Κάτω Παρτάλι αυτοί; Κάτω Δρυ εμείς!

Η ιστορία που ένας άνθρωπος αφήνει το «βόλεμα» της πόλης για να επιστρέψει στο χωριό, βλέπουμε να επαναλαμβάνεται πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό. Είτε για να φτιάξει ένα μικρομάγαζο είτε για να καλλιεργήσει κάτι σ’ ένα μικρό αγροτικό κομμάτι της οικογένειας...

Στην ουσία, αυτοί οι  είναι που αναζωογονούν την ύπαιθρο. Γι’ αυτούς είναι που κάθε Κυριακή φορτώνω τη φαμίλια στο αυτοκίνητο και πάμε εκδρομή στο χωριό. Μαζί με μένα και πολλοί άλλοι τα τελευταία χρόνια, για βόλτα, για φαγητό, για να γεμίσουμε όμορφα τον χρόνο μας.

Ότι δεν κατάφερε καμιά κυβέρνηση τόσα χρόνια, να δώσει, δηλαδή, αφορμές στον Κύπριο να κάνει εκδρομές στα βουνά (έστω τις Κυριακές), το κατάφεραν καμιά εικοσαριά άνθρωποι -μπορεί να είναι και τριάντα ή πενήντα, δεν έχει σημασία. Ένας πήγε στο Άρσος και έφτιαξε ένα tea shop, άλλος πήγε στον Αγρό και έφτιαξε ένα café (Το Μπακάλικο του Χαψή), άλλος έφτιαξε ταβέρνα στη Βάσα Κελλακίου (Το Γιαννιώτικο), άλλος ξενοδοχείο στην Καλαβασσό (The Library), κάποιοι έφτιαξαν οινοποιεία, ενώ είναι και η πολύ συμπαθής κυρία Έλλη στον Κάτω Δρυ με το μικρό «JAR» στο οποίο φτιάχνει chutneys και μαρμελάδες (κόλαση αυτή με blackcurrant και passion fruit).

Ειλικρινά πιστεύω ότι ένας άνθρωπος μπορεί να «αφυπνίσει» ένα ολόκληρο χωριό. Αν πας χειμώνα στα περισσότερα κυπριακά χωριά, δεν βλέπεις να κινείται φύλλο. Κυριολεκτικά μιλώ. Δεν βλέπεις άνθρωπο να περπατά στο δρόμο. Πέραν από ορισμένα κοσμοπολίτικα χωριά όπως η Κακοπετριά, το Όμοδος, τα Λεύκαρα και άλλα 2-3 το πολύ, στα υπόλοιπα το σκηνικό είναι χιτσκοκικό ενώ μια κατάθλιψη την παθαίνεις στανταράκι. Το ‘χω βιώσει από πρώτο χέρι αυτό το σενάριο, ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν. Όταν, όμως, υπάρχει μια κυρία Έλλη, η οποία θα τολμήσει να ανοίξει ένα κατάστημα και θα βάλει με αυτό τον τρόπο το χωριό της στον χάρτη (έστω κι αν στην αρχή θα την βλέπουν όλοι σαν εξωγήινο), τότε σιγά-σιγά το πράγμα αλλάζει. Μια ταβέρνα θα φτιαχτεί καπάκι, ένα οινοποιείο θα ξεφυτρώσει, ένα παλιό σπίτι θα αναπαλαιωθεί για να φιλοξενεί κόσμο, ένα μουσείο θα ανεγερθεί με διάφορα παραδοσιακά και αγροτικά αντικείμενα και τότε το χωριό θα αποδεικνύεται μικρό κάθε Κυριακή και σε κάθε αργία για να χωρέσει όλους τους ξένους επισκέπτες που θέλουν να ζήσουν έστω για λίγες ώρες το δικό τους Κάτω Παρτάλι.

Χθες (Κυριακή) ήμουνα στον Κάτω Δρυ. Ένα χωριό το οποίο αποτελεί δυνατό παράδειγμα αυτού που μόλις περιέγραψα. Παρόλο έχει την ατυχία να είναι τοποθετημένο πολύ κοντά στα Λεύκαρα (ατυχία από την άποψη ότι οι περισσότεροι ταξιδιώτες κατευθύνονται προς τα εκεί), εντούτοις κατάφερε το θαύμα. Δυο-τρείς άνθρωποι με όραμα (ή τουλάχιστον αυτούς συνάντησα εγώ), βοήθησαν το πανέμορφο αυτό χωριό να τραβά σαν μαγνήτης τους ταξιδιώτες. Αρχικά ήταν ο κύριος Ιάκωβος και η κυρία Έλλη που έφτιαξαν το αγροτουριστικό κατάλυμα «Garden Kamara», ενώ σιγά-σιγά οι ίδιοι έφτιαξαν εκεί και ένα εντυπωσιακό Μουσείο Μέλισσας, αλλά και ένα Μουσείο Κεντήματος (συν άλλα πολλά τα οποία θα πρέπει σύντομα να τους αφιερώσεις οπωσδήποτε λίγο από το χρόνο σου), ήταν και η Έλλη με το «JAR», ήταν η ταβέρνα «Πλάτανος», που προσφέρει εξαιρετικά μαγειρευτά φαγητά όπως λευκαρίτικο ταβά αλλά και σχάρα και η οποία γεμίζει με κόσμο την Κυριακή, ήταν η δημιουργία του Αγροτικού Μουσείου, η αναπαλαίωση κι άλλων σπιτιών για διαμονή, ήταν το οινοποιείο «Κτήμα Δαφέρμου» στο δρόμο προς Λεύκαρα…

Και κάπως έτσι ο Κάτω Δρυς έγινε must προορισμός. Και κάπως έτσι το «μυρίστηκαν» οι Λουβάνες και αποφάσισαν να πάνε εκεί για τον φετινό «Φέγγαρο» αλλά και για το δικό τους «Μουσικό Χωριό». Τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου, το χωριό θα ζήσει ξανά ωραίες στιγμές του παρελθόντος. Τότε, που λόγω της αρχιτεκτονικής του, την οποία θα λατρέψεις, αλλά και του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα του, πολλοί συνήθιζαν να «υπερβάλλουν» αποκαλώντας το «Μικρό Παρίσι»!

Κάπως έτσι λοιπόν και  τόσο απλά, τα όμορφα χωριά, χάρη σε όμορφες προσπάθειες από όμορφους ανθρώπους, όμορφα ξαναγεννιούνται.


ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ