Άποψη
Ποιος διοικεί τελικά τον (κυπριακό) πολιτισμό;
Η πραγματική ικανότητα ενός πολιτιστικού θεσμού δεν ορίζεται από τη συγκεντρωμένη εξουσία στην κορυφή, αλλά από το αν οι άνθρωποι και οι δομές που διαχειρίζονται και παράγουν πολιτισμό, μπορούν πράγματι να ασκήσουν την ευθύνη που τους έχει ανατεθεί.
Τις τελευταίες ημέρες, οι εξελίξεις στο Υφυπουργείο Πολιτισμού φέρνουν ξανά στο προσκήνιο ζητήματα ως προς τις διοικητικές δομές που είχαν ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις στον προγραμματισμό και απορρύθμιση του πολιτιστικού προγραμματισμού της χρονιάς. Πιο συγκεκριμένα, όμως, τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου στο Υφυπουργείο, η επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομικών από τον Γενικό Διευθυντή, η στάση εργασίας του προσωπικού και η ανάκληση της επιστολής, αν και θεωρούνται λήξαντα σε διοικητικό επίπεδο, αναδεικνύουν ένα πολύ σημαντικό ερώτημα που παραμένει: πώς πρέπει να λειτουργεί το Υφυπουργείο Πολιτισμού και ποιος εν τέλει «διοικεί» τον πολιτισμό της Κύπρου;
Ωστόσο, πριν απαντηθεί πρακτικά το πιο πάνω ερώτημα, κρίνεται απαραίτητο για σκοπούς ιστορικής εγκυρότητας, να θυμηθούμε για ποιο λόγο και κάτω από ποιες εντολές νομοθετήθηκε η δημιουργία του Υφυπουργείου Πολιτισμού, όχι και τόσα χρόνια πριν. Ο ιδρυτικός νόμος αναγνωρίζει την ανάγκη για μια νέα διοικητική δομή καθότι οι μέχρι τότε διοικητικές υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούσαν τον πολιτισμό, ήταν διάσπαρτες· αναφέρει επίσης ότι «η ενθάρρυνση και ενίσχυση κατά τρόπο συστηματικό, συγκροτημένο και οργανωμένο της καλλιτεχνικής και εν γένει πολιτιστικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας εμπίπτει στους στόχους της πολιτείας». Με άλλα λόγια, το Υφυπουργείο ήταν το μέσο για να αποκτήσει ο πολιτισμός ενιαία στρατηγική και θεσμική παρουσία.
Η δημιουργία του Υφυπουργείου, όμως, δεν σήμαινε και κατάργηση των επιμέρους τμημάτων που προϋπήρχαν ούτε και της ειδικής αποστολής τους. Ο ίδιος ο ιδρυτικός νόμος προβλέπει ότι οι υπηρεσίες και τα τμήματα που μεταφέρθηκαν στο Υφυπουργείο (Πολιτιστικές Υπηρεσίες - σημερινό Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού, Υπηρεσία Κυπριακής Χειροτεχνίας, Τμήμα Αρχαιοτήτων, Κρατικό Αρχείο, Πρόγραμμα Θεατρικής Ανάπτυξης «Θυμέλη»), εντάχθηκαν σε αυτό «υπό την υφιστάμενη δομή και αρμοδιότητές τους». Η ενότητα, επομένως, αφορούσε τη δημιουργία μιας κοινής θεσμικής και διοικητικής ομπρέλας ούτως ώστε η κοινή διοίκηση να μπορεί να εξασφαλίζει συντονισμό και συνοχή, αλλά να μην αναιρεί σαφείς θεσμικές αρμοδιότητες, επιμέρους λειτουργίες και αναγκαία εξειδίκευση. Παράδειγμα του πιο πάνω μπορεί να αποτελέσει το Τμήμα Σύγχρονου Πολιτισμού, το οποίο δημιουργήθηκε ως Μορφωτική Υπηρεσία και μετέπειτα Πολιτιστικές Υπηρεσίες από το 1965 και το ίδιο το Υφυπουργείο το χαρακτηρίζει ως τον «κύριο εκφραστή της πολιτιστικής πολιτικής του κράτους όσον αφορά τον σύγχρονο πολιτισμό». Δηλαδή ένας θεσμικός μηχανισμός που έχει ως εξειδίκευση τον ίδιο τον σύγχρονο πολιτισμό και τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία.
Στον ίδιο νόμο που αναφέρει τα πιο πάνω, λοιπόν, αναφέρεται επίσης η σαφής αρμοδιότητα διοικητικής διοίκησης του Υφυπουργείου από τον Γενικό Διευθυντή. Επομένως, ο νόμος δίνει διοικητικές αρμοδιότητες στον Γενικό Διευθυντή και διατηρεί τις διακριτές αρμοδιότητες των Τμημάτων και των καθ’ ύλη διευθυντών τους. Η μια πρόβλεψη δεν μπορεί και δεν πρέπει να ακυρώνει την άλλη, ενώ ταυτόχρονα η κεντρική διοίκηση δεν πρέπει να μετατρέψει τον συντονισμό σε υποκατάσταση αρμοδιοτήτων.
Τι είναι, όμως, ο «Ελέγχων Λειτουργός» που διαβάζουμε συνεχώς τις τελευταίες μέρες; Ελέγχων λειτουργός είναι ο λειτουργός που ορίζεται κάθε χρόνο στον περί Προϋπολογισμό Νόμο ως το άτομο που έχει την ευθύνη για διαχείριση των εσόδων, δαπανών και πόρων που βρίσκονται στην αρμοδιότητά του. Εδώ ο νόμος ίδρυσης του Υφυπουργείου και ο νόμος του Προϋπολογισμού του 2026 βρίσκονται σε πλήρη θεσμική συνέπεια. Πιο κάτω ένα μικρό απόσπασμα από το παράρτημα του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2026 που αναφέρει την οικονομική ευθύνη για τα τμήματα του Υφυπουργείου.
Αφορμή της συζήτησης, λοιπόν, στάθηκε η επιστολή που στάλθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου προς το Υπουργείο Οικονομικών από την Γενικό Διευθυντή θέτοντας ζητήματα τροποποίησης στους Ελέγχοντες Λειτουργούς. Με βάση, όμως, το θεσμικό και ιστορικό πλαίσιο που παραθέσαμε και πιο πάνω, μια αλλαγή στην κατανομή ευθυνών οποιουδήποτε χαρακτήρα, και πόσω μάλλον μιας διακριτής αρμοδιότητας των τμημάτων του Υφυπουργείου, μεταβάλλει στην πράξη και την ισορροπία μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και των ίδιων των τμημάτων. Η ιδιαίτερη αυτή δομή του Υφυπουργείου επιτρέπει περισσότερες δυνατότητες εποπτείας, εσωτερικού ελέγχου και λογοδοσίας, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στη συγκέντρωση εξουσίας σε ένα μόνο σημείο και αυτό μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα σε μια σύγχρονη Κύπρο.
Είναι, ωστόσο, σημαντικό, η οργανωτική διάκριση να μην είναι μόνο στα χαρτιά και στις νομοθεσίες καθότι έχει ουσία και πραγματικό περιεχόμενο στην καθημερινή λειτουργία του Υφυπουργείου. Ένα τμήμα δηλαδή που έχει υπό την ευθύνη του έναν ολόκληρο τομέα πολιτιστικής πολιτικής, χρειάζεται και τον αντίστοιχο χώρο για να ασκήσει τα καθήκοντά του. Επί της ουσίας, όλη αυτή η συζήτηση αφορά το εάν ο θεσμικός πολιτιστικός μηχανισμός δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες η τέχνη και ο πολιτισμός μπορούν να αναπτυχθούν. Οι διοικητικές δομές υπάρχουν για να υπηρετούν αυτήν την αποστολή και όσο πιο καθαροί είναι οι ρόλοι και τα όρια μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων διοίκησης, τόσο περισσότερο η συζήτηση μπορεί να επιστρέφει εκεί που πραγματικά ανήκει: στην πολιτιστική δημιουργία και στην πρόσβαση του συνόλου των πολιτών στα αγαθά της.
Καταληκτικά, το Υφυπουργείο δημιουργήθηκε για να υπηρετεί τον πολιτισμό. Η διοίκηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συντονίζει και να λογοδοτεί και ταυτόχρονα να λειτουργεί μέσα στα θεσμικά όρια που θέτει ο ίδιος ο νόμος, χωρίς να υποκαθιστά εκείνους στους οποίους έχουν ανατεθεί συγκεκριμένες ευθύνες. Η πραγματική ικανότητα ενός πολιτιστικού θεσμού δεν ορίζεται από τη συγκεντρωμένη εξουσία στην κορυφή, αλλά από το αν οι άνθρωποι και οι δομές που διαχειρίζονται και παράγουν πολιτισμό, μπορούν πράγματι να ασκήσουν την ευθύνη που τους έχει ανατεθεί.
*Πηγές: Ιδρυτικός Νόμος Υφυπουργείου Πολιτισμού (Ν. 55(I)/2022), Κρατικός Προϋπολογισμός 2026 Τρίτος Πίνακας, Ν. 20(I)/2014 περί Δημοσιονομικής Ευθύνης και Δημοσιονομικού Πλαισίου, Υφυπουργείο Πολιτισμού, ΘΟΚ