολοκληρώσαμε το sourcing των ρούχων, ακολούθησε το location scouting. Τελικά καταλήξαμε στο χωριό μου, τη Σκαρίνου, όπου βρίσκεται και το βασικό μας location: το σπίτι των προπάππων μου. Επιλέξαμε επίσης την Τόχνη, τόσο για τη γραφικότητά της όσο και για την κοντινή της απόσταση από τη Σκαρίνου.

Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2023 και ήταν ένα απίστευτο διήμερο, γεμάτο δημιουργικότητα, νέες γνωριμίες και πολλή διασκέδαση. Ίσως αυτό που θυμάμαι πιο έντονα είναι το συναίσθημα τού να βλέπω ξαφνικά έναν κόσμο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο στο μυαλό μας και στο χαρτί, να ζωντανεύει μπροστά μας.

IMG_0061.jpeg



Πόσο δύσκολο ήταν να μετατρέψεις τις προσωπικές εξιστορήσεις σε σειρά;

Καθόλου δύσκολο, όλως περιέργως. Ίσα ίσα, η γλαφυρότητα με την οποία μας περιέγραφαν αυτές τις ιστορίες και τις «περιπέτειές» τους μάς ενέπνευσε ακόμη περισσότερο και μας έδωσε τροφή για να δημιουργήσουμε καινούργιες.

Να διευκρινίσω, βέβαια, πως η σειρά είναι εμπνευσμένη από πραγματικές ιστορίες, αλλά κατά κύριο λόγο πρόκειται για μυθοπλασία. Αυτό που κρατήσαμε περισσότερο από τις αφηγήσεις τους ήταν η αίσθηση: η ξεγνοιασιά, η περιέργεια, οι σκανταλιές, ο τρόπος που δύο παιδιά έβλεπαν και ανακάλυπταν τον κόσμο γύρω τους. Πάνω σε αυτήν τη βάση αφήσαμε τη φαντασία μας ελεύθερη και δημιουργήσαμε τις δικές μας ιστορίες.

IMG_0062.jpeg



Ποιο είναι το μήνυμα που θέλεις να αφήσεις μέσα από αυτό έργο;

Θα ήθελα μέσα από τη σειρά να θυμηθούμε λίγο την ουσιαστική επαφή που είχαν οι άνθρωποι μεταξύ τους εκείνη την εποχή, αλλά και την αθωότητα που υπήρχε, ιδιαίτερα μέσα από τα μάτια των παιδιών. Την εποχή που οι παρέες δημιουργούνταν στις γειτονιές, που τα παιδιά ανακάλυπταν τον κόσμο έξω από το σπίτι και που οι ανθρώπινες σχέσεις είχαν ίσως περισσότερο χώρο και χρόνο.

Δεν θέλω να εξιδανικεύσω το παρελθόν ούτε να πω πως όλα ήταν καλύτερα τότε. Περισσότερο θα ήθελα να θυμηθούμε κάποια όμορφα πράγματα που ίσως έχουμε χάσει στην πορεία: την ξεγνοιασιά, την περιέργεια, την πραγματική επαφή και τη χαρά που μπορούσε να κρύβεται στα πιο απλά πράγματα. Ίσως τελικά το μήνυμα της σειράς είναι να μη χάσουμε εντελώς το παιδί που κάποτε υπήρξαμε.

IMG_0057.jpeg


Θα ήθελα μέσα από τη σειρά να θυμηθούμε λίγο την ουσιαστική επαφή που είχαν οι άνθρωποι μεταξύ τους εκείνη την εποχή, αλλά και την αθωότητα που υπήρχε, ιδιαίτερα μέσα από τα μάτια των παιδιών. Την εποχή που οι παρέες δημιουργούνταν στις γειτονιές, που τα παιδιά ανακάλυπταν τον κόσμο έξω από το σπίτι και που οι ανθρώπινες σχέσεις είχαν ίσως περισσότερο χώρο και χρόνο.



Σήμερα τα παιδιά μεγαλώνουν πολύ διαφορετικά σε σχέση με προηγούμενες γενιές. Πιστεύεις ότι έχει χαθεί η αθωότητα και η ανεμελιά των καλοκαιριών όπως τα ζούσαν σε άλλες εποχές ;

Θα είμαι ειλικρινής και θα πω πως ναι, πιστεύω ότι έχει χαθεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Οι εποχές έχουν αλλάξει και οι κίνδυνοι που υπάρχουν σήμερα δεν επιτρέπουν ίσως στους γονείς να δώσουν στα παιδιά την ελευθερία που είχαν οι προηγούμενες γενιές.

Παράλληλα, θεωρώ πως σημαντικό ρόλο παίζουν τα social media και γενικότερα η τεχνολογία – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι. Η υπερέκθεση, όμως, και η τόσο εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες, εικόνες και καταστάσεις που ένα παιδί ίσως δεν είναι ακόμη έτοιμο να διαχειριστεί, θεωρώ πως αφαιρούν κάτι από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Και μαζί με την αθωότητα, χάνεται λίγο και το μυστήριο.

Το μυστήριο είναι, για μένα, το αλάτι της ζωής. Είναι αυτό που γεννά την περιέργεια, που σε κάνει να θέλεις να ανακαλύψεις, να φανταστείς, να περιμένεις. Και ίσως σήμερα, επειδή έχουμε σχεδόν τα πάντα διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή, έχουμε χάσει λίγο αυτήν την προσμονή και την ικανότητα να ενθουσιαζόμαστε με τα απλά πράγματα. Αυτό, προσωπικά, με στεναχωρεί.

Ίσως γι’ αυτό μέσα από το Once Upon a Summer θέλω να επιστρέψουμε, έστω και για λίγο, σε εκείνη την αίσθηση ότι ο κόσμος ήταν γεμάτος πράγματα που περίμεναν να τα ανακαλύψεις.



Ζούμε σε μια εποχή που τα καλοκαίρια καταγράφονται περισσότερο απ’ ό,τι βιώνονται. Τι θεωρείς ότι έχουμε χάσει;

Έχουμε χάσει τις στρωματσάδες στις ταράτσες, τις βραδιές που μαζευόμασταν όλοι κάτω από τα αστέρια και λέγαμε ιστορίες, τη μαγεία των καλοκαιρινών διακοπών και, κυρίως, την προσμονή τους. Τα ανέγγιχτα τοπία, τη γραφικότητα των ακτών, το πώς μπορούσαμε να χαθούμε στον ρυθμό της μουσικής, τις αυθεντικές ντίσκο, τη διάθεση για περιπέτεια.

Νομίζω, όμως, πως περισσότερο απ’ όλα έχουμε χάσει λίγο την ικανότητα να γευόμαστε την κάθε στιγμή χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να την καταγράψουμε. Να είμαστε κάπου χωρίς να χρειάζεται να το γνωρίζει κανείς άλλος. Να ζούμε κάτι γνωρίζοντας ότι μπορεί να μείνει μόνο στη μνήμη μας.

Και ίσως τελικά αυτό να έκανε εκείνα τα καλοκαίρια τόσο μαγικά: το ότι δεν προσπαθούσαμε να τα κρατήσουμε. Απλώς τα ζούσαμε.

Περισσότερο απ’ όλα έχουμε χάσει λίγο την ικανότητα να γευόμαστε την κάθε στιγμή χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να την καταγράψουμε. Να είμαστε κάπου χωρίς να χρειάζεται να το γνωρίζει κανείς άλλος. Να ζούμε κάτι γνωρίζοντας ότι μπορεί να μείνει μόνο στη μνήμη μας.



Ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι για το “Once Upon a Summer “ όσον αφορά την προβολή και την πορεία της σειράς;

Ο επόμενος στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από το να καταφέρουμε να βρούμε τον τρόπο ώστε το Once Upon a Summer να γίνει πραγματικότητα. Πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι να εξασφαλιστεί ο κατάλληλος προϋπολογισμός, ώστε η σειρά να δημιουργηθεί όπως ακριβώς την έχουμε οραματιστεί, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα, και να έχει τις προδιαγραφές για να μπορέσει πραγματικά να ταξιδέψει και εκτός Κύπρου.

Παράλληλα, θέλουμε να δημιουργήσουμε ένα community γύρω από το Once Upon a Summer. Έναν κόσμο ανθρώπων που θα συνδεθούν με τις ιστορίες, τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία που κουβαλά η σειρά και θα θελήσουν να γίνουν μέρος αυτού του ταξιδιού.

Το όνειρο είναι να ξεκινήσει από την Κύπρο, αλλά να μη σταματήσει εδώ.

IMG_0055.jpeg



Πιστεύεις ότι η Κύπρος ως χώρος προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για να δράσει και να αναπτυχθεί καλλιτεχνικά ένας δημιουργός;

Πιστεύω ότι υπάρχει μεγάλη προοπτική, αλλά χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά. Θεωρώ πως η Κύπρος είναι ένας τόπος που καλλιτεχνικά μπορεί να δώσει χώρο σε νέους ανθρώπους και νέες ιδέες. Αυτό που ίσως χρειαζόμαστε περισσότερο είναι τα κατάλληλα κίνητρα, ώστε οι νέοι δημιουργοί να συνεχίζουν να διψούν για εξέλιξη και να θέτουν συνεχώς τον πήχη ψηλότερα.

Έχω παρακολουθήσει καλλιτεχνικά δρώμενα στην Κύπρο που πραγματικά με έχουν συγκινήσει και που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από αντίστοιχες παραγωγές μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών. Το ταλέντο και η δημιουργικότητα υπάρχουν.

IMG_0058.jpeg



Από την άλλη, όταν η οικονομική στήριξη είναι περιορισμένη, είναι πολύ εύκολο ένας δημιουργός να κουραστεί, να χάσει το κίνητρό του ή να αναγκαστεί να συμβιβαστεί με κάτι λιγότερο από αυτό που πραγματικά θα μπορούσε να δημιουργήσει. Και θεωρώ πως εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις μας: να μη συνηθίσουμε ποτέ το «αρκετά καλό», αλλά να συνεχίσουμε να διεκδικούμε το εξαιρετικό.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Article featured image

Ο Στέφανος, ο Μάρκος και ο Ορέστης έφτιαξαν ένα brand ρούχων εμπνευσμένο από την Κύπρο (και το ποδόσφαιρο)

Article featured image

Ο Δημήτριος σερβίρει παγωμένο latte με κυπριακό τριαντάφυλλο στο βόρειο Λονδίνο

Article featured image

Yann Tiersen, τι σου συμβαίνει;