Κάθε άνοιξη θα σε ψάχνω

Πάτησε το μηδέν στο πάνελ του παλιού ασανσέρ. Ο ανελκυστήρας ξεκίνησε να κατεβαίνει θορυβώδης. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Διόρθωσε το γιακά του πουκαμίσου του και κούμπωσε το πρώτο κουμπί του καρό σακακιού του. Σταμάτησε στο ισόγειο κι οι πόρτες άνοιξαν αυτόματα. Κίνησε να βγει και παρ’ ολίγον  να συγκρουστεί με ένα έφηβο, που την ίδια ώρα, έκανε βήματα εισόδου. «Συγγνώμη κύριε. Έστελνα μήνυμα,  ήμουν αφηρημένος». Δεν του απάντησε παρά μόνο χαμογέλασε. Περπατούσε κουτσαίνοντας ελαφρώς. Έβαλε το χέρι στην αριστερή τσέπη του παντελονιού. Ήθελε να σιγουρευτεί πως το καθαρό  μαντηλάκι ήταν στη θέση του. Επαναπαύτηκε. Μπήκε στο περίπτερο της γειτονιάς και ζήτησε τη μάρκα των τσιγάρων του. Ταυτόχρονα εισέπραξε  κομπλιμέντο από την ταμεία. «Στις ομορφιές σας σήμερα, κύριε Στέλιο μου»  Κάτι πήγε να ψελλίσει. Μετάνιωσε. Το κατάπιε. Πλήρωσε κι έφυγε.  Μπήκε στο ξεχασμένο πάρκο δίπλα στο σχολείο. Κάθισε στο μοναδικό παγκάκι, κάτω από τη συκαμινιά. Έβγαλε το μαντηλάκι του και το έφερε στο στόμα. Έβηξε άσχημα. Παρατεταμένα. Άνοιξε το πακέτο με τα τσιγάρα. Πήρε ένα. Το άναψε και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά. Κοίταξε τον ουρανό. Παρατήρησε ένα μικρό σύννεφο. Ήταν μόνο του στον καθαρό ουρανό. Ακολούθησε με τα μάτια, την πορεία του. Αργή, σταθερή. Χαμογέλασε. Τράβηξε ακόμα μια τζούρα με πάθος. Ανοιξιάτικη μέρα.

Έφερε στη μνήμη τότε που γνωρίστηκαν. Τελευταίες μέρες του έτους 1959. Θυμάται κάθε λεπτομέρεια. Την  πρώτη φορά που την είδε. Σ’ εκείνο το σπίτι. Το φόρεμα που φορούσε. Την ξεχώρισε ανάμεσα στους υπόλοιπους παρευρισκομένους. Και έπειτα, τις προσπάθειες διεκδίκησης. Το κυνήγι. Το πρώτο  ραντεβού τους, στο κεντρικό ζαχαροπλαστείο. Έρωτας.

Λάτρευαν την άνοιξη. Την ευωδία της φύσης. Τη μαγεία των ανθισμένων λουλουδιών. Τους καρπούς των δέντρων. Το πράσινο των λιβαδιών  καί το κίτρινο της μαργαρίτας. Κάθε που έμπαινε η άνοιξη, δεν έμεναν εντός των τειχών. Καβαλούσαν την αγαπημένη του Matchless και έβγαιναν στους αγρούς, για πικ-νικ. Άπλωναν στη γη ένα  πανί  και άραζαν. Μέχρι του ήλιου τη δύση. Έτρωγαν κουλούρι με ελιές, αναρή φρέσκια και ντομάτα.

Απ’ όλες τις εξορμήσεις τους, ξεχωρίζει μία. Δεν θα ξεχάσει ποτέ εκείνη την ημέρα. Κάτω από τη φορτωμένη πορτοκαλιά. Χαραγμένη η ημερομηνία. Ήταν τρεις του Απρίλη. Καθώς της διάβαζε αποσπάσματα από τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Καζαντζάκη, τον διέκοψε. «Ότι και να γίνει, κάθε άνοιξη θα σε ψάχνω. Ακούς;».

Γέρασαν μαζί. Τα κατάφεραν. Νιώθει ευτυχισμένος γι’ αυτό. Μα του λείπει.  Και όποτε μπαίνει η άνοιξη του λείπει περισσότερο. Δεν μετρά τα χρόνια απουσίας της αλλά τις μέρες που απομένουν για κάθε άνοιξη. Από τότε που έφυγε, κάθε τρεις του Απρίλη, ντύνεται προσεχτικά. ‘Όμορφα. Ξυρίζεται και φορά την ακριβή του κολόνια. Γυαλίζει τα παπούτσια του και κατεβαίνει. Κάθεται στο πάρκο και αγναντεύει τον ουρανό. Κάθε άνοιξη την ψάχνει.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ