Κλοπή στην ποιότητα

Για τίτλο σκεφτόμουν το «Κυπριακή ληστεία ώρα μηδέν» αλλά τον τσιγκουνεύτηκα. Είπα να τον κρατήσω στο συρτάρι ώσπου να βγω στη σύνταξη [sic!]. Το σχέδιό μου έχει ως εξής: Θα περνώ τα πρωινά μου στο PIO, εντοπίζοντας στις εφημερίδες τις ληστείες που σημάδεψαν τον -κυπριακό- αιώνα. Θα πασπατέψω τα ίνφο [όπως κάθε respectfull 65άχρονος που έχει τον πόθο να εκδώσει] και θα το προμοτάρω ως βιβλίο παραλίας. Αν όλα παν στραβά και δεν μοσχοπουλήσει, θα πάω στο Public, να κάτσω στη γωνιά όπου πωλείται η «Ελένη η Πόρνη» και να κλάψω γοερά.

Με τις μικροκλοπές είχα πρώτη φορά επαφή στη δευτέρα δημοτικού, όταν ο Γιώργος της Β4 μου έκλεψε 20 σεντ απ’ το πορτοφόλι. Τον Γιώργο τον έπιασα επ’ αυτοφώρω, δεν είπα τίποτα, αλλά την επομένη του έχωσα μια ωραιότατη και ολοζώντανη σαύρα μες την κασετίνα. Εκτός απ’ τα 20 σεντ που μου έκλεψε ο Γιώργος [μια κόκα-κόλα και δύο αφρόζες για την εποχή δηλαδή], δεν είχα την ατυχία να με κλέψουν ποτέ. Στεναχωριέμαι πολύ όμως όταν ακούω τα διάφορα, πόσω μάλλον όταν αφορούν σε ανθρώπους που θα ήθελαν την πόρτα του σπιτιού τους να την παραβιάσει ο Ρόμπιν Χουντ κι όχι ένας μαλάκας που θ’ αρπάξει τον βαφτιστικό τους σταυρό για να τον πουλήσει στα 50 ευρώ.

Και κάπου εδώ να το πούμε, πως άμα μιλάμε για κυπριακή ληστεία, αναφερόμαστε στη ληστεία που λαμβάνει χώρα στην Κύπρο. Δεν μας αφορά δηλαδή η εθνικότητα των πρωταγωνιστών, κομπάρσων, κασκαντέρ ή/και σκηνοθετών, παρόλο που αν ο κλέφτης είναι Κύπριος, προτιμότερο είναι το όνομά του να τελειώνει σε «–ούη».

Η γειτονιά μου, που λες, συν η γύρω περιοχή, είναι πολύ hot την τελευταία διετία. Εγώ απ’ την άλλη, φοβία δεν έχω, γιατί αν μπουκάρει κανείς μες το σπίτι μου, μάλλον θα φύγει με δυο χείλη καμένα. Βιβλία που δεν θα ήθελε κανένας να διαβάσει, εκατοντάδες προ-torrents dvds, κάτι faux bijoux ό,τι να ‘ναι και μια kitch συλλογή από αυτόγραφα, υπογραμμένα από αδιάφορους πρώην σταρ των 80s και 90s. Τίποτα που να μεταπωλείται, βασικά.

Όμως, έστω κι αν δεν έχω χρηματοκιβώτιο πίσω από βαρύ κάδρο στον τοίχο του σαλονιού, η αλήθεια είναι πως πιάνεται η ψυχή μου κάθε φορά που απ’ το RSS μου περνούν σχετικές ειδήσεις.

Απομονώνω τις τραγικές περιπτώσεις και κρατώ τις ούλτρα ανόητες κλοπές, που αποδεικνύουν πως… ούτε κι εδώ το ‘χουμε. Ο ένας μπαίνει σε σπίτι να κλέψει με πλαστικό πιστόλι, ο άλλος παραβιάζει το σπίτι συγχωριανού του και τον πιάνει ο δεύτερος στα πράσα, η περίπτωση του αλλουνού που μπήκε να κλέψει τον πρωταθλητή Τζούντο και βγήκε νοκ άουτ…

Αφού δεν σου περνά ρε φίλε, που πας;

Μες τις γιορτές που μας πέρασαν δε, άκουσα και το trendy, να ανοίγουν περίπτερο λέει για να κλέψουν ξύλινες καρέκλες για την λαμπρατζιά. Τίποτα άλλο. Καρέκλες για την λαμπρατζιά. Ok, κι οι Ντάλτον κάπως έτσι πρέπει να ξεκίνησαν αλλά έλεος κι εσύ χαριτωμένε -σύμφωνα με το σύστημα παρακολούθησης- δεκατετράχρονε.

Στα 80s θυμάμαι πως όταν κάποιος έκλεβε γινόταν χαμός. Πρέπει να ‘σουν μεγάλο τσογλάνι για να κλέψεις στα 80s. Στα 90s ήταν trendy η κλοπή μοτοσικλέτας, που της άλλαζαν το χρώμα ή την διέλυαν για εξαρτήματα. Κανένα περίπτερο, τίποτα ψιλά από κανένα σπίτι. Με τα 00s να σιμώνουν γινόμασταν ολοένα και πιο chic, αφού οι κυπριακές ληστείες γίνονταν κανονικά και με τον νόμο, μες το ΧΑΚ, μέρα-μεσημέρι. Όσο για την δεκαετία που αφήσαμε πίσω μας, το πράμα έκανε… κλοπή στην ποιότητα. Αθόρυβες κλοπές, ιντερνάσιοναλ κλοπές, ιντερνετικές κλοπές, κλοπές που σε κάνουν να πιστεύεις πως ο τρελός που μπήκε με το κουζινομάχαιρο μες το αρτοποιείο κι άρπαξε εκατό ευρουλάκια πρέπει να ‘ταν άγιος.

Φαίνεται πως δεν μας προκαλούν έκπληξη πια όλα αυτά, εδώ, στη χώρα που πριν από είκοσι κάτι χρόνια είχε για πρώτο θέμα στις ειδήσεις κλοπή αυτοκινήτου. Τώρα το χωνέψαμε πια, πως οι μεγάλες ληστείες μες το φως της ημέρας γίνονται, από ανθρώπους που φοράνε κολλαριστά άσπρα πουκάμισα κι όχι καλσόν στο κεφάλι όπως στις ταινίες.

Όσο για τους επίδοξους Ocean’s Eleven με τα νεροπίστολα, έλεος πια. Κάτσετε ρε κι εσείς σπίτια σας, μας κλέβουν άλλοι, δεν έμεινε τίποτα να πάρετε.

Κι οι άλλοι, με νεροπίστολα κλέβουν, αφού, σε μια σπιθαμή χώρα, όσο εύκολα μπορεί να γίνει μια βρώμα, άλλο τόσο εύκολα μπορεί να αποκαλυφθεί.

Κι έπειτα να συγκαληφθεί.

«Κλοπή στην ποιότητα», λοιπόν. Έτσι θα βαφτίσω το κεφάλαιο που θα αφορά στη δεκαετία μας μες το βιβλίο που θα γράψω όταν εξηνταρίσω και -χωρίς σύνταξη- δεν θα ‘χω τίποτα άλλο να κάνω.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ