Καλώς ήρθες παράξενε στον τόπο μου

Μπήκε αθόρυβα και πέρασε χωρίς να ενοχλήσει. Προχώρησε στο πίσω μέρος. Βρήκε ένα άδειο-ελεύθερο σκαμνάκι σε μια γωνία και κάθισε. Σχεδόν κρύφτηκε σ’ εκείνη τη γωνιά. Το φως ήταν ελάχιστο. Το χώρο του ναού φώτιζαν μόνο οι φλόγες των κεριών που έλιωναν αργά στο μανουάλι.


Αποφεύγει τις εκκλησίες και τις λειτουργίες. Δεν αντέχει τους μεγαλοπρεπείς, σύγχρονους ναούς των πόλεων που είναι φορτωμένοι τόνους μπετόν. Ούτε συμπαθεί τους χάι-τεκ ιερείς. Αυτούς που με τριμαρισμένο γένι, ολοκαίνουρια άμφια και smartphone στη τσέπη μιλούν για ταπεινότητα. Όταν νιώσει την ανάγκη για τετ-α-τετ επικοινωνία με τα θεία, τραβά στα βουνά. Σε κάτι ξεχασμένα ξωκλήσια ή σε καμιά μικρή, αρχαία εκκλησία κάποιου χωριού. Και τον παπά, τον θέλει με φθαρμένα, ξεβαμμένα ράσα. Γενειάδα ατημέλητη, πυκνή και χέρια που να δείχνουν πως, παράλληλα με το ευαγγέλιο, ασχολούνται και με χειρονακτικές ασχολίες.

Παρά την απόστασή του από την εκκλησία και τα λοιπά, τη Μεγάλη Πέμπτη πάει. Η ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης, ανέκαθεν τον συγκινούσε. Η όλη μυσταγωγία, η ατμόσφαιρα, οι στίχοι. Το μαύρο. Σταυρώνεται ένας άνθρωπος μετά από ρουφιανιό. Εντάξει, Θεάνθρωπος.

Στην πόλη όπου τον υποδέχτηκαν στρώνοντάς του χαλί. «Ευλογημένος ο ερχόμενος» φώναζαν. Μετά βαΐων και κλάδων. Ζητοκραύγαζαν. Δεν πέρασε μια βδομάδα, μάγκα μου, κι ο λαός που τον αποθέωνε, τώρα, «άρον-άρον σταύρωσον αυτόν» απαιτεί. Το φιλοθεάμον κοινό. 1981 χρόνια μετά, τα ίδια, μη νομίζεις. Το ‘χεις δει το έργο. Γραμματείς και Φαρισαίοι ακόμα στο προσκήνιο. Και οι Δικαστές, «νίπτουν τας χείρας τους». Κι εμείς, έτοιμοι. Να φορέσουμε στον άλλο το αγκάθινο στεφάνι. Να χλευάσουμε. Να διασύρουμε.

Και το φιλί που θα σε «δώσει», από δικό σου θα το πάρεις. Να ξέρεις. Τη χαρακιά στη ψυχή, που θα σε κάνει ράκος. Από αδερφό.

Μ’ αυτόν που πορεύτηκες μαζί. Που ταξίδεψες. Που μοιράστηκες το ίδιο στρώμα, το πιάτο και το ποτήρι σου. Μ’ αυτόν που είδες το θαύμα.

Και φτάνει το κρίσιμο βράδυ. Και ξέρει για την καρφωτή. Και την τελευταία μέρα στη γη, επιθυμεί να φάνε όλοι μαζί. Ωραίος. Τους ανεβάζει σε πατάρι. Για δείπνο μυστικό. Και τους είπε δυο λόγια. Σταράτα, τα λόγια, δεν τα λες, αλλά το υπονοούμενο το έπιασαν. Κι αρχίζουν τα «εγώ;» και τα «μήπως εγώ;» και «ποιος;». Η έγννοια μας το «ποιος». Πάντα. Κι ο χαφιές τα κονόμησε. Τον έδωσε στυγνά στην εξουσία.

Αλλά κι ο άλλος, ο αγαπημένος; Το καλό παιδί. Το δεξί του χέρι. Φίλος καρδιακός να σου πετύχει. Τρεις φορές τον αρνήθηκε. Πριν καν χαράξει. Στα δύσκολα σε θέλω δικέ μου. Στα δύσκολα.

Και μετά, χάνονται όλοι. Φευγιό. Μένεις μόνος. Μόνο ο προδότης φάνηκε. Κρεμόταν από μια συκιά, με τη θηλιά στο λαιμό. Μόνο ο χαφιές φάνηκε εκείνη τη νύχτα. Πόσα ευρώ να είναι άραγε τα τριάντα αργύρια;

Έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε στη φαντασία του. Τον ταξίδευαν οι ψαλμωδίες σε συνδυασμό με τις αναθυμιάσεις του θυμιατού και των κεριών. Είχε βολευτεί στη γωνιά. Καλώς ήρθες ξένε, και φέτος, στον τόπο μου...

*Ο τίτλος είναι παρμένος από το ομώνυμο τραγούδι των active member.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ